Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1008 εγγραφές  [0-20]


  • -αίικο (λαϊκό-συχνά ειρων.): παραγωγικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν οικογένεια, σόι: Κολοκοτρων~. Μαζεύτηκε όλο το Παναγιωτοπουλ~.
  • -άριο (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών από ουσιαστικά: αλφαβητ~ (πβ.-άρι)/βιβλι~/δελτ~/δισκ~/πλοι~/σωλην~/ωρ~.|| (ειρων.-μειωτ.) Ανθρωπ~/παιδ~ (πβ. -αρέλι).
  • -άριος : επίθημα αρσενικών κυρ. ουσιαστικών που παράγονται από ουσιαστικά και δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: αποθηκ~/βιβλιοθηκ~.|| (προφ.) Πεζικ~/πυροβολικ~/πληροφορικ~.|| (ειρων.-μειωτ.) Νομικ~.|| Αρχ~.
  • -άτορας επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. πρόσωπο με συγκεκριμένη ιδιότητα ή συμπεριφορά: δικτ~/προβοκ~.|| (ειρων.) Συμβουλ~. Βλ. -κράτορας. 2. τον ιδιοκτήτη: εστι~/μαγαζ~.
  • -έσα : κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση τίτλου ευγενείας, επαγγέλματος ή ιδιότητας: (κυρ. παλαιότ.) κοντ~.|| (ειρων.) Γιατρ~.|| Mετρ~.
  • -ιλίκι (λαϊκό-προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών συνήθ. με αρνητική αναφορά σε κατάσταση ή ιδιότητα: (ειρων.-μειωτ.) καθηγητ~/προεδρ~/υπουργ~.|| Καραγκιοζ~/καφρ~/παπατζ~. Πβ. -ίκι, -λίκι.|| (σπανιότ. με ουδέτερη ή θετική σημ., κυρ. λαϊκό) Κιμπαρ~/μαστορ~.
  • -ίσκος {σπανιότ. θηλ. -ίσκη} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών: κολπ-ίσκος/πυργ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αμφορ-ίσκος/κρατηρ~.|| (μειωτ.) Aρχηγ-ίσκος/παραγοντ~.|| (συνήθ. ειρων.) (Η) παιδ-ίσκη (βλ. -ούλα). Πβ. -άκι.|| (με απώλεια της υποκ. σημ.:) Aστερ-ίσκος.
  • -ιστί (λόγ.-συνήθ. ειρων.): επίθημα επιρρημάτων για τον προσδιορισμό της γλώσσας στην οποία λέγεται ή γράφεται κάτι: αγγλ~/γαλλ~/γερμαν~/ελλην~.|| Bαρβαρ~.|| (ως τροπικό:) Παπαγαλ~. Βλ. -εί, -ηδόν.
  • αβροδίαιτος , η, ο [ἁβροδίαιτος] α-βρο-δί-αι-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που ζει με ανέσεις και κατ' επέκτ. μαλθακός ή ντελικάτος: ~ος: αστός. Πβ. τρυφηλός.|| (ειρων.) ~οι: θεράποντες των τεχνών/νεανίσκοι (= καλομαθημένοι).|| ~οι: τρόποι (= λεπτεπίλεπτοι). [< αρχ. ἁβροδίαιτος]
  • άγαλμα [ἄγαλμα] ά-γαλ-μα ουσ. (ουδ.) {αγάλμ-ατος | -ατα, -άτων}: τρισδιάστατο γλυπτό ή χυτό έργο τέχνης που αναπαριστά θεϊκή, ανθρώπινη ή ζωική μορφή: ακέφαλο/αρχαίο ελληνικό/ελληνιστικό/κυκλαδικό/λατρευτικό/μαρμάρινο/μπρούντζινο/περίοπτο/πήλινο/ρωμαϊκό/χάλκινο/χρυσελεφάντινο ~. ~ αλόγου/κόρης/μούσας. Το Ά~ της Ελευθερίας. Το ~ κατασκευάστηκε/στήθηκε προς τιμήν του .../φιλοτεχνήθηκε. Αναπαράσταση/αντίγραφο/βάση/κεφαλή ~ατος. ~ατα θεών. Βανδαλισμοί ~άτων. Πβ. ανδριάντας, ξόανο, προτομή.|| Ωραία σαν ~ (: καλλίγραμμη, αρμονική).|| Ζωντανό ~ (: για καλλιτέχνη ή μίμο που στέκεται σαν ~ σε δημόσιο χώρο). ● Υποκ.: αγαλματίδιο (το) (λόγ.): (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ θεότητας/παιδιού. Αναθηματικά ~α. Πβ. αγαλμάτιο, ειδώλιο.|| Απονομή των χρυσών ~ίων Όσκαρ. Πβ. αγαλματάκι. Βλ. -ίδιο., αγαλμάτιο (το) (λόγ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. Λατρευτικά ~α. ● ΦΡ.: θα σου στήσω άγαλμα (μτφ.-προφ.): ως έκφραση ευγνωμοσύνης: Θα σου ~σουμε ~, τόσο που μας έχεις βοηθήσει! (ειρων.) Άμα το βρεις, θα σου ~σω ~ (στην πλατεία)., μένω άγαλμα & αφήνω άγαλμα (μτφ.-προφ.): από την έκπληξη: Μόλις είδα το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, έμεινα ~ (= κάγκελο, κόκαλο, στήλη άλατος).|| Η καρφωτή κεφαλιά άφησε ~ τον τερματοφύλακα., σαν άγαλμα: ακίνητος και αμίλητος: ανέκφραστος/στητός/ψυχρός ~ ~. Κάθομαι/με κοίταζε/στέκομαι ~ ~. [< αρχ. ἄγαλμα, γαλλ. statue]
  • αγαπητός , ή, ό [ἀγαπητός] α-γα-πη-τός επίθ. 1. που προκαλεί αισθήματα συμπάθειας, εκτίμησης, σεβασμού: Είναι ιδιαίτερα ~ σε όλους. Μου είναι πολύ ~ή (βλ. συμπαθής). Βλ. αξι-, κοσμ-αγάπητος. ΑΝΤ. μισητός, αντιπαθής.|| (ως τυπική προσφών.) ~έ κ. ... ~ό: (μου) ημερολόγιο/περιοδικό. ~οί: ακροατές/συμπολίτες/συνάδελφοι. ~ές: (μου) κυρίες/φίλες. ~ά: (μου) παιδιά.|| (ειρων.) Μα τι λες/σοβαρολογείς ~ή (= χρυσή) μου;|| (επιτηδευμένη ευγένεια:) Ω, τον ~ό (= τον φίλτατο)! 2. (σπάν.) αγαπημένος, προσφιλής. [< μτγν. ἀγαπητός, γαλλ. aimé, cher]
  • αγγελικός , ή, ό [ἀγγελικός] αγ-γε-λι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που έχει τα χαρακτηριστικά αγγέλου, που είναι ωραίος, αιθέριος, αγνός, καλός: ~ός: άνθρωπος/βίος/κόσμος. ~ή: μελωδία/μορφή/φωνή/ψυχή. ~ό: βλέμμα/κορμί/πλάσμα/πρόσωπο/χαμόγελο. Είναι εκθαμβωτική μέσα στην ~ή ομορφιά της.|| (ειρων.) Με κοίταξε/παρακάλεσε με ~ό ύφος (: προσποιητά αθώο). Πβ. αγγελόμορφος, θεϊκός. ΑΝΤ. διαβολικός 2. που αναφέρεται ή ανήκει στους αγγέλους: ~ός: ύμνος/χορός/ψαλμός. ~ή: ρομφαία. ~ό: τάγμα. ~ές: δυνάμεις. Πβ. χερουβικός. ● επίρρ.: αγγελικά ● ΣΥΜΠΛ.: αγγελικό σχήμα: ΕΚΚΛΗΣ. το ένδυμα που περιβάλλεται ο μοναχός ή η μοναχή, κυρ. το μοναχικό σχήμα: Έλαβε/ντύθηκε/πήρε/φόρεσε το ~ ~. Βλ. εκάρη μοναχός. ● ΦΡ.: αγγελικά πλασμένος βλ. πλάθω [< μτγν. ἀγγελικός, γαλλ. angelique]
  • αγγελούδι [ἀγγελούδι] αγ-γε-λού-δι ουσ. (ουδ.) (υποκ.) 1. μικρός άγγελος, κυρ. ως χαρακτηρισμός όμορφου και ήσυχου βρέφους, νεκρού παιδιού ή προσφιλούς προσώπου: εικόνα/χριστουγεννιάτικο δέντρο με ~ια.|| (μτφ.) Ξανθό/τρυφερό ~. Όμορφο μωρό σαν ~.|| Εγκλήματα με θύματα αθώα ~ια.|| (ως οικ. προσφών.) Σ' αγαπώ/κοιμήσου ~ μου! Γλυκό μου ~! (ειρων.) Τι ζημιά έκανε πάλι το ~ μου; ΣΥΝ. αγγελάκι (2) 2. (μτφ.-ειρων.) τίμιος, αγνός και ακέραιος άνθρωπος: Παριστάνει το ~. Κανείς δεν είναι "~". ● Υποκ.: αγγελουδάκι (το)
  • Άγγλος, Αγγλίδα [Ἄγγλος] Άγ-γλος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αγγλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αγγλική υπηκοότητα: ~ος: λόρδος. (ΙΣΤ.) ~ος: αρμοστής. Πβ. Βρετανός, Εγγλέζος. Βλ. Ουαλός, Σκωτσέζος. ● Υποκ.: αγγλάκι (το) (προφ.-συνήθ. ειρων.), αγγλιδούλα (η) (προφ.-οικ.) ● ΦΡ.: Άγγλος/Εγγλέζος στο/στα ραντεβού (του): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι απόλυτα συνεπής, ακριβής στην ώρα του.
  • αγελάδα [ἀγελάδα] α-γε-λά-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) γελάδα 1. το θηλυκό του βοδιού μετά την πρώτη γέννα: άσπρη/γαλακτοφόρος/μαύρη/παχιά ~. (Νωπό/παστεριωμένο/φρέσκο) γάλα/κοπριά/μαστάρια ~ας. Το μικρό της ~ας (= το μοσχάρι). ~ες γαλακτοπαραγωγής/ελευθέρας βοσκής/κρεατοπαραγωγής. Αρμέγω/εκτρέφω ~ες. Οι ~ες βόσκουν/μηρυκάζουν/μουκανίζουν. Αρμεκτήρια ~ων. Πβ. δαμάλα.|| (ειρων.) Έχει το βλέμμα της ~ας (: πνευματικά νωθρό άτομο). Βλ. ταύρος. 2. (μτφ.-υβριστ.) για παχύσαρκη, άχαρη και δυσκίνητη γυναίκα. Πβ. χοντρός. ● Υποκ.: αγελαδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων & (προφ.) τρελές αγελάδες: ΚΤΗΝ. σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών. [< αγγλ. mad cow disease, 1988] , ιερή αγελάδα (μτφ.): πρόσωπο, θεσμός, ζήτημα που κανείς δεν τολμά να θίξει. [< αγγλ. sacred cow, 1910, γερμ. heilige Kuh] ● ΦΡ.: βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει (μτφ.): για κάποιον που απομυζά, εκμεταλλεύεται πρόσωπα ή καταστάσεις. ΣΥΝ. βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων (εσφαλμ. παχέων): περίοδος φτώχειας/ευμάρειας: Άρχισε/ήρθε/πέρασε/συνεχίζεται/τέλειωσε η ~ ~. Βλ. τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. [< μεσν. αγελάδα]
  • αγεληδόν [ἀγεληδόν] α-γε-λη-δόν επίρρ. (λόγ.-συνήθ. ειρων.): σαν αγέλη, ομαδικά, μαζικά· κατ' επέκτ. χωρίς κρίση και βούληση: Ζουν/μαζεύονται/μεταφέρονται/πηγαίνουν ~. Οι απεργοί εισέβαλαν ~ στο κτίριο, για να το καταλάβουν.|| Ψηφίζουν ~. ~ και ομοθυμαδόν. Βλ. -ηδόν. [< αρχ. ἀγεληδόν]
  • αγιαστούρα [ἁγιαστούρα] α-για-στού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. το σκεύος και ιδ. το ματσάκι βασιλικού που χρησιμοποιείται για τον αγιασμό: ράντισμα με την ~. Βγήκε ο παπάς με την ~ του ν' αγιάσει τα νερά/να ευλογήσει τους πιστούς.|| (μτφ.) Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με την ~ (: με ευχές). 2. (σπάν., μτφ.-ειρων.) υπερβολικός έπαινος με σκοπό την κολακεία: Άρχισε πάλι την ~ για τ' αφεντικό του. [< μεσν. αγιαστούριν]
  • αγιότητα [ἁγιότητα] α-γι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) αγιότης: η ιδιότητα του Αγίου και του Θεού: πρότυπο/φωτοστέφανο ~ας. Σεβάσμια μορφή που αντανακλούσε ~ και πραότητα. Βλ. αμαρτωλότητα, -ότητα.|| (μτφ.) Το ένδυμα της ~ας.|| (ειρων.) Φαρισαϊκές/ψεύτικες ~ες.|| (ως προσφών., συνήθ. σε ανώτερο κληρικό) Παρακαλώ/προσκυνώ την Αγιότητά σας. Η Αυτού ~ ο Πατριάρχης ... Βλ. παν~. ΣΥΝ. αγιοσύνη, ιερότητα [< μτγν. ἁγιότης]
  • αγκαλίτσας [ἀγκαλίτσας] α-γκα-λί-τσας ουσ. (αρσ.): (οικ.) χαδιάρης, παιχνιδιάρης και κατ’ επέκτ. μυγιάγγιχτος, μαλθακός: Είναι πολύ τρυφερό παιδάκι, ένας ~! Βλ. χουχούλιασμα.|| (ειρων.) Προσέχει μην τον στενοχωρήσει τον ~α! Βλ. μη μου άπτου.|| ~ και χαζοχαρούμενος! Βλ. λαπάς.
  • αγκινάρα [ἀγκινάρα] α-γκι-νά-ρα ουσ. (θηλ.) & αγγινάρα: ΒΟΤ. πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Cynara scolymus) που καλλιεργείται για τις εδώδιμες ταξιανθίες του με τα πολλά αλληλοκαλυπτόμενα, αιχμηρά φύλλα και (κυρ. συνεκδ.) η ίδια η ταξιανθία: άγρια (βλ. αγρι~)/ωμή ~. Καρδιές ~ας. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ες αβγολέμονο/αλά πολίτα/στο λάδι/ογκρατέν. Κατσικάκι με ~ες. Βράζω/καθαρίζω/στραγγίζω τις ~ες. Τρίβετε καλά την καθαρισμένη ~ με λεμόνι, για να μη μαυρίσει. ● ΦΡ.: (έχει) καρδιά αγκινάρα (μτφ.-ειρων.): είναι ανοιχτόκαρδος, διαχυτικός, αγαπά ή ερωτεύεται εύκολα. [< γαλλ. (avoir un) cœur d΄ artichaut] [< μεσν. αγκινάρα]

αμαρτωλότητα

αμαρτωλότητα[ἁμαρτωλότητα] α-μαρ-τω-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ιδιότητα του αμαρτωλού. Βλ. αγιότητα, -ότητα.

αξι-

αξι-βλ. αξιο-

-εί

-εί(λόγ.): επίθημα επιρρημάτων: αυτολεξ~/οιον~/παμψηφ~.|| (κυρ. σε φρ.) Αυθωρ~ (και παραχρήμα)/ωσ~ (παρών). Βλ. -ί3.

εκάρη

εκάρη[ἐκάρη] ε-κά-ρη ρ. (αμτβ.) {αόρ.} (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: εκάρη μοναχός: ΕΚΚΛΗΣ. έγινε μοναχός. Βλ. αγγελικό σχήμα, κουρά, χειροτονία. ● βλ. κεκαρμένος [< αρχ. κείρομαι]

-ηδόν

-ηδόν(λόγ.): επίθημα για τον σχηματισμό τροπικών επιρρημάτων: βαθμ~/βροχ~/κρουν~/πρην~/σωρ~.|| (κυρ. χιουμορ.) Κλοτσ~. Βλ. -δην.

-ίδιο

-ίδιο{-ιδίου | -ιδίων} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: αγαλματ~/εικον~/κρατ~/κυστ~/ογκ~/σακ~/σταγον~/φιαλ~.|| (με μείωση ή απώλεια της υποκοριστικής σημ.:) Bακτηρ~/γον~.

-κράτορας

-κράτορας{κ. (λόγ.) -κράτωρ (γεν. -κράτορος), -κρατόρων | θηλ. -κράτειρα (λαϊκό) -κρατόρισσα}: επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει τον κυρίαρχο ή εξουσιαστή: αυτο-κράτορας (θηλ. αυτο-κράτειρα, σπανιότ. αυτο-κρατόρισσα)/μονο~. Θαλασσο-κράτορας.|| (συνήθ. μτφ.) Κοσμο-κράτορας/παντο~. Κλειδο-κράτορας.

λαπάς

λαπάςλα-πάς ουσ. (αρσ.) {λαπάδες} 1. ΜΑΓΕΙΡ. βρασμένο ρύζι που έχει χυλώσει: ~ με χυμό λεμονιού για τη διάρροια. 2. (μτφ.-προφ., για άνδρα) άνευρος, νωθρός. Πβ. πλαδαρός, φλώρος, χαλβάς. [< τουρκ. lâpa]

μη & μην

μη & μηνμόρ. (αρν.) {μην πριν από φωνήεν ή από τα σύμφωνα: κ, π, τ, μπ, ντ, γκ, τσ, τζ, ξ, ψ} 1. (σε προτάσεις επιθυμίας ή επιφωνηματικές με ρήματα· συχνά προηγείται το ας ή το να:) δηλώνει απαγόρευση, αποτροπή ή παραίνεση: ~ ρίχνετε σκουπίδια στους δρόμους. ~ πεις λέξη. ~ μ' αγγίζεις! Να ~ με πάρεις τηλέφωνο ούτε να μου στείλεις μήνυμα. Αν είσαι άρρωστος, ~ έρθεις στη δουλειά. ~ ξεχάσω να του ευχηθώ για τη γιορτή του. ~ βιάζεσαι να μεγαλώσεις. ~ χαθούμε πάλι. Να τρως και να ~ μένεις νηστικός. ~ μ' αφήσεις ποτέ! ~ κλαις! Ας ~ χάνουμε χρόνο! Ας ~ κρυβόμαστε.|| (στον ελλειπτ. λόγο:) Άστο, ~! Σταμάτα, ~! ~ φεύγεις, όχι ~! Όλο διαταγές είναι και ~ (ενν. κάνεις) αυτό ~ εκείνο. 2. (σε προτάσεις επιφωνηματικές) δηλώνει ευχή, απευχή, κατάρα, όρκο ή απειλή: Μακάρι να ~ σε γνώριζα ποτέ! Να ~ σου τύχει ποτέ κάτι τέτοιο! Να ~ δεις ποτέ καλό από τα παιδιά σου! ~ σώσει και ... Να ~ προλάβω να γεράσω, αν λέω ψέματα! Να ~ τον δω μπροστά μου!|| (παραχώρηση) Ας ~ του είχα υποχρέωση και θα σου έλεγα εγώ ... 3. (συνήθ. προηγείται το να:) για τον σχηματισμό της άρνησης σε δευτερεύουσες προτάσεις: Τι να προσέξουμε για να ~ πάρουμε κιλά στις διακοπές. Πρέπει να ~ μάθει τίποτα. Δεν γίνεται να ~ έρθεις. Θα το πω κι ας ~ με πιστέψεις. Θα συνεχίσω τις προσπάθειες, ώσπου να ~ αντέχω άλλο. Υπάρχει κάτι που να ~ σου αρέσει; Απορώ γιατί να ~ θέλει να έρθει μαζί μας. Είναι δικό του το λάθος, όσο και να ~ το παραδέχεται. Έκανε σαν να ~ είχε συμβεί τίποτα. Τα νέα μέτρα ενδέχεται όχι μόνο να ~ λύσουν, αλλά και να επιτείνουν το αδιέξοδο. Βλ. δεν. 4. εισάγει δευτερεύουσα ενδοιαστική πρόταση: Φοβάμαι ~ τον χάσω. Ανησυχεί ~ τυχόν και δεν προφτάσει.|| Πολλοί άνθρωποι δεν λένε όχι από φόβο ~ δυσαρεστήσουν τους άλλους. Πβ. μήπως. 5. (μόνο το μη, με ονοματικούς τ. ή μετοχές ενεργητικού ενεστώτα) δηλώνει αντίθετη έννοια από αυτή που εκφράζει η λέξη με την οποία συνεκφέρεται: ~ βία. ~ καπνιστής. ~ κερδοσκοπικός οργανισμός. Αλφαβητικός κατάλογος ~ δημόσιων (= ιδιωτικών) σχολείων. ~ καταβληθείσες εισφορές. ~ ασφαλή προϊόντα. Οι ~ εγγεγραμμένοι. ~ εκτέλεση δρομολογίων. Καθίσματα για καπνίζοντες και ~. Στεκόταν ακίνητος ~ μπορώντας (: χωρίς να μπορεί) να αντιδράσει. 6. (απολύτως ως επιφών.) δηλώνει απαγόρευση ή αποτροπή: ~, για όνομα του Θεού! 7. (λαϊκό) εισάγει ευθείες ερωτήσεις και δηλώνει απορία, άγνοια: ~ τον άκουσες να έρχεται; ~ έπαθε τίποτα; Πβ. μήπως, μπας και. ● Ουσ.: μη (τα): απαγορεύσεις: τα πρέπει και τα ~. ● ΦΡ.: μη το ένα μη το άλλο: για να δηλωθούν συνεχείς και ενοχλητικές απογορεύσεις., (και) μη χειρότερα βλ. χειρότερος, ... και μη βλ. και, αν μη τι άλλο βλ. άλλος, θέλοντας ή μη/και μη βλ. θέλω, μη μου άπτου βλ. άπτεται, μη μου πεις ότι ... βλ. λέω, μη μου το λες/μη μου πεις .../τι μου λες! βλ. λέω, μην το λες βλ. λέω, ο μη γένοιτο βλ. γένοιτο [< μεσν. μην < αρχ. μή, 5: αγγλ. non]

λεξιπλάστης

λεξιπλάστηςπλά-θω ρ. (μτβ.) {έπλα-σα, πλά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, πλάθ-οντας, πλα-σμένος} & (λόγ.) πλάσσω 1. (μτφ.) δημιουργώ, φτιάχνω: ~ουν λέξεις (βλ. λεξιπλάστης)/μύθους (βλ. μυθοπλάστης)/πρόσωπα και χαρακτήρες (: συγγραφείς). Βλ. ανα~.|| ~σμένος για δράση/να ζει ελεύθερος (= προορισμένος από τη φύση του, γεννημένος). ~σμένοι ο ένας για τον άλλο.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Θεός ~σε τον Αδάμ και την Εύα. Ο άνθρωπος ~στηκε/είναι ~σμένος «κατ' εικόνα και ομοίωσιν του Θεού». 2. δίνω μορφή σε κάτι εύπλαστο: ~ τη ζύμη/τον πηλό. (κυρ. παλαιότ.) Τα αγγεία ~στηκαν στον τροχό.|| ~ κουλουράκια/τον κιμά (σε) ρολό (= ζυμώνω). 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επινοώ, σκαρώνω: ~ει ιστορίες/σενάρια (με το μυαλό/τη φαντασία του). ΣΥΝ. πλέκω (3) 4. διαπλάθω. ● ΦΡ.: αγγελικά πλασμένος: αθώος, αγνός, καλός: Η κοινωνία μας δεν είναι ~ ~η. (συνήθ. ειρων.) Όμορφος κόσμος ~ ~. [< αρχ. πλάσσω]

ταύρος

ταύρος[ταῦρος] ταύ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. αρσενικό βόδι που προορίζεται για αναπαραγωγή: εκτροφή ~ων. Βλ. αγελάδα.|| (ΑΡΧ.-ΛΑΟΓΡ.) Θυσία ~ου (= ταυροθυσία). 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) αστερισμός του Βόρειου Ημισφαιρίου· το δεύτερο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (21 Απριλίου-20 Μαΐου) μεταξύ Κριού και Διδύμων· {κ. θηλ. προφ. ταυρίνα} (συνεκδ.) ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. Βλ. Πλειάδες. 3. (μτφ.) δυνατός ή εξοργισμένος άνδρας: Δεν τον φοβάμαι στη δουλειά, είναι ~ (πβ. σκύλος).|| Όρμηξε (καταπάνω του) σαν ~ σε κόκκινο πανί. Κατέφτασε σαν αφηνιασμένος ~. Βλ. τίγρη. ● Υποκ.: ταυράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαινόμενος ταύρος (λόγ.): έξαλλoς, εξαγριωμένος άνθρωπος: Όταν νευριάσει γίνεται ~ ~. Όρμησε σαν ~ ~ στον αγωνιστικό χώρο. ● ΦΡ.: πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα: αντιμετωπίζω με ταχύτητα και αποφασιστικότητα μια δύσκολη κατάσταση., σαν ταύρος σε υαλοπωλείο & (λόγ.) ως ταύρος εν υαλοπωλείω: για άτομο που αντιδρά ανεξέλεγκτα και παρορμητικά, προξενώντας καταστροφές σε έναν χώρο: Μπήκε/μπούκαρε μέσα ~ ~. Χίμηξε ~ ~ και τα διέλυσε όλα. [< αρχ. ταῦρος]

τότε

τότετό-τε επίρρ. & (λαϊκό) τότες & ετότε 1. σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο του παρελθόντος ή του μέλλοντος: ~ τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Θυμάσαι ~ που ... Ήταν ~ που είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα. ~ ήμουν είκοσι χρονών. Δεν υπήρχαν τόσες ανέσεις ~. Δεν έχω τις ίδιες απόψεις που είχα ~. Όπως ~, έτσι και τώρα ...|| Θα περάσουν τα χρόνια και ~ θα καταλάβουν. 2. (εμφατ.) εκείνη τη στιγμή: Και ~ άρχισε να βρέχει. ~ πήρε το θάρρος και μίλησε. Σηκώνεται ~ κι αυτός και βγαίνει έξω. Νευριάζει με το παραμικρό και ~ είναι δύσκολο να τον συγκρατήσεις. Μου το είπε δεύτερη φορά και πάλι ~ δεν έδωσα σημασία. 3. σε αυτή την περίπτωση: Αλλά ~ γεννιέται το ερώτημα ... Πες πως έρχεται ξαφνικά, τι κάνουμε ~; Αν δεν έχει αυτός την ευθύνη, ~ ποιος την έχει; Δεν σου αρέσει; Ε, ~ λοιπόν, άλλαξέ το. Αν είχαν παίξει καλά, ~ θα είχαμε κερδίσει.|| (ειρων.) Αν αυτός είναι επιστήμονας, ~ εγώ είμαι αστροναύτης (: όσο αυτός είναι ..., άλλο τόσο είμαι και εγώ ...). 4. (ως επίθ., + άρθ.) για κάποιον ή κάτι που εντάσσεται στην χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται ο ομιλητής: ο ~ αρμόδιος/διευθυντής/επικεφαλής/πρέσβης/πρόεδρος. Η ~ διοίκηση/ηγεσία/κατάσταση/κυβέρνηση. Οι ~ συνεργάτες. Οι ~ (= τοτινές) συνθήκες. Τα ~ δεδομένα/στελέχη. ● Ουσ.: τότε (το): οι συνθήκες που ίσχυαν παλαιότερα, το παρελθόν: Συγκρίνοντας το ~ και το σήμερα. Οι δύο γενιές συναντώνται και μιλούν για το ~ και το τώρα. ● ΦΡ.: από τότε: από εκείνη τη χρονική στιγμή ή περίοδο: ~ ~ μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. ~ ~ που μετακόμισε, έχουμε χαθεί (πβ. αφότου). Πέρασαν είκοσι χρόνια ~ ~ που τον είδα τελευταία φορά., ε/εμ τότε (προφ.): για δήλωση συμπεράσματος: ~ ~ δεν διαφωνούμε! ~ ~ φταίνε αυτοί. Πβ. λοιπόν, μα., ως/μέχρι τότε: μέχρι ένα χρονικό σημείο: ~ ~ έχουμε πολλά ακόμα να μάθουμε. Ήταν η μεγαλύτερη διαδήλωση που είχε γίνει ~ ~.|| (ως επίθ.) Οι ~ ~ σύμμαχοι. [< αρχ. τότε]

χουχούλιασμα

χουχούλιασμαχου-χού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) χουχούλισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χουχουλιάζω: ~ κάτω απ' την κουβέρτα/μπροστά στο τζάκι/στον καναπέ. Πβ. κούρνιασμα. Βλ. κοκούνινγκ, χουζούρι.