Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 11459 εγγραφές  [0-20]


  • -αδόρος {σπάν. στο θηλ. -αδόρα, -αδόρισσα} (λαϊκό) επίθημα που δηλώνει 1. (αρνητ.-μειωτ.) άτομο με παράνομη δραστηριότητα: κομπιν~/μιζ~/μπουκ~/σπεκουλ~/τσιλι~.|| (για κακή συνήθεια:) Tζογ~/τρακ~ (βλ. -ατζής).|| Αβαντ~ (βλ. αβανταδόρικος). 2. άνθρωπο με ιδιαίτερη ικανότητα σε κάτι: ταβλ~.|| Ατακ~/κουμαντ~. 3. επάγγελμα: γυψ~/παρκ~/πιτσ~/τορν~. 4. αντικείμενο, εργαλείο ή μηχάνημα: μαρκ~. Kοτσ~/φρεζ~.
  • -άκι {χωρ. γεν.} υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών και σπανιότ. επιρρημάτων που δηλώνει 1. σμίκρυνση, συχνά σε χαϊδευτική ή ειρωνική χρήση και ιδ. οικειότητα: γατ~ (βλ. -ούλι)/κεφτεδ~/σκετσ~. Αγορ~/διαβολ~/ζευγαρ~/παιδ~/φιλ~.|| (από θηλ. κύρια ονόματα) Ελεν~.|| (μειωτ.) Eπαρχιωτ~.|| (για παράγωγα με σημασιολογική διαφοροποίηση από την πρωτότυπη λέξη:) Αλογ~/γκαζ~/καζαν~. Καλαμαρ-/φασολ-άκια. || Σινεμαδ~. Βλ. -αλάκι, -αράκι, -ουδάκι. 2. μετριασμό, συνήθ. σε ευγενική παράκληση, ή σχετικότητα: (Έλα σε) λιγ~.|| Απογευματ~/βραδ~.
  • -άρης, -άρα, -άρι {συνηθέστ. στο θηλ.}: επίθημα για τον σχηματισμό κυρ. ουσιαστικοποιημένων επιθέτων, δηλωτικό ιδιότητας, μεγέθους, ποσότητας, δυναμικού: κατοστ-άρης (: δρομέας εκατό μέτρων). Χιλι-άρα (ενν. μηχανή χιλίων κυβικών). Τριαντ-άρα οθόνη (: τριάντα ιντσών). Πεντ-άρα (: πέντε γκολ). Ενενηντ-άρα κασέτα (: διάρκειας ενενήντα λεπτών). Σαρανταπεντ-άρι περίστροφο (: διαμετρήματος σαρανταπέντε χιλιοστών).|| (περιληπτ.) Του κόστισε μια πεντακοσ-άρα ευρώ. Πβ. -αριά. ● βλ. -άρα
  • -άρης, -άρα, -άρικο επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνουν 1. {κυρ. στο αρσ. κ. θηλ.} (προφ.) ηλικία κατά προσέγγιση: εικοσ~/σαραντ~. 2. χαρακτηριστική ιδιότητα: κατεργ~/πεισματ~/πρωτ~. Βλ. -ιάρης, -ιάρα, -ιάρικο. ● βλ. -άρα
  • -ας, -ασα, -αν {-αντος (θηλ. -ασας, σπάν.-λογιότ. -άσης), -αντα | -αντες (ουδ. -αντα), -άντων}: κατάληξη λόγιας μετοχής αορίστου ενεργ. φωνής που εμφανίζεται κυρ. σε στερεότυπες φράσεις με λειτουργία επιθέτου ή ουσιαστικού: Ο μοναδικός επιζήσ-ας. Η πρώτη διδάξ-ασα. Το θέμα θεωρείται λήξ-αν. Οι διατελέσ-αντες πρόεδροι.
  • -άς, -ού {πληθ. αρσ. -άδες | πληθ. θηλ. -ούδες} (προφ.) επίθημα ουσιαστικών που δηλώνουν 1. (συνήθ. στο αρσ.) συγκεκριμένο επάγγελμα: αλουμιν-άς/γαλατ~/σιδερ~/ψαρ~. 2. χαρακτηριστικό γνώρισμα, ιδιότητα ή προτίμηση σε μεγάλο βαθμό: δοντάς/χειλού.|| Γλωσσού/λεφτάς/παλικαράς/φωνακλάς.|| Μακαρονού/φαγάς. ● βλ. -ού2
  • -γνώστης {θηλ. -γνώστρια}: β' συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με τη σημασία του γνώστη ενός αντικειμένου: αρχαιο~/οινο~/παντο~/τεχνο~/φυσιο~.
  • -δότης {-δοτών | θηλ. -δότρια}: β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει κυρ. το πρόσωπο ή τη συσκευή που παρέχει ό,τι εκφράζει το α' συνθετικό: αιμο~/δανειο~/εντολο~/εργο~/κληρο~/χρηματο~.|| Βηματο-δότης/ρευματο~/σηματο~. Βλ. -δοσία, -δότηση, -δοτώ.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Κατα~/προ~.
  • -είς, -είσα, -έν {-έντος (θηλ. -είσης) | -έντες (ουδ. -έντα), -έντων (θηλ. -εισών)} (επίσ.): κατάληξη της μετοχής παθητικού αορίστου: η συσταθείσα επιτροπή. Το παρακρατηθέν ποσό.|| (ουσιαστικοπ.) Κατέθεσαν οι κληθέντες σχετικά με ...
  • -ετής , ής, ές {-ετούς | -ετείς (ουδ. -ετή)} (λόγ.) επίθημα που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκα~/εικοσα~/τριακοντα~/πεντηκοντα~/εκατοντα~. Ολιγο~/πολυ-ετής. Βλ. -χρονος. 2. (ουσιαστικοπ., μόνο σε αρσ. και θηλ.) φοιτητή που βρίσκεται σε συγκεκριμένο έτος σπουδών: πρωτο~/δευτερο~/τριτο~/τεταρτο~/πεμπτο~.
  • -θέτης {-θετών | θηλ. -θέτρια (σπανιότ.) -θέτιδα (λόγ.) -θέτις (γεν. -θέτιδος)}: λεξικό επίθημα ουσιαστικών∙ δηλώνει το πρόσωπο ή τον φορέα που θεσπίζει, τοποθετεί ή οργανώνει κάτι: δωρο~/θεσμο~/νομο~.|| Απο~. Kατα-θέτρια. Ταξι~/ψηφο~.|| Σκηνο-θέτις/-θέτιδα (βλ. -ίνα1).
  • -ιέρης {-ιέρηδες | θηλ. -ιέρα, -ιέρισσα}: επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει επαγγελματία: γκαραζ-ιέρης/γονδολ~/καμηλ~/πορτ~.|| Καμαρ-ιέρα.|| Τιμον-ιέρης.
  • -ικος , η, ο {(σπανιότ.-προφ.) θηλ. -ικια} επίθημα 1. για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ιδιότητα: γέρ~/τεμπέλ~/τσιφούτ~. 2. για την προσαρμογή κυρ. λόγιων επιθέτων σε -ης: αυθάδ~ (κ. αυθάδης).
  • -ικός<sup>1</sup> , ή, ό {(σπανιότ.-προφ.) θηλ. -ικιά} & -ικος, η, ο· επίθημα για τον σχηματισμό 1. επιθέτων που εκφράζουν καταγωγή, προέλευση: γερμαν-ικός/ιταλ~/σουηδ~.|| Γιαννιώτ-ικος. Σμυρναί-ικος κ. σμυρνιώτ-ικος.|| Σερβ-ικός κ. (κυρ. προφ.) σέρβ-ικος. 2. {θηλ. εν. κ. ουδ. πληθ.} ουσιαστικοποιημένων επιθέτων που δηλώνουν γλώσσα: ιταλ-ική/νορβηγ~/πορτογαλ~.|| Δωρ-ική (: διάλεκτος).|| Γαλλ-ικά/ισπαν~/σερβ~.|| (κυρ. προφ.) Αρμέν-ικη/ρώσ~. Εβραί-ικα (κ. εβρα-ϊκά).|| Αρβανίτ-ικα/βλάχ~.
  • -ικός<sup>2</sup> , ή, ό {(σπανιότ.-προφ.) θηλ. -ικιά}: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά ή ρήματα∙ δηλώνει χαρακτηριστικό, ιδιότητα: ζω~/ιεραρχ~/κατοχ~/κτηματ~/μοναχ~/σπιτ~/ψυχ~.|| Περιεκτ~/υποχρεωτ~. Βλ. -τικός.
  • -ινός , ή, ό επίθημα που δηλώνει 1. & (θηλ., σπανιότ.-προφ.) -ινιά: καταγωγή, προέλευση: πατρ-ινός, πατρ-ινή κ. πατρ-ινιά. Μαροκ-ινός, μαροκ-ινή. Βλ. -ικός1. 2. τόπο ή χρόνο: αντικρ~/κοντ~/μακρ~.|| Αποψ~/θερ~/καλοκαιρ~/φετ~/χθεσ~. Πβ. -ιανός, -ιάτικος. 3. ιδιότητα: αληθ~/μηδαμ~. 4. ότι κάτι προέρχεται από συγκεκριμένο ζώο: αγελαδ~ (πβ. -ίσιος)/βοδ~/χοιρ~.
  • -ίσκος {σπανιότ. θηλ. -ίσκη} (λόγ.): υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών: κολπ-ίσκος/πυργ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αμφορ-ίσκος/κρατηρ~.|| (μειωτ.) Aρχηγ-ίσκος/παραγοντ~.|| (συνήθ. ειρων.) (Η) παιδ-ίσκη (βλ. -ούλα). Πβ. -άκι.|| (με απώλεια της υποκ. σημ.:) Aστερ-ίσκος.
  • -ίστας {θηλ. -ίστρια κ. -ίστα} επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν πρόσωπο και ειδικότ. 1. μουσικό: ακορντεον~/βιολ~/κιθαρ~/μπασ~/σαξοφων~. Πιαν~ κ. (θηλ.) πιαν-ίστρια/-ίστα. 2. άτομο με συγκεκριμένη ιδιότητα ή χαρακτηριστικό: νομπελ~. Τουρ~/χιουμορ~/χομπ~.|| (μειωτ.) Δημοσιοσχετ~/καριερ~/λομπ~. 3. επαγγελματία ή ερασιτέχνη: βολεϊμπολ~/γραφ~/πολ~. Κεραμ~ κ. (θηλ.) κεραμ-ίστρια.
  • -ιστής<sup>1</sup> {θηλ. -ίστρια}: επίθημα ουσιαστικών που αναφέρονται σε οπαδό ή υποστηρικτή θεωρίας, τάσης: ανθρωπ~/βουδ~/εθνικ~/ειρην~/ιδεαλ~.
  • -κράτης {-κρατών | θηλ. -κράτισσα}: επίθημα που δηλώνει πρόσωπο με συγκεκριμένη ιδεολογία ή τρόπο συμπεριφοράς, δράσης: αριστο~/δημο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αποικιο~/γραφειο~/κεφαλαιο~/τεχνο~/τρομο~/(στο αρσ.) φαλλο~.

-αλάκι

-αλάκι: υποκοριστικό επίθημα σε ουδέτερα ουσιαστικά που παράγονται από ουσιαστικά: βηχ~/βουν~/γρομπ~/μπογ~/ρουχ~/συκ~. Βλ. -άκι.

-άρα

-άραεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών 1. (κυρ. προφ.) με μεγεθυντική λειτουργία: σπιτ~ (πβ. -αρόνα)/στοματ~. Τακουν-άρες (= τακούνες).|| (επιτατ., ως έκφρ. θαυμασμού:) Γυναικ~ (βλ. αρσ. -αράς)/εργ~/Κατεριν~ (βλ. αρσ. -άρας, -αρος). Ματ-άρες. 2. (αφηρ.) με εμφατική σημασία, για ιδιότητα ή κατάσταση που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό: βαρεμ~/σιχαμ~/τρομ~ (πβ. -αμάρα). Φαγωμ-άρα (πβ. φαγω-μός). ● βλ. -άρης, -άρα, -άρι, -άρης, -άρα, -άρικο

-δοσία

-δοσία{-δοσιών}: λεξικό επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που σημαίνει κυρ. παροχή ή προσφορά: αιμο~/εργο~/κληρο~/μισθο~/τροφο~.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Ασυ~/προ~. Βλ. -δότης, -δότηση.

-ικός<sup>1</sup>

-ικός<sup>1</sup>, ή, ό {(σπανιότ.-προφ.) θηλ. -ικιά} & -ικος, η, ο· επίθημα για τον σχηματισμό 1. επιθέτων που εκφράζουν καταγωγή, προέλευση: γερμαν-ικός/ιταλ~/σουηδ~.|| Γιαννιώτ-ικος. Σμυρναί-ικος κ. σμυρνιώτ-ικος.|| Σερβ-ικός κ. (κυρ. προφ.) σέρβ-ικος. 2. {θηλ. εν. κ. ουδ. πληθ.} ουσιαστικοποιημένων επιθέτων που δηλώνουν γλώσσα: ιταλ-ική/νορβηγ~/πορτογαλ~.|| Δωρ-ική (: διάλεκτος).|| Γαλλ-ικά/ισπαν~/σερβ~.|| (κυρ. προφ.) Αρμέν-ικη/ρώσ~. Εβραί-ικα (κ. εβρα-ϊκά).|| Αρβανίτ-ικα/βλάχ~.

-ού<sup>2</sup>

-ού<sup>2</sup>: (παράγ. από τα αντίστ. αρσ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών και επιθέτων που δηλώνουν χαρακτηριστικό ή ιδιότητα: παραμυθ~ (βλ. -ατζής, -ατζού)/φωνακλ~/χορευταρ~/φαγ~.|| (σπάν. ως β' τ. του θηλ. επιθ. σε -ιάρης, -ιάρα, -ιάρικο) Ναζ-ιάρα κ. ναζ~.|| (ως β' τύπ. θηλ. επιθ. σε -ης, -α, -ικο) Ξανθομάλλ-α κ. ξανθομαλλ~. ● βλ. -άς, -ού

-τικός

-τικός, ή/ιά, ό επίθημα που δηλώνει ιδιότητα για παραγωγή επιθέτων από 1. ρήματα: απαλλακ~/ενισχυ~/υποβοηθη~.|| (ουσιαστικοπ.) (Ο) δικασ~. (Τα) φορτω-τικά (ενν. έξοδα). 2. ουσιαστικά: προβλημα~/σωμα~/χαρισμα~.

-χρονος

-χρονος, η, ο β' συνθετικό που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκά~/τρί~.|| (συχνά ουσιαστικοπ.) (Το) πεντά~ο. Τα εξηντά~α (: για συμπλήρωση εξήντα χρόνων από ορισμένο γεγονός).|| Δί~η φοίτηση (πβ. -ετής). 2. συγκεκριμένη χρονική σχέση: ισό~/ταυτό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) προτερό~ο/υστερό~ο.