Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 184 εγγραφές  [0-20]


  • αγκωνάρι [ἀγκωνάρι] α-γκω-νά-ρι ουσ. (ουδ.) {αγκωναρ-ιού} (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. μεγάλη πελεκημένη πέτρα για την κατασκευή γωνιών σε τοίχους και γενικότ. οποιαδήποτε ογκώδης πέτρα, ογκόλιθος: λαξευτά/σκαλιστά ~ια. Πβ. γωνιόλιθος. Βλ. ακρογωνιαίος λίθος. 2. (μτφ.) στήριγμα: Στάθηκε πραγματικό ~ για την οικογένειά του στις δύσκολες ώρες (βλ. βράχος). [< μεσν. αγκωνάριν ‘βραχιόλι που φοριέται κοντά στον αγκώνα’]
  • αμμοχάλικο [ἀμμοχάλικο] αμ-μο-χά-λι-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα άμμου και χαλικιού, κυρ. για οικοδομικές εργασίες: χοντρό/ψιλό ~. Διάστρωση δρόμου με ~.
  • ανωδομή [ἀνωδομή] α-νω-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. δομική κατασκευή ή τμήμα της που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους: θολωτή/μεταλλική/πλίνθινη ~. ~ ναού. Βλ. υπερδομή, υπερκατασκευή. ΑΝΤ. υποδομή (2) [< γαλλ. superstructure]
  • ανώφλι [ἀνώφλι] α-νώ-φλι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. οριζόντιο δοκάρι στο πάνω μέρος πόρτας ή παραθύρου για στήριξη τοίχου: ~ εισόδου/εκκλησίας/(εξώ)πορτας. Βλ. κατώφλι, παραστάδα, ποδιά. ΣΥΝ. πρέκι, υπέρθυρο [< μεσν. ανώφλιον]
  • απόκλιση [ἀπόκλιση] α-πό-κλι-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκτροπή από την αρχική κατεύθυνση· κατ' επέκτ. διαφοροποίηση, συνήθ. από ό,τι θεωρείται γενικά αποδεκτό: ~ ενός σώματος από την τροχιά του. Το πλοίο παρουσίασε ~ από την κανονική του πορεία.|| ~ από τις ιδρυτικές αρχές/τις νομοθετικές διατάξεις/τον στόχο/το χρονοδιάγραμμα. ~ από την πεπατημένη/το φυσιολογικό. Γλωσσικές/κοινωνικές/σεξουαλικές ~ίσεις (= παρεκκλίσεις).|| Εφημερίδα αριστερών/δεξιών ~ίσεων (= προτιμήσεων, τάσεων).|| (αντιπαράθεση, διαφωνία:) Iδεολογικές ~ίσεις (= διαφορές). Ουσιαστικές/σοβαρές ~ίσεις μεταξύ των δύο κρατών στα θέματα της άμυνας (ΑΝΤ. ευθυγράμμιση). Διαπιστώθηκε ~ απόψεων/θέσεων (πβ. διάσταση). ΑΝΤ. σύγκλιση (2) 2. διαφορά μιας τιμής από την καθορισμένη ή αναμενόμενη: μεγάλη/μέγιστη επιτρεπτή/μέση/μικρή/σημαντική/σταθερή/φυσιολογική ~.|| (ΟΙΚΟΔ.-ΑΡΧΙΤ.) ~ μηδέν/της τάξεως των 0,4 mm. ~ της επιφάνειας του δαπέδου. ~ από τις ισχύουσες προδιαγραφές.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ίσεις αποδοτικότητας/πωλήσεων. Ο προϋπολογισμός εμφάνισε/παρουσίασε ~ ... ευρώ/... %. Καταγράφονται ~ίσεις στην τιμή πώλησης της βενζίνης. 3. ΝΑΥΤ. (σε πυξίδα) η γωνία μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού βορρά: ανατολική/δυτική ~. Αριστερή/δεξιά ~. ~ σε μοίρες. 4. ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης σημείου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού πλάτους: ~ αστέρος. Βλ. ορθή αναφορά. 5. ΜΑΘ. η ιδιότητα ακολουθίας ή σειράς να μη συγκλίνει σε όριο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική απόκλιση: ΦΥΣ. η γωνία που σχηματίζει ο μαγνητικός άξονας με τον άξονα περιστροφής της Γης. [< γαλλ. déclinaison magnétique] , τυπική απόκλιση (συντομ. σ ή s(d)): ΣΤΑΤΙΣΤ. μέτρο της διασποράς των τιμών από τον μέσο όρο: ~ ~ των τιμών ενός δείγματος. Βλ. διακύμανση. [< αγγλ. standard deviation] [< μτγν. ἀπόκλισις, γαλλ. déviation 4: γαλλ. déclinaison]
  • αποφλοίωση [ἀποφλοίωση] α-πο-φλοί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αφαίρεση φλοιού, φλούδας, περιβλήματος: ~ καφέ/κόκκων/ξηρών καρπών/πατάτας/ρυζιού/σουσαμιού. Μηχανή ~ης. (για κάστανα) ~ με ατμούς/φλόγα. Πβ. καθάρισμα, ξεφλούδισμα.|| ~ κωνοφόρων δέντρων με τσεκούρι. Πβ. απόξεση. 2. ΟΙΚΟΔ. διαδικασία αποκόλλησης του σκυροδέματος από την επιφάνεια δομικού στοιχείου: απολεπίσεις, επιφανειακές ρωγμές και ~ώσεις. 3. ΙΑΤΡ. απομάκρυνση, με χειρουργική συνήθ. επέμβαση, του περιβλήματος οργάνου: ~ με λέιζερ. Χημική ~ του δέρματος (πβ. δερματοαπόξεση, πίλινγκ). Βλ. εκπυρήνιση, μαρσιποποίηση. [< γαλλ. décortication]
  • αργολιθοδομή [ἀργολιθοδομή] αρ-γο-λι-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. τεχνική τοιχοποιίας με συνδετικό κονίαμα και πλίνθους: ισχυρή ~. ~ και ασβεστοκονίαμα. Θεμέλια από ~.
  • αριάνι [ἀριάνι] α-ριά-νι ουσ. (ουδ.) & αϊράνι 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό τουρκικής προέλευσης από γιαούρτι, νερό και λίγο αλάτι. Πβ. ξινόγαλο. Βλ. κεφίρ. 2. ΟΙΚΟΔ. αραιό διάλυμα τσιμέντου. [< τουρκ. ayran]
  • αρμολόγημα [ἁρμολόγημα] αρ-μο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. αρμολόγηση. Βλ. ένεμα.
  • αρμολόγηση [ἁρμολόγηση] αρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΔ. έγχυση κονιάματος στους αρμούς μεταξύ δομικών στοιχείων: ~ πέτρας/πλακιδίων. Βλ. στοκάρισμα, τσιμεντένεση. ΣΥΝ. αρμολόγημα 2. (λόγ.) συναρμολόγηση. ΣΥΝ. άρμοση [< μεσν. αρμολόγησις]
  • αρμολογώ [ἁρμολογῶ] αρ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αρμολογ-εί | αρμολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΟΙΚΟΔ. κάνω αρμολόγηση: Οι τοίχοι σοβατίζονται και ~ούνται. ~ημένες: πλάκες. Βλ. στοκάρω, -λογώ. 2. (λόγ.) συναρμολογώ. [< μτγν. ἁρμολογῶ]
  • αρμός [ἁρμός] αρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. μικρό κενό που αφήνεται ηθελημένα μεταξύ των τμημάτων επιφάνειας ή των δομικών στοιχείων κατασκευής, με σκοπό την αποτροπή πρόκλησης βλαβών, κυρ. εξαιτίας συστολών και διαστολών, και συνήθ. γεμίζεται με κονίαμα: αντισεισμικός ~. Κατασκευαστικοί ~οί. ~οί γεφυρών/πλακιδίων. ~οί μεταξύ κουφώματος και τοίχου. Κάλυψη/πλήρωση/στεγανοποίηση/στοκάρισμα/σφράγιση ~ών (: με αρμόστοκο). 2. σημείο σύνδεσης των μερών ενός συνόλου· γενικότ. συνδετικό στοιχείο: Έτριζαν οι ~οί του κρεβατιού/σκάφους. Πβ. σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οι ~οί του κορμιού (= κλειδώσεις)/συστήματος. Συνεκτικοί (κοινωνικοί) ~οί. Πβ. δεσμός, κρίκος. [< αρχ. ἁρμός, γαλλ. joint]
  • αρτιφισιέλ [ἀρτιφισιέλ] αρ-τι-φι-σι-έλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΔ. σοβάς κυρ. εξωτερικών τοίχων, που σχηματίζει ανώμαλη επιφάνεια. Βλ. σαγρέ. [< γαλλ. artificiel]
  • ασβέστης [ἀσβέστης] α-σβέ-στης ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. δομικό υλικό, πορώδες και εύθρυπτο, με λευκό χρώμα· ΧΗΜ. οξείδιο του ασβεστίου (CaO): άνυδρος ~. Τοίχοι περασμένοι με ~η. ~ες και σοβάδες πεσμένοι στο πάτωμα. Βλ. ασβεστ-όλιθος, -οποίηση, κονίαμα. ΣΥΝ. άσβεστος ● ΣΥΜΠΛ.: σβησμένος ασβέστης: υδράσβεστος. [< μεσν. ασβέστης]
  • ασβεστοκονίαμα [ἀσβεστοκονίαμα] α-σβε-στο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.) & (επίσ.) ασβεστοκονία (η): ΟΙΚΟΔ. κονίαμα. ΣΥΝ. σοβάς [< γερμ. Mörtel]
  • αστοχία [ἀστοχία] α-στο-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. {χωρ. πληθ.} αδυναμία ή αποτυχία κάποιου να πετύχει τον στόχο του: (στο μπάσκετ) ~ των παικτών από τη γραμμή των ελεύθερων βολών. ~ στην επίθεση. ΑΝΤ. ευστοχία 2. λάθος, σφάλμα: γλωσσική/λεκτική/πολιτική ~. Επισήμανση παραλείψεων και ~ών. 3. ΟΙΚΟΔ. ατέλεια κατασκευής· η κατάσταση κατά την οποία το έδαφος βρίσκεται στα όρια της αντοχής του και δεν μπορεί να αναλάβει επιπλέον φορτίο: δομική/τεχνική ~. ~ σκυροδέματος. ~ες γεφυρών/υποστυλωμάτων.|| (ειδικότ.) Φαινόμενα εδαφικής ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: αστοχία υλικού: ΤΕΧΝΟΛ. ελάττωμα στο υλικό βιομηχανικής συνήθ. κατασκευής: ~ ~ ή κατασκευαστικό σφάλμα. Μηχανική βλάβη από ~ ~. Κατάρρευση σκέπαστρου που οφείλεται σε ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Καταστροφή του σκληρού δίσκου από ~ ~. [< αγγλ. material failure] [< μτγν. ἀστοχία 3: αγγλ. failure]
  • αυλάκι [αὐλάκι] αυ-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. στενόμακρο, φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα στην επιφάνεια του εδάφους, συνήθ. για διοχέτευση νερού: αρδευτικό/βαθύ/ποτιστικό/υπόγειο ~. ~ απορροής/αποστράγγισης/εκροής (: για την απομάκρυνση υγρών βιομηχανικών αποβλήτων)/σποράς (= αυλακιά)/ύδρευσης/υπερχείλισης (ομβρίων). (Δι)ανοίγω/σκάβω ένα ~. Πβ. κανάλι. Βλ. ρείθρο, χαντάκι. 2. (κατ΄επέκτ.) επιμήκης κοιλότητα ή χάραξη σε επιφάνεια: ~ κεραμιδιού.|| (ΟΙΚΟΔ. εσοχή με κάλυμμα σε τοίχο οικοδομής π.χ. για σωλήνες, σύρματα:) Τα καλώδια τοποθετήθηκαν μέσα στο ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σπειροειδές ~ (: νοητή γραμμή στην επιφάνεια μαγνητικών μέσων για εγγραφή δεδομένων).|| (μτφ.-λογοτ.) Αναμνήσεις χαραγμένες στα ~ια του μυαλού. ● ΦΡ.: βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι: διευθετώ μια/διευθετήθηκε η κατάσταση, ώστε να έχει ομαλή εξέλιξη: Πέσανε οι υπογραφές και μπήκε ~ ~ για την κατασκευή του έργου., κάτω απ' τ' αυλάκι (λαϊκό, συχνά μειωτ.): στην ή από την Πελοπόννησο (νοτιότερα του Ισθμού της Κορίνθου): Η καταγωγή μου είναι ~ ~., κύλησε/θα κυλήσει πολύ νερό στο/στ' αυλάκι & στο(ν) μύλο: μεσολάβησαν διάφορα γεγονότα ή θα γίνουν πολλές αλλαγές, θα υπάρξουν εξελίξεις: Από τότε όμως κύλησε ~ ~ (του χρόνου). Μέχρι να υλοποιηθεί ένα τέτοιο μεγαλόπνοο έργο, θα κυλήσει ~ ~ (= θα χρειαστεί να γίνουν πολλά)., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι βλ. μυλωνάς [< μεσν. αυλάκι(ν) 2: αγγλ. groove]
  • βραχοπαγίδα βρα-χο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΔ. τοίχος ή ειδικά πλέγματα προστασίας από πτώσεις βράχων, κυρ. σε αυτοκινητόδρομους.
  • γαρμπίλι γαρ-μπί-λι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. λεπτόκοκκο χαλίκι. Πβ. σύντριμμα. Βλ. αμμοχάλικο. [< πιθ. ιταλ. garbuglio]
  • γκρο μπετόν γκρο μπε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΔ. άοπλο σκυρόδεμα. ΑΝΤ. μπετόν αρμέ (1) [< γαλλ. gros béton]

ακρογωνιαίος

ακρογωνιαίος, α, ο [ἀκρογωνιαῖος] α-κρο-γω-νι-αί-ος επίθ.: βασικός, θεμελιώδης, ουσιώδης: ~α: αρχή/θέση. ~ο: αξίωμα/δόγμα. ~α: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακρογωνιαίος λίθος & ακρογωνιαία πέτρα 1. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, συστατικό στοιχείο: Η ελευθερία είναι ο ~ ~ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Πβ. πυλώνας, στήριγμα. ΣΥΝ. θεμέλιος λίθος (1) 2. μεγάλη πέτρα στην εξωτερική γωνία δύο τεμνόμενων τοίχων. ΣΥΝ. αγκωνάρι (1) [< μτγν. ἀκρογωνιαῖος]

αμμοχάλικο

αμμοχάλικο [ἀμμοχάλικο] αμ-μο-χά-λι-κο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. μείγμα άμμου και χαλικιού, κυρ. για οικοδομικές εργασίες: χοντρό/ψιλό ~. Διάστρωση δρόμου με ~.

διακύμανση

διακύμανση δι-α-κύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): διαρκής αυξομείωση, μεταβλητότητα μεγέθους, φαινομένου ή κατάστασης: ~ της θερμοκρασίας/της τιμής (των καυσίμων). ~άνσεις των μετοχών/της παραγωγικότητας/του πληθυσμού/του πληθωρισμού/των πωλήσεων/της στάθμης (του νερού). Απότομες/συνεχείς ~άνσεις παρατηρούνται στην επιχειρηματική δραστηριότητα.|| (μτφ.) ~ της φωνής (πβ. κυματισμός). Ψυχολογικές ~άνσεις (βλ. κυκλοθυμία). Ο προεκλογικός αγώνας έχει πολλές ~άνσεις και το αποτέλεσμα είναι αβέβαιο. Πβ. σκαμπανέβασμα.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ μεταβλητής (βλ. διασπορά). Βλ. συν~. ● ΣΥΜΠΛ.: οικονομικές διακυμάνσεις: ΟΙΚΟΝ. ακανόνιστες και συχνά έντονες μεταβολές του ρυθμού της οικονομικής δραστηριότητας ως προς τα επίπεδα παραγωγής, τιμών και απασχόλησης., ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας βλ. ανάλυση [< γαλλ. fluctuation]

εκπυρήνιση

εκπυρήνιση [ἐκπυρήνιση] εκ-πυ-ρή-νι-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλήρης αφαίρεση ξένου σώματος ή όγκου με χειρουργική μέθοδο: λαπαροσκοπική ~. ~ ινομυωμάτων (= ινομυωματεκτομή). Βλ. αποφλοίωση, μαρσιποποίηση. ΣΥΝ. εκπυρήνωση (2) [< μτγν. ἐκπυρήνισις ‘στύψιμο (για να βγει το κουκούτσι’, γαλλ. énucléation]

ένεμα

ένεμα [ἔνεμα] έ-νε-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΔ. ρευστό μείγμα ανόργανων ή οργανικών ουσιών που εισάγεται σε ρωγμές τοίχων ή οδοστρωμάτων για την αποκατάστασή τους. Βλ. τσιμεντένεση. ΣΥΝ. ρευστοκονίαμα 2. ΙΑΤΡ. κλύσμα. [< 1: αγγλ. grout 2: μτγν. ἔνεμα]

κατώφλι

κατώφλι κα-τώ-φλι ουσ. (ουδ.) 1. το κάτω οριζόντιο τμήμα του ανοίγματος της πόρτας, που αποτελείται συνήθ. από ξύλινη, πέτρινη ή μεταλλική λωρίδα· κατ' επέκτ. είσοδος, πόρτα. Πβ. ποδιά. Βλ. ανώφλι, κάσα. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ουδός: το ~ της συνείδησης (: το όριο μεταξύ συνειδητού-υποσυνείδητου ή συνειδητού-ασυνείδητου).|| Tο ~ της ακοής/του πόνου. ~ ευαισθησίας. 3. ΜΑΘ. -ΦΥΣ.-ΟΙΚΟΝ. το όριο, η ελάχιστη τιμή πέρα από την οποία αρχίζει να εκδηλώνεται ένα φαινόμενο. ● ΦΡ.: περνώ το κατώφλι 1. μπαίνω σε στεγασμένο χώρο: Ο υπουργός πέρασε ~ του πρωθυπουργικού μεγάρου.|| (μτφ.) Πέρασε ~ του Κοινοβουλίου (= εκλέχθηκε βουλευτής). 2. (μτφ.) εισέρχομαι σε μια κατάσταση: Έχουμε περάσει ~ μιας καινούργιας εποχής., στο κατώφλι (+ γεν.): στις απαρχές: ~ ~ της νέας χιλιετίας/του νέου αιώνα. Βρίσκεται/είναι ~ ~ (= στα πρόθυρα) του θανάτου (βλ. ετοιμοθάνατος). [< γαλλ. au seuil ] [< 1: μεσν. κατώφλιν 2,3: γερμ. Schwelle, γαλλ. seuil, αγγλ. threshold]

κεφίρ

κεφίρ κε-φίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό υγιεινό κρεμώδες ρόφημα από την περιοχή του Καυκάσου με ξινή γεύση που παράγεται από οποιονδήποτε τύπο γάλακτος (κυρ. αγελαδινό, πρόβειο, κατσικίσιο), ύστερα από ζύμωση με προσθήκη ευεργετικών μικροοργανισμών: Το συμπυκνωμένο ~ μπορεί να καταναλωθεί ως επιδόρπιο. Βλ. αριάνι, ξινόγαλο, προβιοτικός. [< γαλλ. kéfir]

μυλωνάς

μυλωνάς μυ-λω-νάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ιδιοκτήτης ή εργάτης μύλου. Βλ. -άς. ● ΦΡ.: από μυλωνάς δεσπότης: για κάποιον που παίρνει τη μια προαγωγή μετά την άλλη σε σύντομο χρονικό διάστημα ή καταλαμβάνει ανώτερη θέση χωρίς να το αξίζει. ΑΝΤ. από δήμαρχος κλητήρας, θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά (παροιμ.): για κάποιον ή κάτι εντυπωσιακό, με ωραία εξωτερική εμφάνιση, αλλά στην πραγματικότητα ασήμαντο., όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι: για να δηλωθεί ότι ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τα δικά του θέματα, αδιαφορώντας για τις υποθέσεις των άλλων. [< μεσν. μυλωνάς]

ρείθρο

ρείθρο [ῥεῖθρο] ρεί-θρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αυλάκι κυρ. βρόχινου νερού, μεταξύ πεζοδρομίου και δρόμου: ~ απορροής. Βλ. κρασπεδόρειθρο, χαντάκι. [< αρχ. ῥεῖθρον]

σαγρέ

σαγρέ σα-γρέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: τεχνική βαψίματος οικοδομών που δημιουργεί τραχιά επιφάνεια και γενικότ. επιφάνεια με ανάγλυφη υφή: τοίχος ~. Βλ. αρτιφισιέλ, ρελιέφ.|| Χαρτί ~ (ΣΥΝ. τουάλ). Νεσεσέρ από ~ δέρμα. Πβ. κοκκώδης. [< τουρκ. sağrι]

υπερδομή

υπερδομή [ὑπερδομή] υ-περ-δο-μή ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. υπερκατασκευή: Η σκάλα οδηγεί από το ισόγειο στην ~. Βλ. ανωδομή, επιδομή.|| ~ του πλοίου. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. εποικοδόμημα. Βλ. βάση, υποδομή. 3. ΓΛΩΣΣ. η τυπική οργάνωση ενός κειμενικού είδους: ~ της αφήγησης. [< 1: γαλλ. superstructure]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.