Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58836 εγγραφές  [240-260]


  • -ερία (σπάν.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει κατάστημα που προσφέρει κυρ. ροφήματα ή φαγητό: καφετ~ (συχνότ. καφετ-έρια)/τσαγ~ (πβ. -ερί). Σπαγγετ~.
  • -ερό : παραγωγικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών∙ δηλώνει δοχείο για την αποθήκευση υγρού, αντικείμενο με συγκεκριμένη χρήση: τσαγ(ι)~ (πβ. -ιέρα).|| Mπιμπ~.|| Φυσ~.|| Μπανι~/μπολ~.
  • -ερός , ή, ό: επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνουν χαρακτηριστικό, ιδιότητα ή σύσταση: βλαβ~/βροχ~/γυαλιστ~/ζοφ~/θλιβ~/λυπητ~/τρομ~/τρυφ~/τυχ~/φθον~/φοβ~.|| Bαμβακ~.
  • -ές {-έδες}: κατάληξη για τον σχηματισμό αρσενικών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: αμαν~/βαλ~/καναπ~/καφ~/μεζ~/μενεξ~/μιναρ~/μπαξ~/μπερ~/ναργιλ~/τενεκ~/φιδ~/φραπ~.
  • -έσα : κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση τίτλου ευγενείας, επαγγέλματος ή ιδιότητας: (κυρ. παλαιότ.) κοντ~.|| (ειρων.) Γιατρ~.|| Mετρ~.
  • -έστατος , η, ο: κατάληξη του απόλυτου υπερθετικού βαθμού των επιθέτων σε -ης και -ής: ακριβ~/εμφαν~/ευγεν~/προσφιλ~. Βλ. -ιστος, -ότατος, -ύτατος. ● επίρρ.: -έστατα
  • -έστερος , η, ο: κατάληξη του συγκριτικού και του σχετικού υπερθετικού (με πρόταξη του οριστικού άρθ.) των επιθέτων σε -ης και -ής: (ο) ακριβ~/αληθ~/διαρκ~/εμφαν~/επικρατ~/επιμελ~/ευγεν~/λαοφιλ~/συνηθ~. Βλ. -ότερος, -ύτερος. ● επίρρ.: -έστερα
  • -έτα : κατάληξη για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: βεντ~/βιολ~/ετικ~/ζακ~/κασ~/κλακ~/κοκ~/κοτολ~/κροκ~/μακ~/μαριον~/μοτοσικλ~/μπαγκ~/ομελ~/οπερ~/παλ~/πλακ~/ρακ~/ροζ~/ρουκ~/ρουλ~/σιλου~/τουαλ~/τριπλ~/τρομπ~/φουρκ~.
  • -ετηρίδα {-ετηρίδας (λόγ.) -ετηρίδος}: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό για τη δήλωση συγκεκριμένου αριθμού ετών ή της επετείου για τη συμπλήρωσή τους: δεκα~/εκατοντα~/πεντηκοντα~/χιλι~. Πβ. -ετία.
  • -ετής , ής, ές {-ετούς | -ετείς (ουδ. -ετή)} (λόγ.) επίθημα που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκα~/εικοσα~/τριακοντα~/πεντηκοντα~/εκατοντα~. Ολιγο~/πολυ-ετής. Βλ. -χρονος. 2. (ουσιαστικοπ., μόνο σε αρσ. και θηλ.) φοιτητή που βρίσκεται σε συγκεκριμένο έτος σπουδών: πρωτο~/δευτερο~/τριτο~/τεταρτο~/πεμπτο~.
  • -ετία : επίθημα θηλυκών ουσιαστικών∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό για τη δήλωση συγκεκριμένου αριθμού ετών ή σπανιότ. της επετείου για τη συμπλήρωσή τους: δι~/τετρα~/εξα~/επτα~/δεκα~/εικοσα~/εκατοντα~/χιλι~. Πβ. -ετηρίδα.|| Πολυ~. Βλ. -ετής.
  • -ετός , ή, ό βλ. -τός
  • -εύω, -εύομαι κατάληξη ρημάτων που παράγονται από 1. ουσιαστικά· δηλώνει εκτέλεση ή εκπλήρωση της ενέργειας που εκφράζει το θέμα: βραβ-εύω/εκπαιδ~/θριαμβ~/ρεζιλ~. 2. από επίθετα ή ουσιαστικά· δηλώνει την απόδοση ή απόκτηση συγκεκριμένου χαρακτηριστικού: ανακατ-εύω (πβ. ανακατ-ώνω)/γενικ~/δυσκολ~/εξωτερικ~/νοστιμ~ (πβ. -ίζω).|| Προεδρ-εύω/πρωθυπουργ~.
  • -εώνας βλ. -ώνας
  • -ζουμο (το) & (σπάν.) -ζούμι: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει το ζωμό της λέξης του πρώτου συνθετικού: καροτό~, κολλυβό~, κοτό~, κρεατό~, κρεμμυδό~, λαχανό~, λεμονό~, ντοματό~, πορτοκαλό~, ραδικό~, ρεβιθό~, ψαρό~.
  • -η<sup>1</sup> & -ή: κατάληξη ουσιαστικών θηλυκού γένους: βάσ-η/κυβέρνησ~/όρεξ~. Ανταμοιβ-ή/πηγ~/τιμ~.
  • -η<sup>2</sup> & -ή: επίθημα για τον σχηματισμό του θηλυκού γένους 1. ουσιαστικών που δηλώνουν ιδιότητα ή εθνικότητα, καταγωγή: ξαδέλφ-η/φίλ~. Αδερφ-ή/αλλοδαπ~.|| Ινδ-ή. Πβ. -ίνα1, -ισσα, -τρα1. 2. επιθέτων σε -ος, -η, -ο, -ός, -ή, -ό και -ός, -ή/-ιά, -ό: βάσιμ-η/μάται~. Γελαστ-ή/δυνατ~/λιτ~.|| Ζόρικ-η/(προφ.) -ια. Βλ. -ικός.
  • -ηδόν (λόγ.): επίθημα για τον σχηματισμό τροπικών επιρρημάτων: βαθμ~/βροχ~/κρουν~/πρην~/σωρ~.|| (κυρ. χιουμορ.) Κλοτσ~. Βλ. -δην.
  • -ήθρα επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. όργανο: δαχτυλ~/καντηλ~/ουρ~. 2. τόπο: κηρ~/κολυμπ~/(νερο)τσουλ~.
  • -ηλάτης {-ηλατών} (λόγ.) & (λαϊκό) -λάτης: επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει τον οδηγό, συνήθ. μεταφορικού μέσου: αρματ~.|| Κωπ~/ποδ~.|| Ζευγο-λάτης.|| Στρατ~.

-δην

-δην(λόγ.): επίθημα επιρρημάτων που δηλώνουν τρόπο: άρ~/διαρρή~/καταλογά~/συλλήβ~/συστά~/τροχά~. Βλ. -ηδόν. ΔΗΝ

-ετής

-ετής, ής, ές {-ετούς | -ετείς (ουδ. -ετή)} (λόγ.) επίθημα που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκα~/εικοσα~/τριακοντα~/πεντηκοντα~/εκατοντα~. Ολιγο~/πολυ-ετής. Βλ. -χρονος. 2. (ουσιαστικοπ., μόνο σε αρσ. και θηλ.) φοιτητή που βρίσκεται σε συγκεκριμένο έτος σπουδών: πρωτο~/δευτερο~/τριτο~/τεταρτο~/πεμπτο~.

-ικος

-ικος, η, ο {(σπανιότ.-προφ.) θηλ. -ικια} επίθημα 1. για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ιδιότητα: γέρ~/τεμπέλ~/τσιφούτ~. 2. για την προσαρμογή κυρ. λόγιων επιθέτων σε -ης: αυθάδ~ (κ. αυθάδης).

-ιστός

-ιστός, ή, ό βλ. -τός

-ότερος

-ότερος, η, ο {(θηλ. λόγ.) -οτέρα}: κατάληξη του συγκριτικού και του σχετικού υπερθετικού (με πρόταξη του οριστικού άρθ.) των επιθέτων σε -ός και -ος: (ο) μικρ-ότερος/νοστιμ~/παλαι~/συντομ~. Βλ. -έστερος, -ύτερος.|| Χειρ-ότερος (κακός)/περισσ~ (πολύς).|| (χωρ. θετικό βαθμό) Προτιμ-ότερος. ● επίρρ.: -ότερα

-τός

-τός, ή, ό επίθημα ρηματικών επιθέτων∙ δηλώνει ότι αυτό που προσδιορίζεται 1. μπορεί να δεχτεί, να κάνει ή να προκαλέσει κάτι, είναι άξιο για ό,τι εκφράζει το θέμα: κινη~/φορη~. Mετακλη~. Αγαπη~/επιθυμη~/ζηλευ~. 2. έχει κάποιο σταθερό χαρακτηριστικό: κοφ~/σκεπασ~/σταυρω~/τρυπη~/χτυπη~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πλεχ-τό. 3. συμβαίνει με συγκεκριμένο τρόπο: ψιθυρισ~. ● βλ. -στός

-χρονος

-χρονος, η, ο β' συνθετικό που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκά~/τρί~.|| (συχνά ουσιαστικοπ.) (Το) πεντά~ο. Τα εξηντά~α (: για συμπλήρωση εξήντα χρόνων από ορισμένο γεγονός).|| Δί~η φοίτηση (πβ. -ετής). 2. συγκεκριμένη χρονική σχέση: ισό~/ταυτό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) προτερό~ο/υστερό~ο.

-ώνας

-ώναςεπίθημα περιληπτ. αρσενικών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. καλλιεργήσιμη έκταση ή τόπο με συγκεκριμένη βλάστηση: αμπελ~/ελαι~/πορτοκαλε~. Ορυζ~ (πβ. -καλλιέργεια).|| Θαμν~/καλαμι~/πευκ~. 2. ειδικό χώρο στέγασης ανθρώπων, φύλαξης ζώων ή αποθήκευσης αγροτικών προϊόντων: στρατ~.|| Ορνιθ~/περιστερ~.|| Αχυρ~.