-ήμερος , η, ο: β' συνθετικό που δηλώνει χρονικό διάστημα συγκεκριμένων ημερών: δεκα~/οκτα~/τετρα~. Πενθ-ήμερη εκδρομή. Δι-ήμερο σεμινάριο.|| (ουσιαστικοπ.) Το τρι-ήμερο του Αγίου Πνεύματος.
-ης & -ής: κατάληξη αρσενικών ουσιαστικών: (κυρ. για τη δήλωση επαγγέλματος ή ιδιότητας:) βιβλιοπώλ-ης/διαβάτ~/εργάτ~/θιασάρχ~/ιδιοκτήτ~/καλλιτέχν~. Αθλητ-ής/γυμναστ~/διαδηλωτ~/επενδυτ~/θεμελιωτ~/καλλιεργητ~/νοσηλευτ~/ομιλητ~/συμμαθητ~.
-δην(λόγ.): επίθημα επιρρημάτων που δηλώνουν τρόπο: άρ~/διαρρή~/καταλογά~/συλλήβ~/συστά~/τροχά~. Βλ. -ηδόν. ΔΗΝ
-ικος
-ικος, η, ο {(σπανιότ.-προφ.) θηλ. -ικια} επίθημα 1. για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ιδιότητα: γέρ~/τεμπέλ~/τσιφούτ~.2. για την προσαρμογή κυρ. λόγιων επιθέτων σε -ης: αυθάδ~ (κ. αυθάδης).
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.