Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58836 εγγραφές  [3920-3940]


  • αναδεξιμιός, αναδεξιμιά [ἀναδεξιμιός] α-να-δε-ξι-μιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): βαφτιστήρι. ΣΥΝ. βαφτισιμιός, βαφτισιμιά [< μεσν. αναδεξιμαίος]
  • ανάδευση [ἀνάδευση] α-νά-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδεύω: ~ διαλύματος/νερού. Πβ. ανακίνηση, ανάμειξη, χτύπημα. ΣΥΝ. ανακάτεμα (1)
  • αναδευτήρας [ἀναδευτήρας] α-να-δευ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο ή μηχάνημα ανάδευσης. Πβ. αναμικτήρας, μίξερ, χαρμανιέρα, χτυπητήρι. Βλ. -τήρας, σέικερ. [< αγγλ. shaker]
  • αναδεύω [ἀναδεύω] α-να-δεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανάδ-εψα (λόγ.) -ευσα, αναδεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -οντας} (λόγ.): ανακινώ: Θερμαίνουμε το μείγμα, ~οντας συνεχώς. Πβ. ανακατεύω, αναταράζω.|| (μτφ.) ~ουν συναισθήματα. ● Παθ.: αναδεύομαι {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λογοτ.): κινούμαι ελαφρά, απαλά: ~τηκε αμήχανα. Πβ. ανασαλεύει, κουνιέμαι. [< μτγν. ἀναδεύω]
  • αναδημιουργία [ἀναδημιουργία] α-να-δη-μι-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδημιουργώ: ~ του κειμένου/τουκόσμου. Πβ. αναδιοργάνωση, αναδόμηση, ανακατασκευή, ανάπλαση.|| (μτφ.) ~ του ανθρώπου. Πβ. αναγέννηση, αναζωογόνηση.αναδημιουργίες (οι) {σπανιότ.}: αναδημιουργημένα αντικείμενα: εικαστικές/λογοτεχνικές ~. ~ σε μινιατούρα από τα αρχέτυπα. [< γαλλ. recréation]
  • αναδημιουργώ [ἀναδημιουργῶ] α-να-δη-μι-ουρ-γώ ρ. (μτβ.) {αναδημιούργ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: δημιουργώ, κατασκευάζω εκ νέου: ~ ένα κείμενο στην αρχική του μορφή. ~ήθηκε το ιστορικό κέντρο της πόλης (πβ. αναπλάθω). ~ημένο: οικοσύστημα. Πβ. αναδομώ, ανακατασκευάζω, ξαναφτιάχνω.|| (μτφ.) ~ την πραγματικότητα (πβ. ανασυνθέτω). [< μτγν. ἀναδημιουργῶ, γαλλ. recréer]
  • αναδημοσίευση [ἀναδημοσίευση] α-να-δη-μο-σί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου δημοσίευση κειμένου ή άλλου υλικού σε διαφορετικό έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο από το αρχικό: ~ άρθρου/φωτογραφιών. Επιλεκτικές ~εύσεις από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Απαγορεύεται η ~ μέρους ή του συνόλου του περιεχομένου του βιβλίου. Πβ. επ~. Βλ. ανατύπωση, επανέκδοση.
  • αναδημοσιεύω [ἀναδημοσιεύω] α-να-δη-μο-σι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {αναδημοσίευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος}: κάνω αναδημοσίευση: Συνέντευξη που ~τηκε σε εφημερίδα/περιοδικό/μπλογκ/σάιτ. Πβ. επ~. Βλ. ανατυπώνω, επανεκδίδω. [< γαλλ. republier]
  • αναδιαμορφώνω [ἀναδιαμορφώνω] α-να-δι-α-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιαμόρφω-σε, αναδιαμορφών-εται, αναδιαμορφώ-θηκε, -μένος}: διαμορφώνω εκ νέου: ~ τους κανόνες. Το πολιτικό σκηνικό/το τοπίο ~εται διαρκώς. ~ονται τα προγράμματα/οι συσχετισμοί. Πβ. ανα-νεώνω, -μορφώνω, -συγκροτώ, επαναπροσδιορίζω, μεταβάλλω. [< γαλλ. reformer]
  • αναδιαμόρφωση [ἀναδιαμόρφωση] α-να-δι-α-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιαμορφώνω: ριζική ~. ~ ιστοσελίδων/κτιρίου (πβ. ανα-διαρρύθμιση, -καίνιση, ανάπλαση)/συστημάτων και υπηρεσιών (πβ. ανα-μόρφωση, -νέωση). [< γαλλ. reformation]
  • αναδιανεμητικός , ή, ό [ἀναδιανεμητικός] α-να-δι-α-νε-μη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναδιανομή: ~ή: δικαιοσύνη/πολιτική. (ΟΙΚΟΝ.) ~ά συνταξιοδοτικά συστήματα. ● επίρρ.: αναδιανεμητικά [< αγγλ. redistributive]
  • αναδιανέμω [ἀναδιανέμω] α-να-δι-α-νέ-μω ρ. (μτβ.) {αναδιένειμ-ε, αναδιανέμ-εται, -ήθηκε} (επίσ.): διανέμω εκ νέου: Ό,τι μήνυμα σταλεί, ~εται αυτόματα σε όλα τα μέλη της ηλεκτρονικής λίστας. (ΦΥΣ.) Η ισχύς ~εται στους τροχούς. Κονδύλια/ποσά που ~ονται για κοινωφελείς σκοπούς/υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Πβ. ξαναμοιράζω. ΣΥΝ. ανακατανέμω [< γαλλ. redistribuer]
  • αναδιανομή [ἀναδιανομή] α-να-δι-α-νο-μή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιανέμω: δίκαιη/ριζική ~. ~ της γης (= αναδασμός). Πληθυσμιακές ~ές και ανακατατάξεις. Πβ. ξαναμοίρασμα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του πλούτου. ~ εισοδήματος/πόρων. ΣΥΝ. ανακατανομή [< γαλλ. redistribution]
  • αναδιαπραγμάτευση [ἀναδιαπραγμάτευση] α-να-δι-α-πραγ-μά-τευ-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου διαπραγμάτευση: ~ του χρέους (μιας χώρας).
  • αναδιαρθρώνω [ἀναδιαρθρώνω] α-να-δι-αρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιάρθρω-σε | αναδιαρθρών-εται, αναδιαρθρώ-θηκε, -μένος} (επίσ.): διαρθρώνω κάτι εκ νέου, με στόχο να το κάνω πιο λειτουργικό: ~θηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες. Το δίκτυο ~εται και εκσυγχρονίζεται. ~μένη: οικονομία. ~μένο: πρόγραμμα σπουδών. Πβ. αναδιοργανώνω, ανασυγκροτώ. [< αγγλ. restructure, 1951]
  • αναδιάρθρωση [ἀναδιάρθρωση] α-να-δι-άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιαρθρώνω: γενική/εκπαιδευτική/εταιρική/οικονομική/ριζική ~. ~ της δημόσιας διοίκησης/των λεωφορειακών γραμμών/του μετοχικού κεφαλαίου/του χρέους (πβ. αναδιάταξη, επαναδιαπραγμάτευση). ~ του στρατεύματος. Η εταιρεία εξήγγειλε ~ώσεις. Πβ. ανα-διοργάνωση, -συγκρότηση. [< αγγλ. restructuring, 1962]
  • αναδιαρθρωτικός , ή, ό [ἀναδιαρθρωτικός] α-να-δι-αρ-θρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναδιάρθωση: ~ή: κίνηση/πολιτική. ~ό: πρόγραμμα. ● επίρρ.: αναδιαρθρωτικά
  • αναδιαρρύθμιση [ἀναδιαρρύθμιση] α-να-δι-αρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου διαρρύθμιση: ~ των γραφείων/του χώρου. ~ και ανακαίνιση. Πβ. αναδιαμόρφωση. [< γαλλ. ré arrangement]
  • αναδιάταξη [ἀναδιάταξη] α-να-δι-ά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): αλλαγή της διάταξης, της σειράς ή του τρόπου διευθέτησης επιμέρους στοιχείων, με στόχο τη δημιουργία νέας, βελτιωμένης και πιο αποτελεσματικής: λειτουργική/πλήρης/ριζική ~. ~ των αρμοδιοτήτων/του χρέους/του χώρου. Επιχειρείται η ~ των υπηρεσιών του υπουργείου. Πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση. [< αγγλ. redisposition]
  • αναδιατάσσω [ἀναδιατάσσω] α-να-δι-α-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {αναδιέταξε | αναδιατάσσ-εται, αναδιατά-χθηκε (προφ. -χτηκε) -γμένος} (επίσ.): κάνω αναδιάταξη: ~ τις λέξεις σε μια πρόταση/τα στοιχεία ενός συνόλου. Το περιεχόμενο του βιβλίου ~χθηκε. ~χθηκαν οι στρατιωτικές δυνάμεις.|| (μτφ.) Εκλογικά αποτελέσματα που αναδιέταξαν το πολιτικό σκηνικό. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -συγκροτώ. [< αγγλ. redispose]

ανατυπώνω

ανατυπώνω[ἀνατυπώνω] α-να-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {ανατύπω-σε | ανατυπώ-θηκε, -μένος}: κάνω ανατύπωση: Το μυθιστόρημα εξαντλήθηκε και πρόκειται να ~θεί. ~μένη: έκδοση. Έργο ~μένο σε πολυτελές χαρτί. Βλ. αναδημοσιεύω, επανεκδίδω. [< μτγν. ἀνατυπῶ, γαλλ. réimprimer]

ανατύπωση

ανατύπωση[ἀνατύπωση] α-να-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου εκτύπωση εντύπου, εικόνας, φωτογραφίας, χωρίς ή με ελάχιστες αλλαγές· κατ' επέκτ. το ανατυπωμένο έργο: ακριβής/φωτογραφική/ψηφιακή ~ βιβλίου. Βλ. αναδημοσίευση, επανέκδοση.|| Σπάνιες ~ώσεις (πβ. ανάτυπο). [< μτγν. ἀνατύπωσις, γαλλ. réimpression]

-τήρας

-τήρας(λόγ.) επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. αντικείμενο, συσκευή ή όργανο με συγκεκριμένη χρήση: αναπνευσ~/ανεμισ~/απορροφη~/βρασ~/καυσ~/λαμπ~/χρωσ~. Βλ. -τήρι, -τήριο.|| Μαση~/μυζη~. 2. αυτόν που ενεργεί· ειδικότ. υπάλληλο, επαγγελματία: σω~.|| Κλη~/μαιευ~.