αναδιάρθρωση [ἀναδιάρθρωση] α-να-δι-άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιαρθρώνω: γενική/εκπαιδευτική/εταιρική/οικονομική/ριζική ~. ~ της δημόσιας διοίκησης/των λεωφορειακών γραμμών/του μετοχικού κεφαλαίου/του χρέους (πβ. αναδιάταξη, επαναδιαπραγμάτευση). ~ του στρατεύματος. Η εταιρεία εξήγγειλε ~ώσεις. Πβ. ανα-διοργάνωση, -συγκρότηση. [< αγγλ. restructuring, 1962]
αναδιαρθρωτικός , ή, ό [ἀναδιαρθρωτικός] α-να-δι-αρ-θρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναδιάρθωση: ~ή: κίνηση/πολιτική. ~ό: πρόγραμμα. ● επίρρ.: αναδιαρθρωτικά
αναδιαρρύθμιση [ἀναδιαρρύθμιση] α-να-δι-αρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου διαρρύθμιση: ~ των γραφείων/του χώρου. ~ και ανακαίνιση. Πβ. αναδιαμόρφωση. [< γαλλ. ré arrangement]
αναδιάταξη [ἀναδιάταξη] α-να-δι-ά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): αλλαγή της διάταξης, της σειράς ή του τρόπου διευθέτησης επιμέρους στοιχείων, με στόχο τη δημιουργία νέας, βελτιωμένης και πιο αποτελεσματικής: λειτουργική/πλήρης/ριζική ~. ~ των αρμοδιοτήτων/του χρέους/του χώρου. Επιχειρείται η ~ των υπηρεσιών του υπουργείου. Πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση. [< αγγλ. redisposition]
αναδιατάσσω [ἀναδιατάσσω] α-να-δι-α-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {αναδιέταξε | αναδιατάσσ-εται, αναδιατά-χθηκε (προφ. -χτηκε) -γμένος} (επίσ.): κάνω αναδιάταξη: ~ τις λέξεις σε μια πρόταση/τα στοιχεία ενός συνόλου. Το περιεχόμενο του βιβλίου ~χθηκε. ~χθηκαν οι στρατιωτικές δυνάμεις.|| (μτφ.) Εκλογικά αποτελέσματα που αναδιέταξαν το πολιτικό σκηνικό. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -συγκροτώ. [< αγγλ. redispose]
αναδιατυπώνω [ἀναδιατυπώνω] α-να-δι-α-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιατύπω-σα | αναδιατυπών-εται, αναδιατυπώ-θηκε, -μένος}: διατυπώνω με διαφορετικό τρόπο, συνήθ. σαφέστερο και καλύτερο: ~ μια ερώτηση. ~θηκε το κείμενο/ο τίτλος. ~μένος: κανονισμός. ~μένη: πρόταση. Πβ. επ~. [< αγγλ. reword]
αναδιατύπωση [ἀναδιατύπωση] α-να-δι-α-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιατυπώνω: ~ διατάξεων του νόμου (πβ. τροποποίηση). Λεκτική ~ και νοηματική διεύρυνση. Πβ. επ~. {< αγγλ. rewording]
αναδίδω [ἀναδίδω] α-να-δί-δω ρ. (μτβ.) {ανέδιδε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αναδίνω (απαιτ. λεξιλόγ.): βγάζω συγκεκριμένη μυρωδιά, αποπνέω: (Κάτι) ~ει αναθυμιάσεις/δυσοσμία/ευωδία. Ο τοίχος ανέδιδε υγρασία. Βλ. διαχέω, σκορπίζω.|| (μτφ.) Το έργο ανέδιδε άρωμα και μνήμες από το χθες/μια ατμόσφαιρα οικεία και φιλόξενη. Πβ. εκπέμπω. [< αρχ. ἀναδίδωμι ‘προσφέρω, αναβλύζω’]
αναδιήγηση [ἀναδιήγηση] α-να-δι-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. εκ νέου διήγηση: περιληπτική ~. ~ της ιστορίας/του κειμένου/του παραμυθιού (από τα νήπια).
αναδιοργανώνω [ἀναδιοργανώνω] α-να-δι-ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιοργάνω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: οργανώνω κάτι με διαφορετικό τρόπο, κυρ. με σκοπό τη βελτίωσή του: Η διοίκηση/το υπουργείο ~εται, για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις. ~μένο: σύστημα. Πβ. αναδιαρθρώνω, ανασυγκροτώ, ανασυνθέτω. [< γαλλ. réorganiser]
αναδιοργάνωση [ἀναδιοργάνωση] α-να-δι-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιοργανώνω: διοικητική/κοινωνική/πολιτική/ριζική/στρατιωτική ~. ~ του δικτύου/του τμήματος/των υπηρεσιών. Μελέτη/σχέδιο ~ης. Πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση. [< γαλλ. réorganisation, γερμ. Reorganisation]
αναδιπλασιάζεται [ἀναδιπλασιάζεται] α-να-δι-πλα-σι-ά-ζε-ται ρ. {αναδιπλασιά-στηκε, -σμένος} 1. ΒΙΟΛ. αυτοαναπαράγεται: Ο ιός ~. Η ακτινοθεραπεία εμποδίζει τα κύτταρα να ~στούν και τελικά τα καταστρέφει.2. ΓΡΑΜΜ. (για γράμμα, συλλαβή ή λέξη) υφίσταται αναδιπλασιασμό. [< 1: αγγλ. replicate, 1957 2: μτγν. ἀναδιπλασιάζω]
αναδιπλασιασμός [ἀναδιπλασιασμός] α-να-δι-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) επανάληψη, συνήθ. στην αρχή μιας λέξης, του αρχικού συμφώνου του θέματος, με τη συνοδεία του φωνήεντος ε στους συντελικούς χρόνους (τε-τριμμένος, επι-βε-βλημένος) και του ι στον ενεστώτα (γί-γνομαι, πί-πτω)· γενικότ. κάθε διπλασιασμός γράμματος, συλλαβής ή λέξης: αττικός/ενεστωτικός ~. Ονόματα που σχηματίζονται με ~ό του αρχικού δίψηφου συμφώνου της λέξης (<μπ>, <ντ>, <γκ>, π.χ. μπαμπάς, ντουντούκα). 2. ΒΙΟΛ. διαδικασία αντιγραφής του γενετικού υλικού με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό του: κυτταρικός ~. ~ του DNA/των χρωμοσωμάτων.3. εκ νέου διπλασιασμός. Πβ. επανάληψη. [< 1: μτγν. ἀναδιπλασιασμός 2: αγγλ. replication, 1948]
αναδιπλούμενος , η, ο [ἀναδιπλούμενος] α-να-δι-πλού-με-νος επίθ.: που μπορεί να διπλώνει στα δύο: ~ος: καναπές. ~η: σκάλα. ~ο: κάθισμα/ποδήλατο. Πβ. πτυσσόμενος. [< αρχ. ἀναδιπλούμενος, αγγλ. folding]
αναδιπλώνω [ἀναδιπλώνω] α-να-δι-πλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναδίπλω-σε, αναδιπλώ-θηκε, -μένος, αναδιπλ-ούμενος}: διπλώνω στα δύο: ~ το χαρτί.|| Το κρεβάτι/η οροφή του αυτοκινήτου (βλ. κάμπριο) ~ει/~εται (= συμπτύσσεται).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Το κείμενο ~ει γύρω από την εικόνα. ● αναδιπλώνεται1. (για στρατιωτική δύναμη) υποχωρεί: Το στράτευμα ~θηκε.2. (μτφ.) τηρεί διαλλακτική, συμβιβαστική στάση: ~ η κυβέρνηση στο θέμα του ... [< αρχ. ἀναδιπλῶ, γαλλ. (se) replier]
αναδίπλωση [ἀναδίπλωση] α-να-δί-πλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. δίπλωση στα δύο: ~ του καθίσματος. Mηχανισμός/σύστημα ~ης. ΣΥΝ. σύμπτυξη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμμής/λέξης (: αυτόματη μεταφορά της στην αρχή της επόμενης γραμμής, όταν βγαίνει εκτός περιθωρίου).|| (ΒΙΟΛ.) Η ~ της πολυπεπτιδικής/πρωτεϊνικής αλυσίδας.2. υποχώρηση στρατιωτικών δυνάμεων: γενική/μερική/σταδιακή ~.3. (μτφ.) υιοθέτηση διαλλακτικής στάσης: στρατηγική/τακτική ~ης. Οδηγήθηκε σε/υποχρεώθηκε σε ~ από την αρχική του θέση. Πβ. υπαναχώρηση.4. ΦΙΛΟΛ. (ως σχήμα λόγου) επανάληψη λέξης ή φράσης, συνήθ. για εμφατικούς λόγους: Δίπλα-δίπλα. Γελάς, γελάς, αλλά δεν έχεις ιδέα για το τι σε περιμένει. Βλ. πλεονασμός. [< 1,2,3: γαλλ. repli 4: μτγν. ἀναδίπλωσις]
αναδίφηση [ἀναδίφηση] α-να-δί-φη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιφώ: ~ ανέκδοτων εγγράφων/του παρελθόντος. ~ στα αρχεία/στις πηγές. Πβ. μελέτη, σπουδή. ΣΥΝ. αναζήτηση, εξέταση (2), έρευνα [< μεσν. αναδίφησις]
αναδόμηση [ἀναδόμηση] α-να-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδομώ: κυβερνητική (πβ. ανασχηματισμός)/οικονομική ~. ~ του διοικητικού συμβουλίου/των υπηρεσιών. Πβ. ανα-διάρθρωση, -διοργάνωση, -μόρφωση, -συγκρότηση.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Οστική ~. ~ ιστών. Βλ. ανα-γέννηση, -δημιουργία, ανάπλαση. ΑΝΤ. αποδόμηση (2) [< μεσν. αναδόμησις 'ανοικοδόμηση', αγγλ. restructuring, 1962, γαλλ. restructuration, 1963]
αναδομώ [ἀναδομῶ] α-να-δο-μώ ρ. (μτβ.) {αναδομ-είς ... | αναδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (επίσ.): αλλάζω, βελτιώνω τη δομή: Η οικονομία/το πρόγραμμα σπουδών ~ήθηκε. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -διοργανώνω, -μορφώνω, -συγκροτώ.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Ένζυμο που μπορεί να ~ήσει μοριακά τα κύτταρα. Βλ. ανα-δημιουργώ, -πλάθω. [< μεσν. αναδομώ 'ανοικοδομώ', αγγλ. restructure, 1932, γαλλ. restructurer, 1963]
διαχέω
διαχέωδι-α-χέ-ω ρ. (μτβ.) {διέχυ-σε, διαχύ-σει, -θηκε, -θεί, διαχε-όμενος, -οντας, σπάν. διαχυ-μένος} & (σπάν.) διαχύνω (επιστ.): σκορπίζω προς διάφορες κατευθύνσεις: Η σκόνη αντανακλά και ~ει το φως στο περιβάλλον. Η θερμότητα ~εται ομοιόμορφα μέσα στον χώρο (πβ. διασκορπίζω).|| (μτφ.) ~εται η εντύπωση ότι ... Η πληροφορία ~εται στο διαδίκτυο (πβ. διαδίδω). Η κρίση δεν έχει ~θεί σε όλους τους τομείς της οικονομίας (πβ. εξαπλώνω, μεταδίδω). [< αρχ. διαχέω]
πλεονασμός
πλεονασμόςπλε-ο-να-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιούνται περισσότερες από τις απαιτούμενες λέξεις για την απόδοση ενός νοήματος (συχνά ως στοιχείο λογοτεχνικού ύφους): π.χ. Μην ξαναέρθεις πάλι. Βλ. αναδίπλωση, βραχυ-, ταυτο-λογία.2. (γενικότ.) περιττολογία: Θα ήταν ~ να μιλήσει κανείς για ευθύνες. Δεν είναι ~ να τονίσουμε το γεγονός. Επαναλήψεις και ~οί. Πβ. πλατειασμός.3. πληθώρα στοιχείων που επαναλαμβάνονται ή περισσεύουν σε ένα σύστημα, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση ανάγκης, βλάβης, δυσλειτουργίας: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδοµένων. Σφάλμα ~ού. [< 1,2: μτγν. πλεονασμός, γαλλ. pléonasme, αγγλ. pleonasm 3: αγγλ. redundancy]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.