-κλωνος1 , η, ο: β' συνθετικό που συνδυάζεται με αριθμητικά για τη δήλωση συγκεκριμένου αριθμού κλωναριών ή σπανιότ. διακλαδώσεων: δί-κλωνος/τρί~.
-κλωνος2 , η, ο: ΒΙΟΛ. το ουσιαστικό κλώνος ως β' συνθετικό: δί~/πολύ~.
-κογχος , η, ο & (προφ.) -κοχος: ΑΡΧΙΤ. β' συνθετικό επιθέτων με αναφορά στην κόγχη ή τις κόγχες ναού: δί~/μονό~/τρί~.
-κολλα: β' συνθετικό για τον προσδιορισμό του τύπου κόλλας, ανάλογα με τη σύσταση ή το είδος των επιφανειών στις οποίες εφαρμόζεται: αλευρό~/βενζινό~/θερμό~/ψαρό~.|| Ξυλό~.
-κομείο επίθημα ουδετέρων ουσιαστικών που δηλώνει 1. κέντρο ειδικής φροντίδας: βρεφο~/γηρο~/νοσο~/πτωχο~.2. μονάδα παραγωγής ή εκτροφής: γαλακτο~/τυρο~.|| Κυνο~/μελισσο~ (πβ. -τροφείο).
-κομία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται στην ειδική φροντίδα, την καλλιέργεια, την παραγωγή ή την εκτροφή: βρεφο~.|| Οροφο~/τραπεζο~.|| Ανθο~/δασο~/ελαιο~/φυτο~.|| Τυρο~.|| Ζωο~/ιχθυο~ (πβ. -καλλιέργεια, -τροφία)/μελισσο~.
-κόμος επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει 1. τον κατάλληλα εκπαιδευμένο για την φροντίδα κυρ. βρεφών, νηπίων ή ασθενών: βρεφο~/νηπιο~/νοσο~/παιδο~ (πβ. παιδ-αγωγός).2. τον επαγγελματία που ασχολείται με την εκτροφή ή την παραγωγή: μελισσο~. Πβ. -τρόφος.|| Ανθο~/δασο~/δενδρο~/φυτο~.
-κομώ (λόγ.) επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. περιθάλπω: γηρο~.2. (σπανιότ.) παρασκευάζω: τυρο~.
-κόπος επίθημα ουσιαστικών με αναφορά σε πρόσωπο που 1. (συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) συνηθίζει να κάνει κάτι με ένταση, υπερβολικά: γλεντο~/χαρο~.2. ασχολείται με την κοπή, κυρ. δέντρων: ξυλο~.
-κοπος1 , η, ο (λόγ.): επίθημα με αναφορά στην κοπή: δί~.|| (μτφ.) Νεό~.
-κοπος2 , η, ο: επίθημα που αναφέρεται στην κόπωση: ά~/κατά~.
-κοπώ {-κοπιέμαι} επίθημα ρημάτων για τη δήλωση 1. αδιάκοπης κίνησης, εντατικού ρυθμού: γρονθο~/φτερο~.|| Σφυρο~.|| (μτφ.) Γλεντο~.2. έντονου χαρακτηριστικού: βρομο~/λαμπο~.
-κορφος , η, ο: β' συνθετικό με αναφορά στην κορυφή, συνήθ. βουνού: τρί~.
-κοσμος το ουσιαστικό κόσμος ως β' συνθετικό λέξεων για τη δήλωση 1. (περιληπτ.) πλήθους ανθρώπων με κοινά στοιχεία: γυναικό~/μαθητό~/νεαρό~/παιδό~/φοιτητό~ (πβ. -αριό). Πβ. -λόι, -μάνι.2. οργανωμένου συνόλου: (επιστ.) βιό~/μακρό~/μικρό~.
-κουτο & -κούτι: το ουσιαστικό κουτί ως β' συνθετικό λέξεων: σπιρτό-κουτο/χαρτό~. Κονσερβο-κούτι.|| Χαζο-κούτι (: η τηλεόραση).
-κρατείται/-κρατούνται: β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία κυριαρχείται: οχλο~/στρατο~.|| (μτφ.) Ανδρο~/γυναικο~. Βλ. -κρατούμενος.
-κράτης {-κρατών | θηλ. -κράτισσα}: επίθημα που δηλώνει πρόσωπο με συγκεκριμένη ιδεολογία ή τρόπο συμπεριφοράς, δράσης: αριστο~/δημο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αποικιο~/γραφειο~/κεφαλαιο~/τεχνο~/τρομο~/(στο αρσ.) φαλλο~.
-κρατία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν σύστημα, θεωρία ή πρακτική και ειδικότ. κυριαρχία συγκεκριμένης ομάδας καθώς και την αντίστοιχη χρονική περίοδο: αριστο~/δημο~. Εμπορο~/ιδεο~/κεφαλαιο~/πλουτο~/τεχνο~/τρομο~.|| Aνδρο~/γυναικο~. Κληρικο~. Αμερικανο~. (ΙΣΤ.) Αγγλο~/βαυαρο~/ενετο~/ρωμαιο~/τουρκο~/φραγκο~ (: καθεστώς υποτέλειας).
-κράτορας {κ. (λόγ.) -κράτωρ (γεν. -κράτορος), -κρατόρων | θηλ. -κράτειρα (λαϊκό) -κρατόρισσα}: επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει τον κυρίαρχο ή εξουσιαστή: αυτο-κράτορας (θηλ. αυτο-κράτειρα, σπανιότ. αυτο-κρατόρισσα)/μονο~. Θαλασσο-κράτορας.|| (συνήθ. μτφ.) Κοσμο-κράτορας/παντο~. Κλειδο-κράτορας.
-κρατούμενος , η, ο: η μετοχή κρατούμενος ως β' συνθετικό: μηχανο~/οχλο~/στρατο~/τεχνο~.|| (μτφ.) Ανδρο~/γυναικο~ χώρος. Bλ. -κρατείται/-κρατούνται.
-κρατούμενος
-κρατούμενος, η, ο: η μετοχή κρατούμενος ως β' συνθετικό: μηχανο~/οχλο~/στρατο~/τεχνο~.|| (μτφ.) Ανδρο~/γυναικο~ χώρος. Bλ. -κρατείται/-κρατούνται.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.