Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- -λάτρης, -λάτρισσα : β' συνθετικό ουσιαστικών∙ αναφέρεται σε πρόσωπο που έχει πάθος, εμμονή ή πίστη σε αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό ή που δείχνει προσήλωση σε αυτό: γυναικο-/φυσιο-λάτρης.|| Αρχαιο-λάτρης (βλ. -γνώστης, -μαθής).|| (αρνητ. συνυποδ.) Εγω-λάτρης (πβ. -παθής)/προγονο~ (πβ. -πληκτος).|| Eιδωλο-λάτρης.
- -λατρία (συχνά αδόκ.) -λατρεία: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει πάθος, εμμονή ή πίστη σε αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: φυσιο-λατρία.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Αρχαιο-λατρία/εγω~ (πβ. -πάθεια)/ξενο~ (πβ. -μανία)/προγονο~/τυπο~.|| Eιδωλο-λατρία.
- -λεπτος , η, ο: β' συνθετικό λέξεων για τη δήλωση συγκεκριμένης διάρκειας σε λεπτά: δί~/τρί~.|| (συχνά ουσιαστικοπ.) Έφυγε πριν ένα δεκά-/δεκαπεντά-λεπτο (= τέταρτο).
- -λήπτης, -λήπτρια {-ληπτών} β' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρεται 1. στο πρόσωπο που (ανα)λαμβάνει ό,τι δηλώνει το α' συνθετικό: δειγματο-λήπτης. Δανειο-λήπτρια.|| Eργο~. 2. στον ειδικό για την καταγραφή εικόνας ή/και ήχου: εικονο-λήπτης/ηχο~. 3. {μόνο στο αρσ.} σε τροφοδοτούμενη συσκευή ή εξάρτημα: ρευματο-λήπτης. Βλ. -δότης.
- -ληπτος , η, ο (λόγ.): επίθημα για τον χαρακτηρισμό ατόμου που διακατέχεται από δογματικές αντιλήψεις, μονομανία: θρησκό-ληπτος. Πβ. -μανής, -πληκτος. Βλ. -πνευστος.
- -λής {-λήδες κ. -αλήδες | -λούδες κ. -αλούδες} (λαϊκό): επίθημα για τη δήλωση χαρακτηριστικού ή ιδιότητας: μερακ-λής (βλ. -ίδικος). Μπεσ-αλής/-αλού.
- -ληψία επίθημα θηλυκών ουσιαστικών∙ αναφέρεται 1. στη λήψη: αιμο~ (βλ. -δοσία)/δειγματο~. 2. (μτφ.) στην κυρίευση, κατοχή: δαιμονο~ (= δαιμονοπληξία)/θρησκο~/ιδεο~. Βλ. -μανία. 3. στην αποδοχή, ανάληψη εκτέλεσης: εργο~. 4. στην καταγραφή με μηχανικά μέσα εικόνας ή/και ήχου: εικονο~/ηχο~.
- -λίκι {συχνά στον πληθ.} (προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, συνήθ. με αρνητική αναφορά σε κατάσταση ή ιδιότητα: μασκαρα~/νταη~. Χαϊ~. Πβ. -ίκι, -ιλίκι.
- -λιτρος , η, ο: β' συνθετικό επιθέτων, για τον προσδιορισμό ποσότητας σε λίτρα: δί-/δεκά-λιτρος. Bλ. -κιλος.
- -λογo : β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που αναφέρεται στο λόγο, τα λόγια: αισχρό~.|| (συνήθ. στον πληθ.) Βρομό-λογα/γλυκό~/μισό~.
- -λογία επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
- -λογιά (λαϊκό-περιληπτ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει πλήθος ανθρώπων με κοινά στοιχεία: τουρκο~ (πβ. -λόι)/φτωχο~. Bλ. -κοσμος.
- -λόγιο {-λογίου (σπανιότ.) -λόγιου | -λογίων} (περιληπτ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών με αναφορά σε σύνολο στοιχείων ή συστηματική καταγραφή, κατάλογο: λεξι~/υβρεο~.|| Ανεμο~/απουσιο~/βαθμο~/δειγματο~/εορτο~/ερωτηματο~/ημερο~/κτηματο~/μαθητο~/μισθο~/πελατο~/τιμο~/φοιτητο~.
- -λόγος επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό επιστήμονα ή επαγγελματία: (o/η) αρχαιο~/αστικο~/βιο~/θεο~/παθο~. Εκλογο~.|| Ηλεκτρο~. Βλ. -γράφος. 2. πρόσωπο που συνηθίζει να τοποθετείται ή να εκφράζεται με συγκεκριμένο τρόπο: (αρνητ. συνυποδ.) καταστροφο~/κινδυνο~.|| Ευφυο~. Καυχησιο~/λασπο~/χυδαιο~. 3. (σπάν.) άτομο που συλλέγει ό,τι δηλώνει η πρωτότυπη λέξη: ανθο~/σταχυο~. 4. (σπανιότ.-μόνο στο αρσ.) εργαλείο: βιδο~.
- -λογος {-λόγου (σπανιότ.) -λογου | -λόγων (σπανιότ.) -λογων, -λόγους (σπανιότ.) -λογους}: β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών για τη δήλωση μορφών ή τμημάτων του λόγου: μονό~/διά~. Πρό~/επί~.|| Κατά~.
- -λογος, η, ο β' συνθετικό επιθέτων που αναφέρονται 1. στο λόγο, τη γλώσσα, την ομιλία: γενικό-λογος/γλυκό~/ετοιμό~/λιγό~. Βλ. -λογία, -λόγος. 2. στη λογική, την ορθή σκέψη: ά-λογος/εύ~/παρά~/υπέρ~. Βλ. λογο-.
- -λογώ {παθ. -ούμαι κ. (προφ.) -ιέμαι} επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. μιλώ, εκφράζομαι, κρίνω: δευτερο-λογώ/μελλοντο~/μονο~.|| Ακριβο-λογώ/αοριστο~/γενικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αισχρο-λογώ/θριαμβο~/κακο~/πολυ~.|| Aξιο-λογώ/πιθανο~. 2. αποδίδω, (καθ)ορίζω: χρησμο-λογώ (πβ. -δοτώ).|| Bαθμο-λογώ/δασμο~/κοστο~/τιμο~/φορο~. 3. μαζεύω, συλλέγω, συγκεντρώνω: κορφο-λογώ.|| Ανθο-λογώ/σταχυο~.|| Ναυτο-λογώ/στρατο~. 4. (προφ.) κάνω κάτι με ένταση ή διάρκεια, έχω μια συνήθεια: τραβο-λογώ/χαζο~/χαϊδο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Μπεκρο-λογώ.
- -λόι {περιληπτ.} & (σπάν.) -λόγι (προφ.-μειωτ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει μεγάλο αριθμό προσώπων ή πραγμάτων: ανθρωπο-λόι/παιδο~ (πβ. -κοσμος, -μάνι)/συγγενο~/φτωχο~ (βλ. -λογιά).|| (μτφ.) Σκυλο-λόι.|| Σκουπιδο-λόι (πβ. σκουπιδ-αριό).|| Κουβεντο-λόι.
- -λουτρο : β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών με αναφορά σε λουτρό, συνήθ. ιαματικό: αμμό~/ατμό~/βοτανό~/θερμό~/λασπό~. Ποδό~.|| Αφρό~.|| (μτφ.) Oφθαλμό-λουτρο.
- -μα<sup>1</sup> : κατάληξη ανισοσύλλαβων ουδετέρων: νή~/όνο~/σώ~/χρώ~.
-γνώστης
-γνώστης{θηλ. -γνώστρια}: β' συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με τη σημασία του γνώστη ενός αντικειμένου: αρχαιο~/οινο~/παντο~/τεχνο~/φυσιο~.
-γραφος
-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.
-δότης
-δότης{-δοτών | θηλ. -δότρια}: β' συνθετικό ουσιαστικών∙ δηλώνει κυρ. το πρόσωπο ή τη συσκευή που παρέχει ό,τι εκφράζει το α' συνθετικό: αιμο~/δανειο~/εντολο~/εργο~/κληρο~/χρηματο~.|| Βηματο-δότης/ρευματο~/σηματο~. Βλ. -δοσία, -δότηση, -δοτώ.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Κατα~/προ~.
-ικος
-ικος, η, ο {(σπανιότ.-προφ.) θηλ. -ικια} επίθημα 1. για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ιδιότητα: γέρ~/τεμπέλ~/τσιφούτ~. 2. για την προσαρμογή κυρ. λόγιων επιθέτων σε -ης: αυθάδ~ (κ. αυθάδης).
-λογία
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
λογο- & λογό- & λογ-
λογο- & λογό- & λογ-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται: 1. στη γλώσσα, τον λόγο, την ομιλία: λογο-παίγνιο/~τεχνία. Λογο-δοσία.|| (ΙΑΤΡ.) Λογο-θεραπεία. 2. στη λογική, την ορθή σκέψη: λογο-κεντρικός/~κρατία.
-λογώ
-λογώ{παθ. -ούμαι κ. (προφ.) -ιέμαι} επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. μιλώ, εκφράζομαι, κρίνω: δευτερο-λογώ/μελλοντο~/μονο~.|| Ακριβο-λογώ/αοριστο~/γενικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αισχρο-λογώ/θριαμβο~/κακο~/πολυ~.|| Aξιο-λογώ/πιθανο~. 2. αποδίδω, (καθ)ορίζω: χρησμο-λογώ (πβ. -δοτώ).|| Bαθμο-λογώ/δασμο~/κοστο~/τιμο~/φορο~. 3. μαζεύω, συλλέγω, συγκεντρώνω: κορφο-λογώ.|| Ανθο-λογώ/σταχυο~.|| Ναυτο-λογώ/στρατο~. 4. (προφ.) κάνω κάτι με ένταση ή διάρκεια, έχω μια συνήθεια: τραβο-λογώ/χαζο~/χαϊδο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Μπεκρο-λογώ.
-μανία
-μανία(αφηρ.): το ουσιαστικό μανία ως β' συνθετικό λέξεων: βιβλιο~ (= -φιλία). Εργασιο~ (βλ. -θεραπεία).|| (συνήθ. αρνητ.) Aρχαιο~ (πβ. -πληξία)/αρχο~/δικο~/εξουσιο~ (πβ. -λαγνεία)/ξενο~/τελειο~ (πβ. -θηρία).|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Μεγαλο~/μυθο~. Eπιδειξιο~/ερωτο~ (πβ. νυμφο~, σεξο~)/κλεπτο~/πυρο~/τοξικο~.