Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [460-480]


  • -μένος , η, ο & -ημένος & -ωμένος & -γμένος & -σμένος & -μμένος: κατάληξη μετοχής παθητικού παρακειμένου∙ έχει συνήθ. λειτουργία επιθέτου και δηλώνει 1. συντελεσμένη πράξη: (ντύθηκα) ντυ-μένος. (Αγαπήθηκα) αγαπ-η-μένος. (Πληρώθηκα) πληρ-ω-μένος. (Απαλλάχτηκα) απαλλα-γ-μένος. (Ζαλίστηκα) Ζαλι-σ-μένος. (Kαλύφθηκα) καλυ-μ-μένος. 2. κατάσταση: (αηδίασα) αηδια-σ-μένος. 3. αναγνώριση ιδιότητας: ζηλε-μένος (πβ. αξιο-ζήλευτος, ζηλευ-τός). 4. ευχή: (αγιάστηκα) αγια-σ-μένος. (Ευλογήθηκα) ευλογ-η-μένος.|| Συχωρ-ε-μένος.
  • -μερής , ής, ές {-μερούς | -μερείς (ουδ. -μερή)} (λόγ.) επίθημα που συνδυάζεται 1. συνήθ. με απόλυτα αριθμητικά για τον προσδιορισμό των μερών ενός συνόλου: μονο~/δι~/τρι~ (συμφωνία). Βλ. -μελής.|| (ΧΗΜ.) Πολυ-μερής ένωση. 2. με επίθετα για τη δήλωση του τρόπου κατανομής: (αν)ομοιο-μερής/(αν)ισο~.
  • -μέτρης (λόγ.): επίθημα αρσενικών κυρ. ουσιαστικών που δηλώνουν τον ειδικό σε συγκεκριμένες μετρήσεις: οπτο~/χρονο~/χωρο~. Bλ. -μετρητής, -μετρο.
  • -μέτρηση : το ουσιαστικό μέτρηση ως β' συνθετικό: (επιστ.) βυθο~ (πβ. -σκόπηση)/εμβαδο~/θερμο~/λιπο~ (βλ. -μετρητής)/ογκο~/σφυγμο~/φωτο~ (βλ. -μετρία)/χιλιο~/χρονο~ (βλ. -μετρο)/χωρο~/ωρο~.|| Φυλλο~.
  • -μετρητής : β' συνθετικό αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει όργανο μέτρησης: θερμιδο~ (βλ. -μετρία)/λιπο~ (βλ. -μέτρηση)/υδρο~ (πβ. -δείκτης)/χρονο~ (πβ. χρονό-μετρο).
  • -μετρία επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. επιστήμη ή τεχνική μέτρησης: ανθρωπο~/αξονο~/γεω~/εργο~/θερμιδο~/ογκο-μετρία (πβ. -μέτρηση)/σπιρο~ (βλ. σπιρό-μετρο)/στερεο~/τριγωνο~. 2. σχέση μεγεθών: (αν)ισο~/(α)συμ~.
  • -μετρο {-μετρου (σπάν. λόγ.) -μέτρου} β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών για τη δήλωση 1. οργάνου μέτρησης: αμπερό~/βαρό~/γωνιό~/διαστημό~/θερμιδό~ (πβ. -μετρητής)/θερμό~/μικρό~/παρκό~/παχύ~/πεδιό~/πιεσό~/υδρό~ (πβ. υδροδείκτης)/χρονό~/ψυχρό~. 2. μονάδας μήκους, πολλαπλάσιας ή υποπολλαπλάσιας του μέτρου: δεκά~/εκατοστό~. Xιλιό~.|| Yποδεκά~.
  • -μετρος , η, ο β' συνθετικό που συνδυάζεται με απόλυτα αριθμητικά για τη δήλωση 1. μήκους, ύψους ή πλάτους σε μέτρα: δί-μετρος/τρί~/πεντά~/εξά~. 2. (ουσιαστικοπ.) μετρικών ποδών ή μουσικών μέτρων: δακτυλικό εξά-μετρο.
  • -μετρώ, -μετριέμαι & -μετρούμαι (κυρ. τεχν. λεξιλόγ.): επίθημα ρημάτων με τη σημασία τού υπολογίζω, καταμετρώ: βυθο-μετρώ/θερμο~/σφυγμο~/χρονο~/χωρο~.|| Φυλλο-μετρώ.
  • -μηνία : επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση περιόδου συγκεκριμένου αριθμού μηνών: δι~/τρι~/εξα~. Βλ. -ετία, -μηνος.
  • -μηνιαίος , α, ο: β' συνθετικό για τη δήλωση διάρκειας σε μήνες ή επανάληψης ανά συγκεκριμένο διάστημα μηνών: δι-μηνιαίος/τρι~/τετρα~/εξα~.
  • -μηνίτικο : επίθημα ουδέτερων επιθέτων ή ουσιαστικών που συνδυάζεται με απόλυτα αριθμητικά για τη δήλωση της προωρότητας ή της ηλικίας βρέφους σε μήνες: εφτα~/οκτα~.|| Δεκα~/δωδεκα~.
  • -μηνος , η, ο: β' συνθετικό για τη δήλωση διάρκειας ή ηλικίας σε μήνες: δί-μηνος/δωδεκά~. Βλ. -ετής.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) τρί-μηνο/εξά~. Βλ. -μηνία.
  • -μηχανή β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε μηχανή που 1. κινείται με συγκεκριμένη καύσιμη ύλη ή ενέργεια: ατμο~/βενζινο~/πετρελαιο~. Ηλεκτρο~. 2. έχει ορισμένη χρήση: γραφο~/ζαμπονο~/παγωτο~/πλεκτο~/ραπτο~.|| (συνήθ. μτφ.) Κρεατο~.
  • -μισι & -ήμισι : επίθημα απόλυτων αριθμητικών συνήθ. έως και το δεκαεννιά∙ δηλώνει μισή μονάδα επιπλέον: οκτώ-μισι/δεκά~/δωδεκά~. Tεσσερισ-ήμισι κ. τεσσερά-μισι.
  • -μορφία επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ομοιότητα, κυρ. εξωτερική: τερατο~. 2. χαρακτηριστικό: (αν)ομοιο~/δυσ~/ιδιο~/πολυ~.
  • -μορφος , η, ο β' συνθετικό για τη δήλωση 1. ομοιότητας, κυρ. εξωτερικής: ανθρωπό-μορφος (βλ. -ειδής)/ζωό~/λεοντό~/τερατό~. 2. ιδιότητας, χαρακτηριστικού της μορφής: δύσ-μορφος/ομοιό~/πολύ~.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ερυθρό-μορφος/μελανό~ (αμφορέας).
  • -μός & -αμός & -εμός & -ημός & -ωμός & -γμός & -σμός: επίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που παράγονται από ρήματα και δηλώνουν ενέργεια ή αποτέλεσμα: (χάνω) χα-μός/(μισεύω) μισε-μός. (Μετρώ) μετρ-η-μός. (Τελειώνω) τελει-ω-μός. (Υπαινίσσομαι) υπαινι-γ-μός. (Αιφνιδιάζω) αιφνιδια-σ-μός.
  • -μουτρο (μειωτ.): β΄συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που αναφέρονται σε κάποιον με βάση μια κακή ιδιότητα του χαρακτήρα του: προστυχό~/φασιστό~ (= φασίστας)/χαρτό~ (= χαρτοπαίκτης)/ψευτό~.|| (υβριστ.) Βλακό~/παλιό~.
  • -νερο : λεξικό επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών∙ δηλώνει τη σύσταση του νερού ή κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμά του με βάση αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: ανθό-/αλατό-/ασβεστό-/ζαχαρό-/θαλασσό-/ροδό-/ρυζό-/σαπουνό-/σταχτό-/τριανταφυλλό-/χιονό-~. Βροχό-/λασπό-νερα.|| Θολό-/κρυό-~.

-ετής

-ετής, ής, ές {-ετούς | -ετείς (ουδ. -ετή)} (λόγ.) επίθημα που δηλώνει 1. ορισμένη ηλικία ή διάρκεια ετών: δεκα~/εικοσα~/τριακοντα~/πεντηκοντα~/εκατοντα~. Ολιγο~/πολυ-ετής. Βλ. -χρονος. 2. (ουσιαστικοπ., μόνο σε αρσ. και θηλ.) φοιτητή που βρίσκεται σε συγκεκριμένο έτος σπουδών: πρωτο~/δευτερο~/τριτο~/τεταρτο~/πεμπτο~.

-ετία

-ετία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών∙ συνδυάζεται με απόλυτο αριθμητικό για τη δήλωση συγκεκριμένου αριθμού ετών ή σπανιότ. της επετείου για τη συμπλήρωσή τους: δι~/τετρα~/εξα~/επτα~/δεκα~/εικοσα~/εκατοντα~/χιλι~. Πβ. -ετηρίδα.|| Πολυ~. Βλ. -ετής.

-μελής

-μελής, ής, ές {-μελούς | -μελείς (ουδ. -μελή)}: επίθημα που συνδυάζεται συνήθ. με απόλυτα αριθμητικά για τη δήλωση του αριθμού μελών μιας ομάδας: τρι~ (επιτροπή)/εξα~ (οικογένεια). To δεκαπεντα-μελές (συμβούλιο).|| Ολιγο~/πολυ~.

-μηνία

-μηνία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση περιόδου συγκεκριμένου αριθμού μηνών: δι~/τρι~/εξα~. Βλ. -ετία, -μηνος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.