-ούμενος2 , η, ο (κυρ. προφ.): κατάληξη για τον σχηματισμό νεότερων μετοχών μεσοπαθητικού ενεστώτα: (ως επίθ.) Περισσευ~.|| (ως ουσ.) Γραμματιζ~.
-ούμπα: (νεαν. αργκό) επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών με μεγεθυντική ή/και αρνητική σημασία: (φραπές) φραπεδ~ (πβ. -ιά).|| (δάχτυλο) δαχτυλ~ (πβ. -άρα)/(σταρ) σταρ~/(γυαλιά) γυαλ~.
-ούνι: υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών από άλλα ουσιαστικά: (μτγν. κωδώνιον) κουδ~/(μτγν. περόνιον) πιρ~/(μεσν. ζιπόνιν) ζιπ~ (πβ. ζιπουνάκι).|| (ιταλ. bastone) μπαστ~/(ιταλ. piccione) πιτσ~/(ιταλ. taccone) τακ~.|| Zουζ~/κουτσ~ (βλ. κουτσουνάκι)/μαμ~.
-ούπολη: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για αναφορά σε πόλη με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: εργατ~/καστρ~/κηπ~. Μεγαλ~.|| Πανεπιστημι~. Παιχνιδ~.|| Παραγκ~ (πβ. τενεκεδ-)/τσιμεντ~.
-ούρα1 (προφ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα για δήλωση ενέργειας ή αποτελέσματος: (ανακατώνω) ανακατωσ~/(θολώνω) θολ~/(ξεπατικώνω) ξεπατικωτ~/(χάνω) χασ~.
-ούργημα {-ουργήματος | -ουργήματα, -ουργημάτων}: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που χρησιμοποιούνται ως χαρακτηρισμοί κατασκευών, έργων: αριστ~/τερατ~.
-ουργία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση συγκεκριμένης τέχνης, επαγγελματικής δραστηριότητας ή τεχνικού τομέα: ταπητ~/υφαντ~.|| Ξυλ~ (πβ. ξυλουργική).|| Μεταλλ~/σιδηρ~.
-ουργός1: επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε ειδικό τεχνίτη ή καλλιεργητή: ταπητ~/υφαντ~. Σιδηρ~.|| Aμπελ~.
-ουργός2 , ή/ός, ό: επίθημα λόγιων επιθέτων με αναφορά σε συγκεκριμένη ή αφηρημένη οντότητα που προκαλεί ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: θαυματ-ουργή εικόνα. Γενεσι-ουργός αιτία.
-ούρι (σπάν.): υποκοριστικό επίθημα ουσιαστικών ουδέτερου γένους που παράγονται από ουσιαστικά: (κάνναβη) κανναβ~.
-ουριά (λαϊκό): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών με μεγεθυντική, συνήθ. μειωτική, ή περιληπτική σημασία: λασπ~.|| Κλεφτ~.
-ουρία: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά στα ούρα και ειδικότ. σε παθολογική κατάσταση που σχετίζεται με ανίχνευση ουσίας ή την ούρηση: ολιγ~/συχν~.|| Αιματ~.|| Δυσ~/νυκτ~.
-ούσα: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών και β' τύπου επιθέτων σε -ης, -α, -ικο: χαμηλοβλεπ~.|| (β’ τύπου επιθέτων σε -ης, -α, -ικο) Ξανθομάλλα κ. ξανθομαλλ~.
-άμενος
-άμενος, η, ο (προφ.-λογοτ.): κατάληξη μετοχής παθητικού ενεστώτα με χρήση επιθέτου ή σπανιότ. ουσιαστικού: τρεμ~.|| (σε εκφρ.) Ζωή χαρισ-άμενη. Επί ξύλου κρεμ-άμενη. Σειν-άμενη (και) κουν-άμενη.|| Ο λεγ~. Βλ. -όμενος, -ούμενος.
-ωπός
-ωπός, ή, ό: επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο μοιάζει, είναι σχεδόν όμοιο με ό,τι εκφράζει το θέμα: σκυθρ~/χαρ~.|| (απόχρωση) Κιτριν~/κοκκιν~. Kασταν~/ξανθ~. Bλ. -ουλός.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.