-ούτσικος, -ούτσικη, -ούτσικο {κ. θηλ. (λαϊκό) -ούτσικια} (οικ.): επίθημα για τον σχηματισμό υποκοριστικών επιθέτων: ομορφ~.|| Aσχημ~ (: μάλλον, σχετικά άσχημος). Πβ. -ούλικος.
-ούχος1 (λόγ.): επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών∙ δηλώνει αυτόν που (κατ)έχει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: εκατομμυρι~/κεφαλαι~/οικοπεδ~. Συνταξι~.|| Aδει~/δικαι~.
-ούχος2 , α/ος, ο: επίθημα λόγιων επιθέτων με αναφορά σε συγκεκριμένο συστατικό του προσδιοριζόμενου: αερι~/αλκοολ~/ανθρακ~/βιταμιν~/θει~/πρωτεϊν~/φωσφορ~/χλωρι~.
-πάθεια (λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. πάθηση: αδενο~/δισκο~/ηπατο~/καρδιο~/μυο~/νεφρο~/ψυχο~.2. ιδιότητα, χαρακτηριστικό: ευ~/ηττο~/μετριο~/μυστικο~/ωραιο~. Bλ. -παθής.3. συναισθήματα, συνήθ. για άτομο: αντι~/συμ~.
-παθής , ής, ές {-παθούς | -παθείς (ουδ. -παθή)} (λόγ.) επίθημα επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. υποφέρει, έχει πληγεί ή πάσχει από αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (για πρόσ., συνήθ. ως ουσ., αρσ. κ. θηλ.) αναξιο~. Πβ. -παθών.|| (ειδικότ.) Πλημμυρο~/πυρο~/σεισμο~. Πβ. -πληκτος.|| Καρδιο~/καρκινο~.2. έχει συγκεκριμένη ιδιότητα σε έντονο συνήθ. βαθμό: (για πρόσ., ως επίθ.) α~/εγω~/εμ~/ηττο~/μυστικo~.|| Eυ~.3. προκαλεί ορισμένα συναισθήματα: (ως επίθ., για πρόσ.) αντι~/συμ~.|| Ηδυ~.
-παθητικός , ή, ό: β' συνθετικό επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο υφίσταται μία κατάσταση ή προκαλεί συγκεκριμένα συναισθήματα: τηλε~.|| (σπανιότ. ουσιαστικοπ., για ειδικό θεραπευτή) Ο/η ομοιο~/οστεο~.|| Aντι~/συμ~. Πβ. -παθής.
-παιδο (προφ.): β' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που αναφέρονται σε ιδιότητα παιδιού ή νεαρού ενηλίκου, κυρ. άνδρα: διαβολό~/τρελό~.|| (μειωτ.) Aλητό~/βουτυρό~ (= βουτυρομπεμπές)/βρομό~/(υβριστ.) κωλό~/παλιό~. Bλ. -γύναικο, -θήλυκο.|| Εργατό~/πλουσιό~/φτωχό~/χωριατό~. Λεβεντό~/νοικοκυρό~/ομορφό~.
-πανο: επίθημα με τη σημασία του πανιού: ασφαλτό~/κουρελό~/κωλό~/λαδό~/ξεσκονό~/πιατό~/ποτηρό~/σιδερό~/σμυριδό~/τεντό~/υαλό~.
-παραγωγή: το ουσιαστικό παραγωγή ως β' συνθετικό με αναφορά σε συγκεκριμένο προϊόν ή είδος: βαμβακο~/γαλακτο~/ελαιο~/ιχθυο~/καπνο~/σπορο~/σταφιδο~.|| Βιβλιο~.
-παραγωγικός , ή, ό: το επίθετο παραγωγικός ως β' συνθετικό: γαλακτο~/πετρελαιο~. Πβ. -παραγωγός2.
-παραγωγός1 (λόγ.): β' συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται σε μεγάλο συνήθ. παραγωγό προϊόντος: βαμβακο~/ελαιο~/ντοματο~/πατατο~/ροδακινο~/σιτο~/σταφιδο~/φρουτο~.
-παραγωγός2 , ός, ό: το λόγιο επίθετο παραγωγός ως β' συνθετικό: καπνο~/οινο~.|| Hλεκτρο~. Πβ. -παραγωγικός.
-πατέρας {συνήθ. στον πληθ.} λεξικό επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει πρόσωπο που 1. (αρνητ. συνυποδ.-μειωτ.) εμφανίζεται ως προστάτης: αγροτο~/αθλητο~/διαιτητο~/εθνο~/εργατο~/μαθητο~/φοιτητο~.2. χαρακτηρίζεται από μια κατάσταση ή ιδιότητα: κρασο~.|| Ψυχο~.
-πατος , η, ο (λαϊκό) β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση ορισμένου αριθμού 1. ορόφων: τετρά-πατο σπίτι. Πβ. -ώροφος.2. βάσεων, επιπέδων: δί-πατη βαλίτσα.|| Tρί-πατη τούρτα.
-πιτα: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε πίτα, αλμυρή ή γλυκιά: αλευρο~/ζυμαρό~/κασερό~/κασό~/κιμαδό~/κοτό~/κουρκουτό~/κρεατό~/κρεμμυδό~/λαχανό~/λουκανικό~/μανιταρό~/μαραθό~/παστουρμαδό~/πατατό~/πρασό~/σαρικό~/σπανακό~/(ζαμπονο/σπανακο)τυρό~/στριφτό~/τραχανό~/χορτό~.|| Γαλατό~/γιαουρτό~/καρυδό~/λεμονό~/μελό~/μηλό~/μουστό~/πορτοκαλό~/σοκολατό~/ταχινό~/χαλβαδό~.|| Κολοκυθό~/μυζηθρό~.|| Βασιλό~/φανουρό~.|| Ζαχαρό~.
-πλασία επίθημα με αναφορά σε 1. ΙΑΤΡ. μόρφωμα ή ανώμαλη συνήθ., ανάπτυξη: νεο~. Δυσ~/υπερ~/υπο~.2. (μτφ.) δημιουργία, νοητική κατασκευή: γλωσσο~/λεξι~/μυθο~.
-πλάσια & (λόγ.) -ίως: επίθημα για τον σχηματισμό επιρρημάτων με βάση απόλυτα αριθμητικά∙ δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται το προσδιοριζόμενο: Του επέστρεψε τα χρήματα δι~ (= στο διπλάσιο).
-πλασιάζω: επίθημα για τον σχηματισμό ρημάτων με βάση απόλυτα αριθμητικά∙ δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται κάτι: δι~/τρι~/δεκα~.|| Πολλα~.
-πλασιασμός: επίθημα αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται κάτι: δι~/τρι~/τετρα~.|| Πολλα~.
-πλάσιος , α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων με βάση απόλυτα αριθμητικά∙ δηλώνει πόσες φορές μεγαλώνει ή αυξάνεται το προσδιοριζόμενο, συγκρινόμενο με άλλο: τετρα~/πεντα~.|| Πολλα~.|| (ως ουδ. ουσ.) Το δι-/δεκα-πλάσιο.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.