Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 508 εγγραφές  [0-20]


  • ή [ἤ] διαζευκτικός σύνδ. δηλωτικός 1. αντιδιαστολής δύο ή περισσότερων αντίθετων εννοιών, αυστηρής επιλογής της μιας από τις δύο, καθώς και οι δύο μαζί δεν μπορούν να συνυπάρξουν: αριστερά ~ δεξιά; Κρύο ~ ζέστη; Πρωί ~ βράδυ; Όμορφη ~ άσχημη; Χαρά ~ λύπη; Άσπρο ~ μαύρο;|| (με επανάληψη, για να δοθεί έμφαση στον α' όρο) ~ τώρα ~ ποτέ! ~ εγώ ~ κανένας!|| (προφ., με δυνατότητα παράλειψης ή αντικατάστασής του με το "και") Νέοι (~) γέροι, πλούσιοι (~) φτωχοί, όλοι ήταν μαζεμένοι!|| (δυσαρέσκεια, αγανάκτηση για τη συμπεριφορά κάποιου ή για μια κατάσταση) Φίλος είσαι (εσύ) ~ εχθρός; Άνθρωπος είναι (αυτός) ~ (κανένα) τέρας; Ζωή είναι αυτή ~ μαρτύριο; Δωμάτιο είναι αυτό ~ στάβλος;|| (σε ερωτήσεις) Θα έρθεις ~ δεν θα έρθεις/όχι; (διερεύνηση άποψης) Θα τα καταφέρουμε ~ το θεωρείς απίθανο; 2. διάκρισης δύο ή περισσότερων στοιχείων που παρουσιάζονται ως εναλλακτικές εκδοχές: Τι θα ήθελες; Φαγητό ~ γλυκό; Θα με εξυπηρετήσετε εσείς ~ κάποιος άλλος; Παίρνω ~ το λεωφορείο ~ το μετρό ~ το τραμ (: άλλες φορές, άλλοτε).|| (με επανάληψη) (εμφατ.) ~ θα κοιμάται ~ θα βλέπει τηλεόραση. (αδιαφορία ή αβεβαιότητα) Θα έρθω ~ αύριο ~ (: μπορεί και) μεθαύριο. (ο α' όρος είναι ανυπόστατος και έτσι δηλώνεται εμφατ. ότι ισχύει στην ουσία ο β') ~ είμαστε όλοι τρελοί ~ (πράγματι) κάτι δεν πάει καλά! ΣΥΝ. είτε.|| (σε ερώτηση, προς εξακρίβωση του λόγου για τον οποίο γίνεται κάτι) Γιατί δεν του μιλάς; Ντρέπεσαι ~ φοβάσαι; Τι έχεις; Είσαι άρρωστος ~ απλά κακοδιάθετος; 3. διαφορετικότητας· αλλιώς, σε αντίθετη περίπτωση: Μάθε να συζητάς ~ μην ασχολείσαι μαζί μου!|| (απειλητ.) ~ φεύγεις αυτή τη στιγμή ~ καλώ την Αστυνομία (= αν δεν φύγεις ..., θα καλέσω ...)! Πβ. διαφορετικά, ειδάλλως. 4. εναλλακτικής διατύπωσης, διόρθωσης, τροποποίησης (συνήθ. ακολουθούν οι λ. "μάλλον" ή "καλύτερα"): το ίντερνετ ~ διαδίκτυο (στα Ελληνικά). Δεν καταλαβαίνει ~ μάλλον δεν θέλει να καταλάβει. Πήγαινε να δεις τι κάνει! ~ άσε καλύτερα· πάω εγώ! 5. (προφ.) μεγέθους κατά προσέγγιση, αβεβαιότητας: (κάπου) δεκαπέντε ~ είκοσι κιλά. ● ΦΡ.: ή μήπως δηλώνει 1. ευγενική διατύπωση ερώτησης: Να σου ζητήσω κάτι ~ ~ σε βάζω σε κόπο; 2. πιθανή εκδοχή: Κοιμήθηκες καλά ~ ~ νυστάζεις ακόμα; Προτιμάς σινεμά ~ ~ (καλύτερα) θέατρο;|| (προς έκφρ. ενδιαφέροντος) Χόρτασες ~ ~ να σου φέρω και κάτι άλλο;|| (αβεβαιότητα) Ήταν πριν από δύο ~ ~ τρία χρόνια; 3. αγανάκτηση, δυσαρέσκεια· προκειμένου να εκφραστεί ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύει σε καμία περίπτωση ο β΄όρος: Τι κάθεσαι και τεμπελιάζεις; ~ ~ περιμένεις από εμένα να κάνω τις δουλειές; (: δεν πρόκειται να τις κάνω).|| Είναι λογικό να φέρεται έτσι· ~ ~ ξέχασες τι πέρασε; (: θυμάσαι φυσικά)., ή ταν ή επί τας: ΙΣΤ. "ή αυτή ή πάνω σε αυτή", δηλ. "ή να επιστρέψεις με την ασπίδα ως νικητής ή να σε φέρουν επάνω της νεκρό", φρ. που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες στους γιους τους, όταν τους παρέδιδαν την ασπίδα, πριν αναχωρήσουν για τον πόλεμο· (μτφ.-λόγ.) προτροπή σε κάποιον να φέρει σε πέρας την αποστολή που του έχει ανατεθεί, χωρίς να δειλιάσει και να σκεφτεί το προσωπικό κόστος., αργά ή γρήγορα βλ. αργά, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, ή όπως αλλιώς βλ. όπως, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, να ζει κανείς ή να μη ζει; βλ. ζω1, ναι ή ου; βλ. ου [< αρχ. ἤ]
  • η- : πρόθημα που σημαίνει ηλεκτρονικός, κυρ. που γίνεται με τη χρήση του διαδικτύου: Η/η-επιχειρείν (βλ. ηλεκτρονικό εμπόριο). ~μάθηση. ~τάξη. Πβ. διαδικτυακός. [< αγγλ. e- (συντομ. του electronic)]
  • Η/Υ (ο): Ηλεκτρονικός Υπολογιστής.
  • η1 1. (πρόφ. ήτα) το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [i]: ~ κεφαλαίο (Η). ~ μικρό (η). Πβ. ήτα. Βλ. δίφθογγος, φωνήεν. 2. (πρόφ. ήτα) όγδοος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο η'/Η΄) ~ εξάμηνο (σπουδών). Ο ~ όμιλος του Τσάμπιονς Λιγκ. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Η ή ,η:) οκτώ χιλιάδες. [< αρχ. Η, μεσν. η]
  • η2 βλ. ο, η, το
  • ΗΑΕ (τα): Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
  • ΗΒ (το): Ηνωμένο Βασίλειο. Βλ. UK.
  • ήβη [ἥβη] ή-βη ουσ. (θηλ.) (επιστ.) 1. περίοδος ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ενηλικίωση, κατά την οποία αρχίζουν να αναπτύσσονται τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου και αποκτάται η ικανότητα αναπαραγωγής: καθυστερημένη/πρώιμη ~. Έναρξη της ~ης. Πβ. ενήβωση, εφηβεία. 2. εφήβαιο. ΣΥΝ. ηβική χώρα [< αρχ. ἥβη, γαλλ. puberté]
  • ηβικός , ή, ό [ἡβικός] η-βι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στο εφήβαιο: ~ή: περιοχή/σύμφυση. ~ό: τρίγωνο/τρίχωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηβική χώρα: εφήβαιο. ΣΥΝ. ήβη (2), ηβικό οστό: το κατώτερο και μπροστινό τμήμα του ανώνυμου οστού της λεκάνης. Βλ. ισχίο, λαγόνιο οστό. [< μτγν. ἡβικός, γαλλ. pubien]
  • ήβρα βλ. βρίσκω
  • ήγειρε βλ. εγείρω
  • ηγεμόνας [ἡγεμόνας] η-γε-μό-νας ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. (λόγ.) ηγεμονίδα} & (αρχαιοπρ.) ηγεµών 1. (παλαιότ.) ανώτατος άρχοντας απολυταρχικού καθεστώτος: οι αυλές των ~ων. Πβ. αυτοκράτορας, μονάρχης.|| (ΙΣΤ.) Οι ~ες των παραδουνάβιων ηγεμονιών. (ως επίθ.) Ηγεμονίδα πόλη. 2. (μτφ.) αυτός που έχει ηγετικό, κυρίαρχο ρόλο σε κάποιον τομέα ή χώρο: ~ της παγκόσμιας οικονομίας. Πβ. αρχηγός, ηγέτης. ● βλ. ηγεμονίσκος [< 1: αρχ. ἡγεμών, μεσν. ηγεμόνας, αγγλ. hegemon, 1904]
  • ηγεμόνευση [ἡγεμόνευση] η-γε-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ηγεμονία: πολιτική ~. ΣΥΝ. επικράτηση, κυριαρχία (2)
  • ηγεμονεύω [ἡγεμονεύω] η-γε-μο-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ηγεμόνευ-σε, ηγεμονεύ-σει, -οντας} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κυριαρχώ, επικρατώ σε ορισμένο τομέα ή χώρο: ~ει οικονομικά/πολιτικά. Ο όμιλος κατάφερε να ~σει στην αγορά. Πβ. δεσπόζω. 2. ΙΣΤ. κυβερνώ, εξουσιάζω ως ηγεμόνας. Πβ. άρχω, βασιλεύω. [< 2: αρχ. ἡγεμονεύω]
  • ηγεμονία [ἡγεμονία] η-γε-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική κυριαρχία ενός κράτους σε άλλα: παγκόσμια ~. H μάχη για την ~ στην Ευρώπη.|| (ΙΣΤ.) Η ~ της Αθήνας/της Σπάρτης. Πβ. εξουσία, ηγεμονισμός. 2. (μτφ.) επικράτηση σε ορισμένο χώρο ή τομέα: ηθική/ιδεολογική/οικονομική ~. Επιδιώκει να εδραιώσει την ~ του στην πολιτική σκηνή. ΣΥΝ. ηγεμόνευση, κυριαρχία (2) 3. ΙΣΤ. διακυβέρνηση κράτους από ηγεμόνα· συνεκδ. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ασκείται ή η αντίστοιχη επικράτεια: Στα χρόνια της ~ας του ... Πβ. ηγεσία.|| Κατά την ~ του ... || Αυτόνομη ~. Οι παραδουνάβιες ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτισμική/πολιτιστική ηγεμονία: κυριαρχία ενός πολιτισμού σε άλλους, στο όνομα μιας κατασκευασμένης ανωτερότητας, η οποία γίνεται αποδεκτή ως «φυσική». [< 1,2: αρχ. ἡγεμονία, γαλλ. hégémonie, αγγλ. hegemony 3: γαλλ. principauté]
  • ηγεμονικός , ή, ό [ἡγεμονικός] η-γε-μο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την ηγεμονία ή τον ηγεμόνα: ~ός: ρόλος. ~ή: δύναμη/θέση. ~ό: κράτος. ~ές: αξιώσεις/φιλοδοξίες. ~ά: συμφέροντα/σχέδια. Η ~ή συμπεριφορά μιας υπερδύναμης. Πβ. αρχηγ-, εξουσιαστ-, ηγετ-, ηγεμονιστ-ικός.|| (ΙΣΤ.) Οι ~ές αυλές της Δύσης. 2. (μτφ.) πλουσιοπάροχος, πλούσιος: ~ή: αμοιβή (= υπερβολικά μεγάλη). ~ά: δώρα. Πβ. βασιλικός, γενναιόδωρος. 3. (μτφ.) μεγαλοπρεπής, εντυπωσιακός: ~ή: υποδοχή. ~ό: παράστημα. Του αποδόθηκαν ~ές τιμές. Πβ. αρχοντ-, επιβλητ-ικός. ΑΝΤ. ταπεινός (1) ● επίρρ.: ηγεμονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ἡγεμονικός ‘κατάλληλος να διοικήσει, κυρίαρχος’, γαλλ. hégémonique, αγγλ. hegemonic]
  • ηγεμονίσκος [ἡγεμονίσκος] η-γε-μο-νί-σκος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση ισχύος και φέρεται αυταρχικά ή αλαζονικά: Ορισμένοι τοπικοί άρχοντες συμπεριφέρονται ως ~οι. Πβ. δικτατορ-, τυρανν-ίσκος. 2. (υποκ.) αρχηγός μικρού ή αδύναμου κράτους· ασήμαντος ηγέτης, χωρίς ισχύ. Πβ. ηγετίσκος. ● βλ. ηγεμόνας [< γαλλ. roitelet]
  • ηγεμονισμός [ἡγεμονισμός] η-γε-μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. επιδίωξη ισχυρού κράτους να ασκεί πολιτικό, στρατιωτικό ή οικονομικό έλεγχο σε άλλα μικρότερα: ~ στις διακρατικές σχέσεις. Πβ. ηγεμονία. 2. τάση, προσπάθεια άσκησης κυριαρχικού, ηγετικού ρόλου σε ομάδα ανθρώπων: γλωσσικός/πολιτικός ~. ~ στο εσωτερικό ενός κόμματος. Πβ. πατερναλισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hegemonism, γαλλ. hégémonisme, 1978]
  • ηγεμονιστικός , ή, ό [ἡγεμονιστικός] η-γε-μο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ηγεμονισμό: ~ή: πολιτική. ~ές: διαθέσεις/επιδιώξεις. ~ή και πατερναλιστική συμπεριφορά. Πβ. ηγεμονικός. [< αγγλ. hegemonistic]
  • ηγερία [ἡγερία] η-γε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): γυναίκα που ασκεί επιρροή κυρ. σε καλλιτέχνη ή αποτελεί πηγή έμπνευσης γι' αυτόν ή που διακρίνεται και κυριαρχεί σε έναν χώρο: ~ ενός μουσικού/σκηνοθέτη/συγγραφέα. Πβ. μούσα.|| Δυναμική ~ του κόσμου της μόδας. Πβ. ηγέτιδα. [< γαλλ. égérie < λατ. Egeria, ρωμαϊκή νύμφη]

αργά

αργά[ἀργά] αρ-γά επίρρ. {συγκρ. αργότερα} 1. σιγά, χωρίς βιασύνη, με χαλαρούς ρυθμούς: ~ και με προσοχή. Γράφω/κινούμαι/οδηγώ ~. Πολύ ~ περνάει σήμερα η ώρα. Κατευθύνθηκε ~ ~ προς το μέρος της. Προσθέτουμε ~ ~ αλεύρι στη ζύμη (ΣΥΝ. λίγο-λίγο, σταδιακά). Πβ. βραδέως. ΑΝΤ. γρήγορα (1), ταχέως (1) 2. σε περασμένη ώρα: ~ το απόγευμα/τη νύχτα/το πρωί. Ξύπνησα ~. Γύρισα σπίτι ~ (= το βράδυ). Φτάσαμε ~ και είχαν ήδη φύγει (= καθυστερημένα· ΑΝΤ. έγκαιρα). Θα δουλεύω μέχρι ~. ΑΝΤ. νωρίς (2) 3. (κυρ. στον συγκρ.) μετά από την καθορισμένη ώρα ή γενικότ. στο μέλλον: Δέκα λεπτά/χρόνια αργότερα. Συναντήθηκαν το μεσημέρι και αργότερα πήγαν για φαγητό. Η εκδήλωση αναβλήθηκε για αργότερα. Καν' το τώρα, για να μην το μετανιώσεις αργότερα. ● Υποκ.: αργούτσικα ● ΦΡ.: αργά ή γρήγορα: δηλώνει βεβαιότητα πως κάποια στιγμή θα επιβεβαιωθούν τα λεγόμενα του ομιλητή: ~ ~ θα συναντηθούν/τιμωρηθεί., αργά και πού: σπάνια, σε ειδικές ή έκτακτες περιπτώσεις. ΣΥΝ. αραιά και πού, αργά, αλλά σταθερά: λέγεται συνήθ. για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχουν απότομες διακυμάνσεις ή για να μετριαστεί η καθυστέρηση που παρατηρείται: ~ ~ εξελίσσεται η κατάσταση της υγείας του/προχωρούν τα έργα., είναι αργά: έχει περάσει η καθορισμένη ώρα ή το κατάλληλο χρονικό διάστημα: ~ ~ για παραγγελίες/για να γυρίσει πίσω. ~ ~ και όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Πήγαινε τώρα πριν να ~ ~. Ποτέ δεν ~ ~. Αύριο θα ~ ~, θα έχει πετάξει το πουλάκι. Το καταλάβαμε το λάθος όταν πια ήταν ~., τα ζώα μου αργά (ειρων.-χιουμορ.): για να δηλωθούν οι αργοί ρυθμοί, η αδράνεια ή έλλειψη ευστροφίας κάποιου: Καλά, αυτός είναι ~ ~! Δεν παίρνει στροφές, είναι ~ ~., το αργότερο: για να δηλωθεί η τελευταία προθεσμία: ~ ~ (ως) τη Δευτέρα θα έχουν ανακοινωθεί οι βαθμολογίες. Σήμερα ή ~ ~ αύριο όλα θα έχουν τελειώσει. ΑΝΤ. το νωρίτερο, κάλλιο αργά παρά ποτέ βλ. κάλλιο ● βλ. αργός [< μεσν. αργά]

βρίσκω

βρίσκωβρί-σκω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {βρήκα (λαϊκό) ήβρα, βρω, βρει, προστ. βρες, βρίσκ-οντας} & (λόγ.) ευρίσκω 1. εντοπίζω τυχαία ή μετά από αναζήτηση κάποιον ή κάτι που έψαχνα, που παρέμενε κρυφό(ς) ή που αγνοούσα την ύπαρξή του: Βρήκα τα κλειδιά μου κάτω από το τραπέζι. Βλ. επανευρίσκω, ξανα~.|| Η αστυνομία βρήκε όπλα και ναρκωτικά/τους δράστες. ΣΥΝ. ανακαλύπτω.|| Βρες κάπου να καθίσεις.|| ~ πληροφορίες στην εγκυκλοπαίδεια/στο ίντερνετ.|| Βρείτε τη σωστή απάντηση/τις διαφορές/τα λάθη.|| (ύστερα από προσεκτική εξέταση:) Όλο μειονεκτήματα ~εις. Δεν μπορώ να του βρω κανένα ελάττωμα/προτέρημα. Ψάχνω να βρω τι έγινε.|| (στη βασιλόπιτα:) Ποιος βρήκε το φλουρί (= σε ποιον έτυχε);|| Σε βρήκα (πβ. σ’ έπιασα, σε τσάκωσα)! ΑΝΤ. χάνω (2) 2. εξασφαλίζω κάτι ύστερα από προσπάθεια ή κατάλληλους χειρισμούς: Βρήκε μια θέση ως υπάλληλος. Δεν μπορεί να βρει διέξοδο/δουλειά πουθενά. Πού θα βρούμε χρήματα, τώρα που τα έχουμε ανάγκη;|| Πώς να βρω το θάρρος/τη δύναμη/το κουράγιο να του πω ότι ... Βρήκε την ευκαιρία να ...|| (με αγανάκτηση:) Πότε θα βρω (και πάλι) την ησυχία μου (= θα ξαναβρώ, επανακτήσω);|| Βρες λίγο χρόνο κι έλα να με δεις (= εξοικονόμησε).|| Θα σου βρω εγώ μέρος να μείνεις. Βρήκαν τροφή και στέγη.|| Να κοιτάξεις να βρεις ένα καλό παιδί/μια καλή κοπέλα να παντρευτείς. Βρες (έναν) γιατρό επειγόντως! (ειρων.) Τώρα μάλιστα, βρήκες άνθρωπο να σε βοηθήσει! 3. σκέφτομαι, επινοώ: Πρέπει να βρούμε μια λύση. Μη ~οντας άλλο τρόπο να ... Βρες μια δικαιολογία και φύγε (= προφασίσου κάτι)! ΣΥΝ. σκαρφίζομαι.|| Βρήκαν το εμβόλιο/το φάρμακο κατά του ... (= ανακάλυψαν, εφηύραν).|| Δεν ~ τι άλλο να πω/τρόπο να σε ευχαριστήσω (= δεν έχω, δεν ξέρω). 4. γίνομαι αποδέκτης αρνητικού ή θετικού ερεθίσματος: Η πρότασή τους έχει βρει ανταπόκριση/(σθεναρή) αντίδραση/απήχηση (= έχει τύχει/χαίρει ανταπόκρισης).|| ~ει αγάπη και στοργή/στήριξη κοντά στους δικούς του/στην οικογένειά του (= απολαμβάνει).|| Βρήκε τραγικό θάνατο (= είχε). Τους βρήκαν δεινά/συμφορές (= τους έπληξαν, τους έτυχαν). 5. {συνήθ. στον αόρ.} έρχομαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι που είναι σε συγκεκριμένη κατάσταση: Τη βρήκα αναστατωμένη/να κλαίει/σύμφωνη/στο πλευρό μου. Βρήκαν το σπίτι άδειο.|| Μας ~εις πάνω που τρώγαμε/στο τραπέζι (= μας πετυχαίνεις).|| Έτσι τα βρήκαμε από τους γονείς μας (= τα κληρονομήσαμε, τα παραλάβαμε). 6. συναντώ: Θα με βρείτε στο γραφείο μου. Τη βρήκα κατά τύχη στον δρόμο (= την πέτυχα). Πού μπορώ να σε βρω; Έλα να με βρεις! 7. καταλήγω σε συγκεκριμένη κρίση· θεωρώ, μου φαίνεται: (Δεν) το ~ δίκαιο/λογικό/σκόπιμο/σωστό να (= κρίνω, νομίζω) ... ~ ότι … (= πιστεύω). (Το) βρήκε υπερβολικό το ποσό.|| (για πρόσ.) -Πώς τον ~εις; -Αδιάφορο/όμορφο! Μια χαρά σε ~, παρά την ίωση που πέρασες (= σε βλέπω).|| Βρήκαν τον κατηγορούμενο αθώο/ένοχο (= κρίθηκε από το δικαστήριο). 8. (προφ.) κάνω διάγνωση: Του βρήκαν (ότι έχει) ανεβασμένη χοληστερίνη.βρήκε (για κάτι που εκτοξεύεται, ρίχνεται ή πετιέται από μακριά): πέτυχε, ευστόχησε: Η σφαίρα ~ τον στόχο της/τον ~ πισώπλατα (= τον χτύπησε). Η μπάλα ~ (σ)το δοκάρι (= προσέκρουσε, χτύπησε). ● ΦΡ.: απ΄ τον Θεό να τό 'βρει! (συνήθ. ως κατάρα): ο Θεός να τον τιμωρήσει για το κακό ή να του ανταποδώσει το καλό που έκανε: Τέτοιο καλό που μου 'κανες ~ ~!, βρήκε το(ν) δάσκαλό/το(ν) μάστορά του (μτφ.-προφ.): βρέθηκε ο άνθρωπος που κατάφερε να τον τιθασεύσει ή να τον νικήσει: ~ ~ στο πρόσωπο του .../στον ... Πού θα πάει, θα βρεις ~ ~ σου!, βρίσκει (την) αφορμή/πάτημα: στηρίζεται σε κάτι που ειπώθηκε ή έγινε, για να πει ή να κάνει αυτό που επιδιώκει: Βρήκαν αφορμή (από κάποιες δηλώσεις του)/πάτημα (σε κάποιες δηλώσεις του), για να τον ενοχοποιήσουν., βρίσκει αντίσταση: συναντά εμπόδιο: (για αντικείμενο:) Η πόρτα δεν κλείνει, φαίνεται ότι κάπου ~ ~ (πβ. σκαλώνει)!|| Τα στρατεύματα βρήκαν (μεγάλη/σθεναρή) ~ στην προσπάθειά τους να ..., βρίσκει θέση (κάπου): γίνεται αποδεκτός: Η άθληση/δημιουργικότητα πρέπει να ~ ~ στο σχολείο., βρίσκει και τα κάνει: συμπεριφέρεται άσχημα, επειδή οι άλλοι είναι ανεκτικοί απέναντί του: Αφού του επιτρέπετε, ~ ~., βρίσκεις; (προφ.): (σε διάλογο, όταν έχει προηγηθεί διατύπωση προσωπικής άποψης του συνομιλητή) πράγματι πιστεύεις ότι ισχύει αυτό που είπες; -Ωραίο το μπλουζάκι σου. -~;, βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου 1. πρέπει να τον αντιμετωπίσω ως αντίπαλο: Τους βρήκε μπροστά του και τους αποτελείωσε. 2. (μόνο στο βρίσκω μπροστά μου) τον συναντώ τυχαία., βρίσκω κάτι μπροστά μου (μτφ.): υφίσταμαι τις συνέπειες των πράξεών μου: Μην εκμεταλλεύεσαι τους άλλους, γιατί θα το βρεις ~ σου., καλώς μας βρήκες/βρήκατε! (χαιρετισμός): καλώς ήρθες/ήρθατε!, καλώς σε/σας βρήκα/βρήκαμε! (χαιρετισμός): ως απάντηση στο καλώς ήρθες/ήρθατε, καλώς όρισες/ορίσατε., ό,τι βρει: χωρίς να τον ενδιαφέρει: Τρώει/φοράει ~ ~ (μπροστά του)!, όπου βρω/βρεις: χωρίς να με/σε απασχολεί το μέρος: Πετάνε τα σκουπίδια όπου βρουν (= όπου λάχει/τύχει/τους καπνίσει).|| Δεν υπάρχουν και πολλές θέσεις. Κάτσε (τώρα) ~ ~!, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; (προφ.): για να δηλωθεί έντονη αποδοκιμασία ή επιδοκιμασία σε περιπτώσεις επιλογής προσώπου ή πράγματος: Μα καλά, ~ τον ~! Αυτός είναι τελείως άσχετος!|| Φοβερή συσκευή! Πού ~ες και τη ~ες;, πού το βρήκες γραμμένο; (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι που λέγεται με βεβαιότητα δεν ισχύει: Τι λες καημένε μου; ~ ~;, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια (μτφ.-προφ.): δυσκολεύομαι πάρα πολύ: Τα ~ ~ στα μαθηματικά. Νόμιζαν ότι θα τα καταφέρουν, αλλά τελικά τα βρήκαν ~. Τα ~ουν ζόρικα και προσπαθούν να λουφάρουν (πβ. έχω/περνάω ζόρι/ζόρια)., τα βρίσκω με κάποιον (προφ.) 1. επιλύω τις διαφορές μου, έρχομαι σε συνεννόηση, συμφωνώ μαζί του: Δεν τα βρήκανε στη μοιρασιά. Θα τα βρουν Διοίκηση και εργαζόμενοι.|| Τα βρήκαν μεταξύ τους και αποφάσισαν να ... 2. ταιριάζω με κάποιον: Είναι κι οι δυο χωρισμένοι κι έτσι τα βρήκανε., τη βρίσκω (προφ.): νιώθω έντονη ευχαρίστηση, μου αρέσει πολύ να κάνω κάτι: Τη ~ει να διαβάζει βιβλία/με το τρέξιμο. Πβ. απολαμβάνω, γουστάρω, ηδονίζομαι., τι του/της βρίσκει/βρήκε; (προφ.) (με αναφορά στον σύντροφο κάποιου, για να δηλωθεί ότι είναι άσχημος ή αντιπαθητικός): τι όμορφο ή καλό έχει που τον ελκύει: Απορώ ~ βρήκε και τον/την παντρεύτηκε!, το βρήκα! (προφ.): για να εκφράσει κάποιος τον ενθουσιασμό του για μια λαμπρή ιδέα που είχε ή μια ανακάλυψη που έκανε: ~ ~! Θα πάμε με το αυτοκίνητό μου! ΣΥΝ. εύρηκα, τον βρήκε ο χάρος/ο θάνατος (λογοτ.): πέθανε., (δεν) βρίσκω άκρη βλ. άκρη, (ξανα)βρίσκω τον εαυτό μου βλ. εαυτός, (ξανα)βρίσκω/θυμάμαι τον (παλιό) καλό εαυτό μου βλ. εαυτός, βρήκα τον διάολό μου βλ. διάβολος, βρήκε (α)γελάδα ν' αρμέγει βλ. αγελάδα, βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ βλ. Φίλιππος, βρήκε στρωμένο τραπέζι βλ. τραπέζι, βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας, βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα, βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! βλ. μέρα, βρήκες την ώρα να ... βλ. ώρα, βρίσκει ευήκοον ους βλ. ους, βρίσκει εφαρμογή βλ. εφαρμογή, βρίσκει/βρήκε (όλες) τις πόρτες κλειστές/την πόρτα κλειστή βλ. πόρτα, βρίσκω (κάποιον) στα κιλά μου βλ. κιλό, βρίσκω (τον) μπελά (μου) βλ. μπελάς, βρίσκω κάτι στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, βρίσκω κοινό έδαφος (με κάποιον) βλ. κοινός, βρίσκω την υγειά μου βλ. υγεία, βρίσκω το δίκιο μου βλ. δίκιο, βρίσκω το(ν) δρόμο (μου) βλ. δρόμος, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα βλ. μέρα, δεν βρήκε τη(ν) μπάλα βλ. μπάλα, δεν έχω/δεν βρίσκω λόγια βλ. λόγια, έρχομαι στα ίσα μου βλ. ίσα1, κακό που με βρήκε/έπαθα! βλ. κακό, κακός μπελάς (που) με βρήκε! βλ. μπελάς, κάνω/βρίσκω την τύχη μου βλ. τύχη, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι βλ. τέντζερης, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις βλ. πού, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, τα βρίσκω με τον εαυτό μου βλ. εαυτός, τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας βλ. λεφτά, τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι βλ. παπάς [< μεσν. βρίσκω]

γιαλός

γιαλόςγια-λός ουσ. (αρσ.) (λογοτ.): ακτή, παραλία. Πβ. αιγιαλός. ● ΦΡ.: βάρκα γιαλό (ειρων.): για να δηλωθεί τράνταγμα, ταρακούνημα· πάνω-κάτω: Το αυτοκίνητο πήγαινε ~ ~., γιαλό-γιαλό: κατά μήκος της ακρογιαλιάς, σε ρηχά θαλασσινά νερά: Η βαρκούλα πάει ~ ~. ΣΥΝ. κόστα-κόστα, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε (ειρων.): μοναδικοί υπεύθυνοι για μια δυσάρεστη κατάσταση είμαστε εμείς οι ίδιοι και όχι η κατάσταση., κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό (παροιμ.): ως προτροπή για ανιδιοτελή προσφορά, χωρίς να περιμένει κανείς αντάλλαγμα. [< μεσν. γιαλός]

δίφθογγος

δίφθογγοςδί-φθογ-γος ουσ. (θηλ.+ αρσ.) {διφθόγγ-ου | -ων, -ους}: ΓΡΑΜΜ. δύο φωνηεντικοί φθόγγοι που προφέρονται ως μία συλλαβή: κύριες ~οι (φωνήεν [a], [e], [o], [u] + [i] π.χ. βουητό, καημός, κορόιδο).|| (στην Αρχαία Ελληνική:) Κύριες ~οι (: αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου). Βλ. δίψηφο. ● ΣΥΜΠΛ.: καταχρηστική δίφθογγος: σύναψη ημίφωνου [j] και φωνήεντος [a, o, e, u], τα οποία συμπροφέρονται σε μια συλλαβή (π.χ. παιδιά/πρόφ. παιδjά). Βλ. συνίζηση.|| (στην Αρχαία Ελληνική:) ~ές ~οι (: ᾳ, ῃ, ῳ). [< γερμ. unechter Diphthong] [< μτγν. δίφθογγος]

εγείρω

εγείρω[ἐγείρω] ε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ήγειρε, εγείρει, εγέρ-θηκε (λόγ. ηγέρθη, μτχ. εγερ-θείς, -θείσα, -θέν), εγερ-θεί, εγείρ-οντας} (λόγ.) 1. προκαλώ, δημιουργώ· ειδικότ. ξυπνώ, αφυπνίζω, ξεσηκώνω: ~ει αμφιβολίες/ανησυχίες/αντιδράσεις/αντιρρήσεις/δυσκολίες/ερωτηματικά/υποψίες (= γεννά). ~ουν το ενδιαφέρον. ~ει φόβους για/ότι ... ~ει την προσοχή. Προτάσεις, που αναµένεται να ~ουν συζητήσεις. ~εται θέμα (= τίθεται). ~ονται προβληματισμοί/υπόνοιες.|| ~ τα πάθη/τις συνειδήσεις. Πβ. συν~. Βλ. εξ~. 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ αξιώσεις (= αξιώνω)/απαιτήσεις (= απαιτώ)/διεκδικήσεις (= διεκδικώ)/κατηγορίες (= κατηγορώ).|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγή (διαζυγίου)/ένσταση κατά της απόφασης. Πβ. ασκώ. 3. ανεγείρω: Σε ανάμνηση της νίκης ήγειρε μεγαλοπρεπές μνημείο. ● βλ. εγέρθητι, εγέρθητε [< 1, 3: αρχ. ἐγείρω]

ζευγάς

ζευγάςζευ-γάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αγρότης που όργωνε με αλέτρι στο οποίο ήταν ζεμένο ζεύγος ζώων. Βλ. -άς. ΣΥΝ. ζευγολάτης ● ΦΡ.: ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς (παροιμ.): δεν είναι δυνατόν να ασχολείται κάποιος με δύο πράγματα ταυτόχρονα και να τα κάνει σωστά., αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω [< μεσν. ζευγάς]

ζω1

ζω1[ζῶ] ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζεις ..., μτχ. ζων, ζώσα, ζων (βλ. λ.) | ζούσα, έζη-σα, ζή-σω, ζώντας} 1. έχω ζωή ως οργανισμός· παραμένω ζωντανός: ~σε πολλά χρόνια/ως τα βαθιά γεράματα. -Πότε ~σε; - ~σε τον 19ο αι. Η ελιά ζει αιώνες (βλ. αιωνόβιος). Ένας σκύλος μπορεί να ~σει από 12 ως 17 χρόνια. Ζει (= αναπνέει, ανασαίνει, είναι ζωντανός) ακόμη, δεν έχει ξεψυχήσει. Αν και βαριά τραυματισμένος, τελικά ~σε (= επιβίωσε). Τον άφησε να ~σει (: δεν τον σκότωσε). Όσο ~, μαθαίνω. (σε όρκους:) Να μη ~σω, αν ...! (παρενθετικά, σε παράκληση:) Πες μου, να ~σεις, τι βλέπεις εκεί;|| Η ψυχή ζει αιώνια.|| (μτφ.) Θα ζει (= μείνει) για πάντα στις καρδιές/στη μνήμη μας (: δεν θα τον ξεχάσουμε). Ο ... ζει (: για προσωπικότητα, που συνεχίζει να ασκεί επιρροή και μετά θάνατον). ΑΝΤ. πεθαίνω (1) 2. διαμένω, κατοικώ· ειδικότ. συμβιώνω με κάποιον: ~ στο εξωτερικό/στην επαρχία/στο κέντρο/στα περίχωρα/στα προάστια/σε χωριό. ~ σε διαμέρισμα/μεζονέτα/πολυκατοικία. Ζει μόνος.|| ~ με την αδερφή (πβ. συγκατοικώ)/με τους γονείς/με τη φίλη μου (πβ. συζώ).|| (για ζώα) Ζουν στα δάση/στις λίμνες. 3. συντηρούμαι ή συντηρώ κάποιον, εξασφαλίζοντας αρκετά χρήματα για φαγητό, στέγη, ρουχισμό: ~ από τη δουλειά/τα εισοδήματά/τις οικονομίες μου. Ζει με δανεικά/χαρτζιλίκι. Ζει εις/σε βάρος μας. Τα λεφτά που παίρνει δεν φτάνουν για να ~σει (πβ. φυτοζωώ, ψευτοζώ).|| Προσπαθεί να ~σει τα παιδιά της με έναν μισθό. Τον ζουν οι γονείς του. Πβ. (δια)τρέφω. 4. ακολουθώ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής: Ζει έντονα/επικίνδυνα/υγιεινά/φτωχικά. Ζούσαν ειρηνικά. Ζει σαν αγρίμι/άρχοντας/βασιλιάς/ερημίτης/πασάς. Ζει (= διάγει) (μια) άνετη/ήρεμη/μοναχική/μονότονη/πολυτελή ζωή. Ζει μέσα στη βρομιά/στα πλούτη/στη χλιδή. ~ για το θέατρο/τα παιδιά μου/το σήμερα/το τώρα.|| Ζουν σε αγέλη (: για ζώα)/κοπαδιαστά (: για ψάρια)/σε σμήνη (: για πουλιά). 5. βιώνω εμπειρία ή συναίσθημα, ειδικότ. με ένταση, σε βάθος: ~ την κάθε ημέρα σαν να είναι η τελευταία (: έντονα και συνειδητά). ~ καθημερινά ένα δράμα. Έχει ~σει τον έρωτα (πβ. γεύομαι, γνωρίζω, δοκιμάζω). ~σαμε (= περάσαμε) την Κατοχή/την πείνα/τον πόλεμο/τη φτώχεια. ~σαμε σκηνές πανικού και φρίκης. ~σαν από κοντά την τραγωδία. ~σαν από πρώτο χέρι τα δραματικά γεγονότα. ~σε τη χαρά της επιστροφής στην πατρίδα. Τον έχω ~σει από κοντά και τον ξέρω.|| ~ (= απολαμβάνω) την κάθε στιγμή/το όνειρό μου. Άσε με να ~σω, μη με καταπιέζεις! Ζει τον ρόλο του (: ταυτίζεται με αυτόν). ● ΦΡ.: ... ζεις, εσύ μας οδηγείς!: ως σύνθημα για αποθανόντα ηγέτη ή (συν)αγωνιστή κυρ. σε πολιτικές πορείες ή γήπεδα., έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα: στερεότυπη φράση που σηματοδοτεί το αίσιο τέλος παραμυθιού: Οι δύο νέοι παντρεύτηκαν και ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Το πρόβλημα λύθηκε και ~ ~., ζει (ή πέθανε); (προφ.): για πρόσωπο που δεν δίνει σημεία ζωής: Τον έχουμε χάσει από την παρέα· ~ ~; Έλα, τι έγινες, ζεις;, ζει σε άλλη εποχή (προφ.-ειρων.): είναι εκτός πραγματικότητας, δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες τάσεις., να ζει κανείς ή να μη ζει;: ως φιλοσοφικό ερώτημα: ~ ~ (ιδού η απορία). [< αγγλ. tο be or not to be] , να ζήσεις/να (σου) ζήσει!: ως ευχή σε κάποιον για τον ίδιο ή για το παιδί του: (για εορτάζοντα) Χρόνια σου πολλά! ~ ~ και να ευτυχήσεις! Να σου/σας ζήσει (: το παιδί)!|| (για νεόνυμφους:) Να ζήσετε! Να σας ζήσουν!, πού ζεις; (οικ.-ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι εκτός τόπου και χρόνου: Δεν το ξέρεις; Μα καλά ~ ~;, (ζουν) κάτω από την ίδια στέγη βλ. στέγη, από τον Άρη κατέβηκε;/στον Άρη ζει; βλ. Άρης, βαριέμαι που ζω βλ. βαριέμαι, είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του βλ. κόσμος, ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω, ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης, ζω με/τρώω αέρα κοπανιστό βλ. αέρας, ζω/μένω/είμαι στη σκιά βλ. σκιά, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, κάνω/ζω τη ζωή μου βλ. ζωή, ξέρει να ζει (τη ζωή του/της) βλ. ξέρω, ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος βλ. άρτος, πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα βλ. πετώ, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι ● βλ. ζην, ζήτω [< αρχ. ζῶ]

ηγεμόνας

ηγεμόνας[ἡγεμόνας] η-γε-μό-νας ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. (λόγ.) ηγεμονίδα} & (αρχαιοπρ.) ηγεµών 1. (παλαιότ.) ανώτατος άρχοντας απολυταρχικού καθεστώτος: οι αυλές των ~ων. Πβ. αυτοκράτορας, μονάρχης.|| (ΙΣΤ.) Οι ~ες των παραδουνάβιων ηγεμονιών. (ως επίθ.) Ηγεμονίδα πόλη. 2. (μτφ.) αυτός που έχει ηγετικό, κυρίαρχο ρόλο σε κάποιον τομέα ή χώρο: ~ της παγκόσμιας οικονομίας. Πβ. αρχηγός, ηγέτης. ● βλ. ηγεμονίσκος [< 1: αρχ. ἡγεμών, μεσν. ηγεμόνας, αγγλ. hegemon, 1904]

ηγεμονίσκος

ηγεμονίσκος[ἡγεμονίσκος] η-γε-μο-νί-σκος ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση ισχύος και φέρεται αυταρχικά ή αλαζονικά: Ορισμένοι τοπικοί άρχοντες συμπεριφέρονται ως ~οι. Πβ. δικτατορ-, τυρανν-ίσκος. 2. (υποκ.) αρχηγός μικρού ή αδύναμου κράτους· ασήμαντος ηγέτης, χωρίς ισχύ. Πβ. ηγετίσκος. ● βλ. ηγεμόνας [< γαλλ. roitelet]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

ισχίο

ισχίο[ἰσχίο] ι-σχί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΑΝΑΤ. γοφός: αρθρίτιδα/δυσπλασία/εξάρθρημα/κάταγμα του ~ου. Τράβηγμα στο ~. [< αρχ. ἰσχίον, γαλλ. ischion, αγγλ. ischium]

καλογερεύω

καλογερεύωκα-λο-γε-ρεύ-ω ρ. (ατμβ.) {καλογέρεψε} ΣΥΝ. μονάζω 1. γίνομαι καλόγερος. 2. (μτφ.) ζω απομονωμένος· μένω ανύπαντρος. ● ΦΡ.: ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου (παροιμ.): ως προτροπή σε κάποιον να παντρευτεί νέος ή γενικότ. να πάρει κρίσιμες για τη ζωή του αποφάσεις, πριν να είναι πολύ αργά., όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει βλ. διάβολος [< μεσν. καλογερεύω]

ο

ο1. (πρόφ. όμικρον) το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [o]: ~ κεφαλαίο (Ο). ~ μικρό (ο). Πβ. όμικρον. Βλ. δίφθογγος, φωνήεν. 2. (πρόφ. όμικρον) εβδομηκοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική· εβδομήντα: (συνήθ. με τόνο ο΄/Ο΄) Εδάφιο ~.|| Η μετάφραση των ~ (= Εβδομήκοντα). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ο ή ,ο:) εβδομήντα χιλιάδες. [< αρχ. Ο, μεσν. ο]

όπως

όπως[ὅπως] ό-πως επίρρ. εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις 1. αναφορικές· δηλώνει συμφωνία, τρόπο, κατάσταση ή παρομοίωση, παραλληλισμό: (απ' όσα, σύμφωνα με όσα) ~ ανέφερε/δήλωσε/είπε/τόνισε, ... (απ' ό,τι) ~ βλέπετε/γνωρίζετε/καταλαβαίνετε/μπορείτε να δείτε, ... ~ ήταν αναμενόμενο/φυσικό, ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. ~ διατάξετε.|| (με τον τρόπο που) Τα πράγματα ήρθαν ~ ακριβώς έπρεπε. Της φέρθηκε ~ αρμόζει σε μια κυρία. (συγκαταβατικά) ~ θες/νομίζεις (πβ. ό,τι πεις). Έλα/πήγαινε ~ είσαι (: με τα ρούχα που φοράς τώρα, χωρίς να ντυθείς κατάλληλα). Θα βρείτε το κτίριο, ~ (= καθώς) πηγαίνετε, στο αριστερό σας χέρι.|| (Έτσι) ~ είμαι τώρα, δεν μπορώ να κάνω τίποτα (: στην κατάσταση που βρίσκομαι).|| (σε ελλειπτ. λόγο) ~ κάθε μέρα/πάντα, έτσι και σήμερα πήγε για τρέξιμο το πρωί. Τίποτα δεν ήταν ~ (= σαν) παλιά/πριν/πρώτα. (προφ.-συνήθ. ειρων.) Βότκα, ~ λέμε νεράκι. || Κορυφαίοι νομικοί, όπως (επίσης) και η αντιπολίτευση, συμφωνούν ότι … 2. χρονικές· ενώ, καθώς, την ώρα που: (συχνά σε διηγήσεις) ~ καθόμουν ήσυχα στον καναπέ, ακούω ξαφνικά έναν περίεργο θόρυβο. ~ φεύγεις, πέτα και τα σκουπίδια στον κάδο απορριμάτων. 3. (λόγ.) να: Παρακαλείσθε ~ επικοινωνήσετε με ... 4. σε απαρίθμηση ομοειδών συνήθ. πραγμάτων, στοιχείων: Τα όσπρια, ~ οι φακές και τα φασόλια, είναι πηγές σιδήρου. ● ΦΡ.: ή όπως αλλιώς: προς δήλωση παραχώρησης ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα λεχθεί ή θα γίνει κάτι: Τι ξέρεις για το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης ~ ~ λέγεται;, όπως κ(α)ι αν/και να ... (προφ.): (σε εναντίωση ή παραχώρηση) ανεξάρτητα από κάτι, σε κάθε περίπτωση: ~ ~ έχει (το πράγμα), αδελφός σου είναι· πρέπει να του μιλήσεις. ~ ~ το κάνουμε, δεν ξεχνιέται τέτοια προσβολή., όπως-όπως (προφ.): πρόχειρα (συνήθ. λόγω βιασύνης): Τα μάζεψε ~ ~ κι έφυγε. Πβ. κουτσά στραβά, τσάτρα πάτρα. ΣΥΝ. άρον-άρον, κακήν κακώς (2), έτσι όπως βλ. έτσι, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω, όπως αγαπάτε βλ. αγαπώ, όπως άλλωστε βλ. άλλωστε, όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω, όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά βλ. νύφη, όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... βλ. αν, όπως ο διά(β)ολος το λιβάνι βλ. διάβολος, όπως πάει βλ. πηγαίνω & πάω, όπως πάω/πας βλ. πηγαίνω & πάω, όπως σε βλέπω και με βλέπεις! βλ. βλέπω, όπως τον/την γέννησε η μάνα του/της βλ. μάνα [< αρχ. ὅπως]

ου

ου[οὐ] μόρ. (αρν.) (αρχαιοπρ.): στις ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον: για να δηλωθούν τα αρνητικά συνεπακόλουθα των γηρατειών: Αν ξεχνάω και κανέναν, συγγνώμη· ~ ~., ναι ή ου;: ναι ή όχι: Συμφωνείς, ~ ~;|| Τελικά θα έρθεις, ~ ~;, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, ου μπλέξεις! βλ. μπλέκω [< αρχ. οὐ]

ύψος

ύψος[ὕψος] ύ-ψος ουσ. (ουδ.) {ύψ-ους | -η, -ών} 1. απόσταση σε κατακόρυφο άξονα από τη βάση ως την κορυφή: το ~ του αγάλματος/δωματίου/κτιρίου/τοίχου. ~ πόρτας. Ρύθμιση του ~ους (του καθίσματος).|| Το ~ του βουνού. Βλ. υψόμετρο.|| (το ~ του ανθρώπου) Αναλογία βάρους-~ους. Tι ~ έχεις; Πβ. ανάστημα, μπόι. 2. συγκεκριμένη θέση πάνω σε νοητή κατακόρυφη γραμμή και γενικότ. σε σχέση με ορισμένο σημείο αναφοράς: μπότες/φούστα μέχρι το ~ του γόνατου. Μου φτάνει μέχρι το ~ των ώμων. Πετάμε σε μεγάλο ~. Πβ. επίπεδο.|| Ατύχημα στο ~ της οδού ...|| (μτφ.) Περιμένει την εξ ~ους βοήθεια (: τη θεϊκή βοήθεια, το θαύμα). 3. (μτφ.) το ανώτερο σημείο προς το οποίο κινείται ένα οικονομικό κυρ. μέγεθος: (ΟΙΚΟΝ.) το ~ των αποδοχών/της αποζημίωσης/των δαπανών/των επενδύσεων/των επιτοκίων/της παραγωγής/των συναλλαγών/των τιμών/της χρηματοδότησης. Αγορές/δάνειο/κεφάλαιο/λογαριασμός/οφειλές/πρόστιμο/συμφωνία/υποτροφία ~ους ... ευρώ.|| Το ~ της βροχόπτωσης. Πβ. ποσότητα. 4. ΓΕΩΜ. το κάθετο ευθύγραμμο τμήμα που φέρεται από κορυφή γεωμετρικού σχήματος ή σώματος προς τη βάση του: ~ του κυλίνδρου/ορθογωνίου/παραλληλογράμμου/πρίσματος/τραπεζίου/τριγώνου (βλ. ορθόκεντρο). 5. ΜΟΥΣ. η ποιότητα ενός μουσικού ήχου, η οποία καθορίζεται από τη συχνότητα των δονήσεων που τον παράγουν. Πβ. τόνος. ΣΥΝ. οξύτητα (4) ● ΣΥΜΠΛ.: (άλμα εις) ύψος: ΑΘΛ. αγώνισμα στίβου κατά το οποίο ο αθλητής πρέπει να περάσει πάνω από έναν πήχη τοποθετημένο οριζόντια σε δύο στυλοβάτες: ~ ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. (άλμα εις) μήκος. [< αγγλ. high jump] ● ΦΡ.: ή του ύψους ή του βάθους: προκειμένου να δηλωθεί η αστάθεια που χαρακτηρίζει κάποιον/κάτι: Είναι ~ ~, τη μια κατενθουσιασμένος με τη δουλειά, την άλλη απογοητευμένος. ~ ~ η ομάδα· από τη νίκη στην ήττα., παίρνω ύψος ΑΝΤ. χάνω ύψος 1. ψηλώνω: Πήρε απότομα ~, όταν μπήκε στην εφηβεία. ΣΥΝ. παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι 2. φτάνω σε επιθυμητή ή μεγάλη απόσταση, συνήθ. από το έδαφος: Το ελικόπτερο πήρε ~ και άλλαξε πορεία. Η μπάλα πήρε ~ και κατέληξε εκτός γηπέδου., πετώ στα ύψη (μτφ.) 1. ανεβαίνω, αυξάνομαι: Οι τιμές πέταξαν ~. 2. είμαι πολύ χαρούμενος: Πέταξε ~, όταν άκουσε τα καλά νέα., στα ύψη (μτφ.): για να δηλωθεί αύξηση σε μεγάλο βαθμό: αδρεναλίνη/ψυχολογία ~ ~. Τα ενοίκια/οι πωλήσεις του βιβλίου/οι τιμές (των ακινήτων/τροφίμων) ανέβηκαν ~ ~. ~ ~ εκτινάχθηκε/εκτοξεύτηκε η μετοχή της ..., χάνω ύψος: παύω να έχω μεγάλη ή την επιθυμητή απόσταση συνήθ. από το έδαφος: Λόγω βλάβης το αεροπλάνο έχασε ~ και συνετρίβη.|| Οι άνθρωποι με οστεοπόρωση τείνουν να ~ουν ~. Πβ. κονταίνω. ΑΝΤ. παίρνω ύψος., σε δυσθεώρητα ύψη βλ. δυσθεώρητος, στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων βλ. στέκομαι [< αρχ. ὕψος, γαλλ. hauteur]

UK

UK(το): Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ). [< αγγλ. United Kingdom]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.