Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 349 εγγραφές  [0-20]


  • αμ [ἄμ] μόρ. (προφ.-επιτατ.): (σε ερωτηματικές προτάσεις) δηλώνει κυρ. αντίθεση ή απορία: Του ζήτησες λεφτά; ~ τι, τζάμπα θα το έδινα; Καλά εκείνος, είναι πάντα αγενής. ~ η γυναίκα του (πβ. γιατί, ενώ); Εκεί ήταν, ~ πού αλλού; Πβ. μα. ● ΦΡ.: αμ ... αμ (και) ... (επιτατ.): σε αντιθέσεις: ~ σου αρέσει να ζεις μόνος, ~ θέλεις και να παντρευτείς! Πβ. εμ., αμ δε: αποκλείεται, δεν πρόκειται να κάνω κάτι: ~ ~ που θα σου κάνω το χατίρι! Ύστερα από όσα μου έκανες, ζητάς και τη βοήθειά μου; ~ ~! (: δεν θα σε βοηθήσω)., (αλλά/αμ/μα/όμως) έλα που/έλα όμως που βλ. έλα, αμ πώς βλ. πώς [< αμέ]
  • ΑΜ1 1. (ο/η) (για βασιλιά/βασίλισσα) Αυτού/Αυτής Μεγαλειότης. 2. (η) Αυτού Μακαριότητα/Μακαριότης. 3. (ο) Αριθμός Μητρώου. 4. (η) Αστυνομία/Ασφάλεια Μονάδας. 5. (η) Αστρονομική Μονάδα.
  • ΑΜ2 (τα) (έι-εμ): τα βραχέα κύματα. Βλ. εφ-εμ. [< αγγλ. Αmplitude Μodulation, 1921]
  • άμα [ἅμα] ά-μα σύνδ. (συνηθέστ. προφ.) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις 1. (με υποθετική ή χρονικοϋποθετική σημασία) αν, εφόσον: ~ τύχει και τον συναντήσεις, πες του ότι τον ψάχνω. ~ θες, έλα.|| (ειρων.) ~ είσαι εσύ αστυνομικός, εγώ είμαι ο πάπας/αστροναύτης.|| (απειλητ.) ~ σε πιάσω στα χέρια μου ...|| (αδιάφορα) ~ φύγει, έφυγε.|| (αντίθεση) ~ δεν μπορείς, τι το παιδεύεις (: αφού, εφόσον, από τη στιγμή που); 2. (με χρονική σημασία) όταν, μόλις: ~ χτύπησε το κουδούνι, οι μαθητές πετάχτηκαν έξω.|| (κάθε φορά που, όποτε, οσάκις:) ~ έρχεται στην παρέα, δημιουργεί πρόβλημα. 3. (με αιτιολογική σημασία-σπανιότ.) γιατί, που: Χαίρεται ~ μπορεί να βοηθήσει. ● ΦΡ.: άμα (+ δοτ.) (επίσ.): ταυτόχρονα, συγχρόνως με, αμέσως μόλις: Ο πρωθυπουργός προέβη σε δηλώσεις ~ τη αφίξει του στο αεροδρόμιο. ~ τη εμφανίσει/τη λήξει ..., εν τω άμα (και το θάμα/θαύμα) (λόγ.): αμέσως, στη στιγμή, ταχύτατα: Τελειώνει τα πάντα ~ ~! Πβ. στο άψε σβήσε., (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις! βλ. γουστάρω, αμ' έπος αμ' έργον βλ. έπος, άμα λάχει βλ. λαχαίνει, άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος [< αρχ. ἅμα]
  • αμαγείρευτος , η, ο [ἀμαγείρευτος] α-μα-γεί-ρευ-τος επίθ.: (κυρ. για φαγητό) που δεν έχει μαγειρευτεί: ~ο: κρέας (ΣΥΝ. άψητο, ωμό. ΑΝΤ. μαγειρεμένο, ψημένο). ~α: λαχανικά.
  • αμάδες [ἁμάδες] α-μά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. ομαδικό παιχνίδι που παίζεται με μικρή στρογγυλή και επίπεδη πέτρα (αμάδα) με στόχο να σημαδέψουν οι παίκτες την πέτρα των άλλων, προσπαθώντας να μη βγει από τα καθορισμένα πλαίσια. [< μεσν. αμάδα]
  • αμάζευτος , η, ο [ἀμάζευτος] α-μά-ζευ-τος επίθ.: που δεν έχει μαζευτεί, δεν έχει περισυλλεγεί: ~οι: καρποί. ~α: σκουπίδια. Πβ. ασυμμάζευτος. ΑΝΤ. μαζεμένος. ● ΦΡ.: έχει τον αμάζευτο (οικ.): είναι αδύνατον να μαζευτεί, να περιοριστεί: Τα έξοδα έχουν ~.|| (για πρόσ.) ~ ~, δεν μπορεί να μείνει ούτε λεπτό στο σπίτι., μαζεύω/συμμαζεύω τα αμάζευτα/τα ασυμμάζευτα βλ. μαζεύω
  • αμαζόνα [ἀμαζόνα] α-μα-ζό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΥΘ. (με κεφαλ. το αρχικό Α, συνηθέστ. στον πληθ.} μέλος μυθικού πολεμικού έθνους γυναικών, φημισμένων για την ιππευτική τους ικανότητα και την εχθρική τους στάση προς τους άνδρες. 2. (μτφ.) νεαρή συνήθ. γυναίκα που ασχολείται με την ιππασία: ~ του Ιππικού Ομίλου. Πβ. ιππεύτρια. [< 1: αρχ. Ἀμαζών, μεσν. Αμαζόνα 2: γαλλ. amazone]
  • αμαζονομαχία [ἀμαζονομαχία] α-μα-ζο-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΑΡΧ. μυθική μάχη μεταξύ Αθηναίων και Αμαζόνων: Οι δυτικές μετόπες του Παρθενώνα απεικόνιζαν την ~. Βλ. -μαχία. [< μτγν. Ἀμαζονομαχία]
  • αμάθεια [ἀμάθεια] α-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία μόρφωσης και παιδείας· ειδικότ. άγνοια: το σκοτάδι της ~ας. Η φτώχεια κι η ~ μαστίζει τις χώρες του Τρίτου Κόσμου.|| ~ για τον πολιτισμό ενός τόπου. Πβ. αγνωσία, αγραμματ-, αδαημ-οσύνη, αμορφωσιά, απαιδευσία. Βλ. -μάθεια. [< αρχ. ἀμαθία]
  • αμαθής , ής, ές [ἀμαθής] α-μα-θής επίθ./ουσ. {αμαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αμάθεια: ~ής: λαός. Αγράμματος/ανίδεος και ~.|| (ως ουσ.) Οι δεισιδαιμονίες των ~ών (ενν. ανθρώπων). Βλ. ακαλλιέργητος, αμόρφωτος, απαίδευτος, αδαής, -μαθής. ΑΝΤ. μορφωμένος [< αρχ. ἀμαθής]
  • άμαθος , η, ο [ἄμαθος] ά-μα-θος επίθ. & αμάθητος (λαϊκό-λογοτ.): που δεν έχει εξασκηθεί σε κάτι, δεν έχει εξοικειωθεί με αυτό: ~η: κοπέλα (= απονήρευτη). ~ο: αγόρι (: που δεν έχει πείρα της ζωής, άβγαλτο). ~ στις βαριές δουλειές (ΣΥΝ. άπειρος, ΑΝΤ. έμπειρος)/στο ξενύχτι/στο ποτό (ΣΥΝ. ασυνήθιστος, ΑΝΤ. μαθημένος, συνηθισμένος). Άνθρωπος κλειστός και ~ από κοινωνικές σχέσεις. Ήμουν μικρός/νέος και ~ (βλ. αθώος, άψητος). [< μεσν. άμαθος]
  • αμάκα [ἀμάκα] α-μά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): εξασφάλιση αγαθών από τους άλλους, τράκα: η τακτική του λαμόγιου και της ~ας.|| (σπάν. ως επίρρ.) Πάλι (στην) ~ την έβγαλε (: δωρεάν, τσάμπα). [< βεν. a macca]
  • αμακιγιάριστος , η, ο [ἀμακιγιάριστος] α-μα-κι-γιά-ρι-στος επίθ.: (κυρ. για γυναίκα) που δεν έχει μακιγιαριστεί: ~ο: πρόσωπο. Βγήκε έξω/φωτογραφήθηκε ~η (ΑΝΤ. μακιγιαρισμένη). ΣΥΝ. άβαφος & άβαφτος (2), αφτιασίδωτος (2)
  • αμάλγαμα [ἀμάλγαμα] α-μάλ-γα-μα ουσ. (ουδ.) {αμαλγάμ-ατος | -ατα} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.-θετ. συνυποδ.) μείγμα διαφορετικών μεταξύ τους στοιχείων: μουσικό ~. ~ εθνοτήτων/εικόνων/ήχων/πολιτισμών/φυλών. Πβ. αχταρμάς, κράμα, μωσαϊκό, συνονθύλευμα. 2. ΧΗΜ. κάθε κράμα υδραργύρου με ένα ή περισσότερα μέταλλα: οδοντιατρικό ~ (= σφράγισμα). 3. ΓΛΩΣΣ. δήλωση περισσοτέρων της μίας σημασιών από το ίδιο μόρφημα: μορφολογικό ~ (π.χ. το μόρφημα -ας στη λέξη πατέρας δηλώνει ταυτόχρονα την ονομαστική πτώση, τον ενικό αριθμό και το αρσενικό γένος). [< μεσν. αμάλγαμα, γαλλ. amalgame]
  • Αμάλθεια [Ἀμάλθεια] Α-μάλ-θει-α κύριο όν. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το κέρας της Αμάλθειας & (λόγ.) Αμαλθείας (μτφ.): αφθονία αγαθών και ευημερία: Παγκοσμιοποίηση: ~ ~ ή ασκός του Αιόλου; [< αρχ. Ἀμάλθεια]
  • αμαμελίδα [ἁμαμελίδα] α-μα-με-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό δέντρο της Β. Αμερικής (επιστ. ονομασ. Hamamelis virginiana), του οποίου τα φύλλα και ο φλοιός χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική, κυρ. για τις στυπτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητές τους: κρέμα με ~. [< αρχ. ἁμαμηλίς ‘μούσμουλο’, γαλλ. hamamélis, αγγλ. hamamelis]
  • αμάν [ἀμάν] α-μάν επιφών.: δηλώνει έντονο συναίσθημα (παράκληση, απόγνωση, φόβο, λύπη, δυσαρέσκεια, αγανάκτηση, θαυμασμό) ανάλογα με το συγκείμενο και τον επιτονισμό: ~ Παναγιά μου, φύλαγε (πβ. έλεος). ~ πες το μου, μη μ' αφήνεις στην αγωνία. ~, τη βάψαμε! ~! Τώρα τι κάνουμε; Οχ ~, τι κακό που μας βρήκε! ~ τι πάθαμε! ~ τι βάσανο κι αυτό. ~ μ' αυτούς τους ιούς! ~ (= πω πω), τι γυναικάρα ήταν αυτή! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν: για να εκφραστεί μεγάλος καημός, ντέρτι: Αν σε χτυπήσει ο έρωτας, ~ ~.|| (στο ρεμπέτικο και σε μαντινάδες) Σεβντά μου άναψε, ~ ~., αμάν πια: για να δηλωθεί έντονη αγανάκτηση, δυσφορία: ~ ~ βαρέθηκα να τον περιμένω! Πβ. αρκετά, νισάφι (πια), φτάνει πια., βρε αμάν, βρε ζαμάν: για μάταιη παράκληση: Τον χιλιοπαρακάλεσα, ~ ~, τίποτε αυτός! Πβ. βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου., κάνω αμάν (και πως) για κάτι/κάποιον 1. επιθυμώ πάρα πολύ, διακαώς: ~ει ~ να γυρίσει στην πατρίδα του. Πβ. κάνω κρα, πεθαίνω. 2. καταβάλλω μεγάλο κόπο, προσπαθώ πολύ για να καταφέρω κάτι: Ο κόσμος ~ει ~, για να βρει εισιτήριο!, λέω αμάν {συνήθ. στον αόρ.}: αγανακτώ εξαιτίας μεγάλης ταλαιπωρίας: Είπαμε ~ να γλιτώσουμε απ' αυτόν και να 'τος πάλι! [< τουρκ. aman]
  • αμανάτι [ἀμανάτι] α-μα-νά-τι ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} 1. (μτφ.-προφ.) για πρόσ. ή πράγμα που υποχρεώνεται να κρατήσει κάποιος, χωρίς να το επιθυμεί: Έφυγαν οι γείτονες και μου άφησαν τον σκύλο ~. 2. (παρωχ.) ενέχυρο: Αφήνω/βάζω/δίνω κάτι ~. ● ΦΡ.: μένω αμανάτι: μένω μόνος, με εγκαταλείπουν: Πήγαν όλοι στο πάρτι και έμεινα ~. [< μεσν. αμανάτι(ον) < τουρκ. amanat, emanet]
  • αμανές [ἀμανές] α-μα-νές ουσ. (αρσ.) & μανές: ΜΟΥΣ. ανατολίτικος αργόσυρτος μελωδικός σκοπός στον οποίο επαναλαμβάνεται συχνά το επιφώνημα "αμάν" και κατ' επέκτ. κάθε τραγούδι με παρόμοιο ύφος. Βλ. -ές. ● ΦΡ.: πήρε/σήκωσε/έχει (πολύ) ψηλά τον αμανέ: έχει υπεροπτική συμπεριφορά: Μεγαλοπιάστηκε και ~ ~. Βλ. καβάλησε το καλάμι. [< τουρκ. mâni]

αθώος

αθώος, α, ο [ἀθῷος] α-θώ-ος επίθ. 1. ΝΟΜ. που δεν έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα, δεν είναι ένοχος: Ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε/κρίθηκε (κατά πλειοψηφία) ~. Το δικαστήριο τον κήρυξε (ομόφωνα/παμψηφεί/πανηγυρικά) ~ο (: τον αθώωσε). Είμαι εντελώς/πραγματικά ~, δεν έχω να κρύψω τίποτα! ~ ή ένοχος; ~ ο κατηγορούμενος ελλείψει στοιχείων/λόγω αμφιβολιών. ~ μέχρι αποδείξεως του εναντίου. (Ο ύποπτος) δηλώνει/ισχυρίζεται/ορκίζεται (στο Ευαγγέλιο)/υποστηρίζει (ενώπιον του δικαστηρίου) ότι είναι ~ (: δεν φέρει ευθύνη) για το έγκλημα που του καταλογίζουν.|| (ως ουσ.) Κατηγόρησαν/συνέλαβαν έναν ~ο. Ενοχοποίηση/καταδίκη ~ων. 2. (για πρόσ.) που δεν φέρει ευθύνη για την ύπαρξη μιας δυσάρεστης κατάστασης, τις συνέπειες της οποίας συνήθ. υφίσταται: ~ος: άμαχος πληθυσμός. ~ο: βρέφος/ζώο/πλάσμα. ~οι: όμηροι/πολίτες. ~α: γυναικόπαιδα. ~α θύματα (του πολέμου).|| (ως ουσ.) Διώξεις/δολοφονίες/εκατόμβη/εξολόθρευση/σφαγή ~ων. Αγριότητες/βία/εγκλήματα σε βάρος/κατά ~ων. Είναι ο ~ της ιστορίας. 3. που δεν είναι επιλήψιμος, που χαρακτηρίζεται από αγνές προθέσεις ή αφέλεια, λόγω έλλειψης κοινωνικής πείρας, ερωτικών εμπειριών: ~ος: έρωτας (= πλατωνικός). ~α: ερώτηση/κοπέλα/σκέψη (= άδολη)/συμπεριφορά (βλ. ανεπίληπτη)/ύπαρξη/φάρσα/ψυχή. ~ο: αίσθημα/αστείο/βλέμμα/παιδί (= άκακο)/πρόσωπο/σχόλιο/ύφος (πβ. αγγελικό, απονήρευτο)/φιλί (: μη ερωτικό)/χαμόγελο/ψέμα. ~οι: επενδυτές (: που αγνοούν τους επενδυτικούς κινδύνους). ~α: κίνητρα/πειράγματα. ~ και άβγαλτος/ανυποψίαστος/απονήρευτος. Έχει ~α καρδιά. (ειρων.) Πρέπει κάποιος να είναι πολύ ~ (= αγαθός, αφελής, ΑΝΤ. πονηρός), για να πιστεύει κάτι τέτοιο. Δεν είναι τόσο ~οι όσο μοιάζουν/φαίνονται. Δεν είναι ~ ο ρόλος του σε αυτή την υπόθεση. Οι προθέσεις του κάθε άλλο παρά ~ες (: ανυστερόβουλες) είναι. ΑΝΤ. ένοχος (2) 4. που δεν είναι επικίνδυνος, δεν προκαλεί σωματική ή ηθική βλάβη: ~α: αιμορραγία/ασθένεια/συνήθεια. ~ο: φάρμακο. ~α: συμπτώματα. Το παιχνίδι φαίνεται ~ο (: ακίνδυνο), αλλά δεν είναι. Ακτινοβολίες ~ες (= αβλαβείς) για το δέρμα. ΑΝΤ. ένοχος (3) ● επίρρ.: αθώα ● ΣΥΜΠΛ.: αθώα/λευκή περιστερά βλ. περιστερά [< 1,2: αρχ. ἀθῷος 3,4: γαλλ. innocent]

ακαλλιέργητος

ακαλλιέργητος, η, ο [ἀκαλλιέργητος] α-καλ-λι-έρ-γη-τος επίθ. 1. (για έκταση γης) που δεν έχει καλλιεργηθεί: ~ος: αγρός. ~η: πλαγιά. ~ο: περιβόλι/χωράφι. Άγονο και ~ο έδαφος. Πβ. αδούλευτος, χέρσος. ΑΝΤ. καλλιεργημένος (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη παιδείας: ~ος: χαρακτήρας. ~ο: κοινό. ~α: στρώματα του πληθυσμού. Αγράμματος και ~ (πβ. αγροίκος, άξεστος). Πβ. απολίτιστος, χωριάτης. ΣΥΝ. αμόρφωτος, απαίδευτος (1) ΑΝΤ. καλλιεργημένος (2), μορφωμένος 3. (μτφ.) που δεν έχει αναπτυχθεί με συνεχή και συστηματική άσκηση: ~η: γλώσσα/φωνή. ~ο: ταλέντο. ΣΥΝ. ακατέργαστος (2) [< 1: μεσν. ακαλλιέργητος 2,3: γαλλ. non cultivé, inculte]

γουστάρω

γουστάρωγου-στά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γούσταρ-α κ. γουστάρ-ιζα, γουστάρ-ισα, -οντας} & (σπάν.) γουστέρνω (λαϊκό): μου προκαλεί ευχαρίστηση, μου αρέσει: ~ τα ταξίδια. ~ (πολύ) που κερδίσαμε (= ευχαριστιέμαι, χαίρομαι). ~ει να διαβάζει βιβλία (= τη βρίσκει). Δεν ~ να μου λες τι να κάνω/να τον βλέπω. Δεν ~ πάρε-δώσε/παρτίδες μαζί του. Έλα, όποτε ~εις (= θέλεις, επιθυμείς). Κάνει ό,τι (του) ~ει (= ό,τι του κάνει κέφι, ό,τι του καπνίσει). (νεαν. αργκό) -Λέμε να πάμε για καφέ, θα έρθεις; -Δεν ~.|| (για πρόσ.) Δεν τον ~ καθόλου (= δεν τον πάω). Τη ~ει (: ενν. ερωτικά). ● ΦΡ.: (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις!: (ως κατηγορηματική δήλωση) είτε σου αρέσει είτε όχι: Εγώ πάντως θα πάω κι ~ ~!, έτσι γουστάρω/έτσι μου γουστάρει (προφ.): για να δηλώσει κάποιος ρητά πως θα κάνει αυτό που θέλει: Εγώ ~ ~ και σ' όποιον αρέσει! Φεύγω, επειδή ~ ~!, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! (εμφατ.): ό,τι θες, ό,τι σου αρέσει: Κάνε ~ ~! [< ιταλ. gustare]

έλα

έλα[ἔλα] έ-λα (ως επιφών. στην αρχή πρότασης): δηλώνει, ανάλογα με τον επιτονισμό, τρυφερότητα, προτροπή, προσταγή, παράκληση, διαφωνία, ειρωνεία, έκπληξη, επιδοκιμασία: ~ (μου), μην κλαις! ~, καημένε, όλο παραπονιέσαι! ~ για πες μου εκείνο το ανέκδοτο (ΣΥΝ. εμπρός, άντε)! ~ λίγο ακόμα! (στο τηλέφωνο) ~, μ' ακούς; ~, πήγαινε/φύγε τώρα και μην ξαναγυρίσεις. Ελάτε, σας παρακαλώ! Ελάτε, μην είστε υπερβολικοί! ~, καλέ, μην ντρέπεσαι! ~ Χριστέ και Παναγιά/Απόστολε/Κύριε, τι πράμα είναι τούτο (ΣΥΝ. Κύριε Ελέησον, Θεέ και Κύριε, Κύριε των δυνάμεων); ~ μπράβο, καμάρι μου, καλά τους τα 'πες! ● ΦΡ.: (αλλά/αμ/μα/όμως) έλα που/έλα όμως που (εμφατ.): (για δήλωση αντίθεσης, αμφισβήτησης) αλλά, όμως: Είχε δίκιο, αλλά έλα που δεν ήθελα να το παραδεχτώ! Έλα όμως που εγώ δεν καταλαβαίνω! Αμ έλα που κάνεις λάθος! Κανονικά θα έπρεπε να αδιαφορήσω, όμως έλα που δε(ν) γινόταν!, έλα ντε (προφ.) & (οικ.) έλα μου ντε 1. όταν ο ομιλητής συμφωνεί με την απορία ή συμμερίζεται τα συναισθήματα του συνομιλητή του: ~ ~, αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ! ~ ~, πώς δεν το σκέφτηκε; 2. (+ που) δηλώνει αντίθεση με ό,τι ειπώθηκε προηγουμένως: ~ ~ που (= όμως) η ζωή τα έφερε έτσι!, έλα τώρα/δα! (ως επιφών.): δηλώνει, ανάλογα με τον επιτονισμό, παράκληση, αμφιβολία, ειρωνεία: ~ τώρα, καλέ, πες μου! ~ τώρα, μην κάνεις έτσι! ~ τώρα, υπερβολές! ~ τώρα, που δεν σε πειράζει! ~ δα, καημένη, τι φοβάσαι; ● βλ. έρχομαι [< μεσν. έλα, ελάτε]

έπος

έπος[ἔπος] έ-πος ουσ. (ουδ.) {έπ-ους | -η, -ών} 1. μακροσκελές αφηγηματικό ποίημα που εξιστορεί, εξυμνεί μυθικές ή πραγματικές ηρωικές πράξεις· κατ' επέκτ. κάθε καλλιτεχνικό έργο με παρόμοια χαρακτηριστικά: (ΦΙΛΟΛ.) ακριτικό/διδακτικό/ερωτικό/ηρωικό/θρησκευτικό/ινδικό/ιπποτικό/ιστορικό/λατινικό/ρομαντικό ~. Μέτρο/προοίμιο/προφορική σύνθεση/τεχνικές του ~ους. Τα ομηρικά ~η. Βλ. δράμα, επύλλιο, λυρική ποίηση.|| Κινηματογραφικό ~. ~ επιστημονικής φαντασίας. 2. (μτφ.) σύνολο ηρωικών, συνήθ. πολεμικών, γεγονότων: ~ αυτοθυσίας και αυταπάρνησης. Το (θρυλικό) ~ του 1940/του '21. ΣΥΝ. εποποιία (1) ● ΦΡ.: αμ' έπος αμ' έργον (αρχαιοπρ.-εμφατ.): για κάτι που γίνεται αμέσως, χωρίς χρονοτριβή: Δεν πρόλαβε να δώσει την εντολή και ~ ~ (= με το που το είπε) έτρεξαν να την εκτελέσουν. Πβ. πάραυτα. ΣΥΝ. το 'πε και το 'κανε, έπεα πτερόεντα (αρχαιοπρ.): λόγια του αέρα, χωρίς βαρύτητα, σπουδαιότητα, αξία ή πρακτική εφαρμογή: Ανεκπλήρωτες υποσχέσεις που αποδείχθηκαν/παραμένουν ~ ~. Πβ. αερολογίες. [< αρχ. ἔπεα πτερόεντα] , το αλβανικό έπος βλ. αλβανικός [< αρχ. ἔπος ‘λόγος’, πληθ. ἔπη (τά) ‘επικοί στίχοι, (επική) ποίηση’]

-ές

-ές{-έδες}: κατάληξη για τον σχηματισμό αρσενικών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: αμαν~/βαλ~/καναπ~/καφ~/μεζ~/μενεξ~/μιναρ~/μπαξ~/μπερ~/ναργιλ~/τενεκ~/φιδ~/φραπ~.

εφ-εμ & εφέμ

εφ-εμ & εφέμ[ἐφ-εμ] εφ-εμ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & FM: ραδιοφωνικές συχνότητες: Ο σταθμός εκπέμπει στα ~. Η εκπομπή μεταδίδεται από τα ~. Πβ. ερτζιανά. [< αγγλ. Frequency Modulation, 1922, FM, 1940]

λαχαίνει

λαχαίνειλα-χαί-νει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον αόρ. έλαχε, λάχει} (λαϊκό): τυχαίνει, συμβαίνει: Του έλαχε (ο κλήρος) να ... Κάνουν ό,τι λάχει. (Είναι) να μη σου λάχει! Όπου/όπως λάχει (: όπου/όπως να 'ναι). ● ΦΡ.: άμα λάχει: όταν τύχει, αν συμβεί: Βοηθάω πού και πού ~ ~. (μάγκικα:) ~ ~ να (π)ούμε., εμείς οι βλάχοι, όπως λάχει βλ. βλάχος, βλάχα [< μεσν. λαχαίνω]

μαζεύω

μαζεύωμα-ζεύ-ω ρ. (μτβ.) {μάζ-εψα, (διαλεκτ.) έμασα, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, μαζ-εμένος, μαζεύ-οντας} & (λαϊκό) μαζώνω 1. συγκεντρώνω: ~ βαθμούς/δικαιολογητικά/εμπειρίες/ένσημα/κουπόνια/πόντους/υπογραφές (: ως μέσο άσκησης πίεσης). ~ει απόψεις για το θέμα/πληροφορίες για το παρελθόν/υλικό για την εργασία του. ~ουν χρήματα (= κάνουν έρανο) για τους φτωχούς. Πβ. συσσωρεύω. 2. αφαιρώ αντικείμενα από κάπου και τα μεταφέρω αλλού: ~ τα πιάτα από το τραπέζι/τα απλωμένα ρούχα. ~ νερό από τη βρύση.|| ~ ελιές/φρούτα/χόρτα.|| Τα ~εψα (ενν. τα πράγματά μου) και έφυγα. 3. φέρνω ανθρώπους στον ίδιο χώρο: ~εψα τους φίλους μου στο σπίτι. Αίθουσες που ~ουν πολλούς θεατές. Πβ. συγκεντρώνω, συναθροίζω. 4. απομακρύνω άχρηστα αντικείμενα ή τακτοποιώ: ~ μπάζα. Το απορριμματοφόρο ~εψε τα σκουπίδια. ~εψα τα φύλλα από την αυλή.|| Πρέπει να ~έψω το δωμάτιο (= να το συγυρίσω, συμμαζέψω). 5. τυλίγω κάτι απλωμένο: ~ την τέντα/το καλώδιο/τα πανιά. 6. ανασηκώνω: ~ τη φούστα/τα μαλλιά/τα μανίκια/τα μπατζάκια μου. 7. φέρνω προς το μέρος μου: ~ τα δίχτυα/τα σχοινιά. ~εψε (= πάρε) τα χέρια σου από πάνω μου! ΣΥΝ. τραβώ (1) 8. συλλέγω: ~ αυτοκόλλητα/γραμματόσημα/παλιά βιβλία/τηλεκάρτες. 9. κινούμαι και πιάνω κάτι με τα χέρια: ~εψα τα γυαλιά από κάτω. Ο τερματοφύλακας ~εψε την μπάλα. 10. περισυλλέγω κάτι για να το περισώσω ή να το προστατέψω: ~εψα το σημείωμα από τον σκουπιδοτενεκέ. Ο φιλοζωικός σύλλογος ~εψε το αδέσποτο σκυλί. Πβ. περι~. 11. (μτφ.) ανασκευάζω, αναιρώ: Προσπάθησε να ~έψει τη δήλωσή του/όσα είπε. 12. (για συμπεριφορά) συγκρατώ: ~εψέ τον, γιατί έχει πάρει πολύ αέρα!μαζεύει: (για επιφάνεια) καλύπτεται από ανεπιθύμητα ελαφρά υλικά: Το πλυντήριο ~ (= πιάνει) άλατα. Σημεία που ~ουν βρομιά. Τα έπιπλα έχουν ~έψει σκόνη., μαζεύεται 1. (για πλήθος ανθρώπων) συγκεντρώνεται σε κάποιο μέρος: Η νεολαία ~εται στις καφετέριες. Τα παιδιά ~εύτηκαν γύρω του. Θα ~ευτούμε στο σπίτι μου για ρεβεγιόν. 2. συσσωρεύεται: Έχει ~ευτεί αρκετή δουλειά. ~εύτηκαν κάμποσες εκκρεμότητες/πολλά προβλήματα. ● Παθ.: μαζεύομαι 1. δείχνω αυτοσυγκράτηση: Κοίτα να ~ευτείς λίγο, γιατί έχεις ξεσαλώσει! Πρέπει να ~ευτώ κάπως, γιατί έκανα πολλά έξοδα τελευταία. 2. επιστρέφω: Βγήκαμε για ποτό και ~ευτήκαμε στα σπίτια μας το πρωί. 3. κουλουριάζομαι: ~εύτηκε σε μια γωνιά. Πβ. ζαρώνω, κουβαριάζομαι. Βλ. τεντώνομαι. ● ΦΡ.: μαζεύω/συμμαζεύω τα αμάζευτα/τα ασυμμάζευτα {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (εμφατ.-μτφ.): προσπαθώ να διορθώσω κάτι πολύ δυσάρεστο που δύσκολα επανορθώνεται και για το οποίο φέρω ευθύνη: Πρώτα τα έκαναν μπάχαλο κι ύστερα έτρεχαν να ~έψουν ~., μάζευε κι ας είν' και ρώγες βλ. ρώγα, μαζεύω τα κομμάτια μου βλ. κομμάτι, μαζεύω το μυαλό μου βλ. μυαλό, μαζεύω/ξεστρώνω το τραπέζι βλ. τραπέζι, μαζεύω/παίρνω τα μπογαλάκια μου βλ. μπογαλάκι, μάζεψε τη γλώσσα σου βλ. γλώσσα, μάζεψε/μπήκε στο πλύσιμο βλ. πλύσιμο, με μαζεύουν με το κουταλάκι/τα κουταλάκια βλ. κουτάλι [< μεσν. μαζεύω]

-μάθεια

-μάθεια: επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση πεδίου ή επιπέδου γνώσεων: αγγλο~/αρχαιο~/γλωσσο~/ελληνο~/νομο~/χρηστο~.|| Ευρυ~/ημι~/πολυ~.|| Φιλο~.

-μαχία

-μαχία(λόγ.) επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε συμπλοκή ή αντιπαράθεση και ειδικότ. 1. στους αντιπάλους: (μτφ.) γιγαντο~/τιτανο~. Kοκορο~.|| (σπανιότ. στο αντικείμενο, στον στόχο) Ταυρο~. 2. στον χώρο διεξαγωγής: αερο~/ναυ~/οδο~/πεζο~. 3. στον τρόπο ή το μέσο: αντι~/αψι~/τηλε~.|| Mονο~. Συμ~.|| Αρματο~/λασπο~/ξιφο~/πυγ~. Λογο~. 4. στην αιτία: εικονο~.

πώς

πώς[πῶς] επίρρ. 1. (σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις) για να διατυπωθεί ερώτημα σχετικά με τον τρόπο ή το μέσο και ειδικότ. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τη διάθεση ή την υγεία, τη γνώμη ή την εντύπωση: -~ ήρθατε; -Με τα πόδια/οδικώς. -~ λειτουργεί; -Με μπαταρία. -~ τα κατάφερε; -Διαβάζοντας πολύ. Δεν ξέρει ~ να φερθεί.|| -~ είσαι/νιώθεις/τα πέρασες; -Άσχημα/καλά!|| -~ ήταν/σου φάνηκε το φαγητό; -Υπέροχο! -~ βλέπεις/φαντάζεσαι την κατάσταση; -Χάλια! -~ σχολιάζεις το γεγονός; -Πιστεύω ότι ... ~ το κατάλαβες ότι ...; 2. (ερωτηματικά ή επιφωνηματικά) δηλωτικό απορίας ή έκπληξης, θετικής ή αρνητικής: Αναρωτιέμαι ~ (= γιατί) δεν έχει γίνει κατανοητό μέχρι τώρα. ~ βαστάει η καρδιά/ψυχή σου να/και με στενοχωρείς; ~ τη γλίτωσε, ένας Θεός ξέρει! ~ να της το πω!|| (+ και) ~ και δεν έχει εμφανιστεί ακόμα/τηλεφώνησες; ~ (και) δεν χτύπησε, να λες!|| (αποδοκιμασία:) ~ (είναι δυνατόν να) μιλάς έτσι; Δεν ντρέπεσαι;|| (θαυμασμός:) ~ μεγάλωσες/ομόρφυνες (έτσι)!|| (ειρων.) ~ τα λέει! 3. (επιφωνηματικά) πόσο πολύ: ~ μ' αρέσει να ...! ~ μου λείπει! 4. βέβαια, σίγουρα: -Θα του το πεις; -~!|| (ειρων.) -Ευχαριστήθηκες; -~ (ενν. καθόλου)!|| (επιτατ., για να αντικρουστεί μια άποψη) (+ δεν) -Την είδες; -~ δεν την είδα! (+ να μην) ~ να μην χαρώ, άλλωστε! ● Ουσ.: το πώς: ο τρόπος: Όλα εξαρτώνται από ~ ~ θα χειριστείς την υπόθεση. ● ΦΡ.: αμ πώς (προφ.): τι νόμιζες, δηλαδή: Με δυο κουβέντες τον έβαλα στη θέση του, ~ ~ (= όχι, παίζουμε)! Τους βοήθησαν οι γονείς τους, ~ ~, θα τα κατάφερναν μόνοι τους;, πώς (κι) έτσι; (προφ.): (δηλώνει έκπληξη) γιατί, για ποιον λόγο; Δεν θα του τηλεφωνήσεις; ~ ~|| ~ ~ (= πώς τόσο) γρήγορα/πρωί-πρωί;, πώς είπες/είπατε; & πώς; (προφ.-συχνά ειρων.): δεν άκουσα, μπορείς/μπορείτε να επαναλάβεις/επαναλάβετε;, πώς και πώς/τι (προφ.) για να δηλωθεί 1. λαχτάρα, ανυπομονησία: Περιμένω ~ ~ να σε ξαναδώ/τις διακοπές. 2. δυσκολία: Κοιτάζω ~ ~ να τα βγάλω πέρα/να τα βολέψω. 3. μεγάλη αγάπη, φροντίδα: Τον/την έχει ~ ~ (= στα όπα όπα)., πώς πάει; (προφ.) 1. τι κάνεις; είσαι καλά; -~ ~; -Έτσι κι έτσι. 2. ποια είναι η πορεία, η εξέλιξη; ~ ~ το διάβασμα/η δουλειά/το σχολείο; Πώς πάνε οι πωλήσεις/οι σπουδές; Από χρήματα πώς πάτε;, πώς σε λένε; & πώς σε φωνάζουν;: ποιο είναι το όνομά σου;, το πώς και το γιατί: ο τρόπος και η αιτία: Θέλω να μάθω ~ ~!, το πώς και το πότε & το πότε και το πώς: ο τρόπος και ο χρόνος: Δεν διευκρινίστηκε ~ ~., κατά πώς βλ. κατά, πώς (το 'παθες) και ... βλ. παθαίνω, πώς γίνεται/έγινε να .../και ...; βλ. γίνομαι, πώς είναι/πάνε τα πράγματα; βλ. πράγμα, πώς θα ήθελα ...! βλ. θέλω, πώς μπόρεσες και/να ... βλ. μπορώ, πώς να στο/το πω βλ. λέω, πώς όχι; βλ. όχι, πώς πάνε τα κέφια/πώς τα πας; βλ. κέφι, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, πώς το θες; βλ. θέλω [< αρχ. πῶς]

φίλος

φίλοςφί-λος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο αρσενικού φύλου που συνδέεται φιλικά με κάποιον: αδελφικός (= καρντάσης)/αληθινός/διαδικτυακός/ένθερμος/καινούργιος/καλός/κοινός/κοντινός/οικογενειακός/παιδικός/παλιός/πιστός/στενός ~. (ειρων.) Άσπονδοι ~οι. Αχώριστοι/πραγματικοί ~οι. Ο αγαπημένος μου ~. Για πάντα/πάνω από όλα ~οι. Της έκανε τον ~ο. Ένας ~ μού είπε ... Είναι ~ (μου) από τον στρατό/το σχολείο. Στο λέω σαν ~. Ο ~ του ~ου μου είναι και δικός μου ~. Υπήρξε προσωπικός της ~. Μου σύστησε τον ~ο του. Προωθήστε το ιμέιλ σε έναν ~ο σας. Πβ. κολλητός.|| Βρήκε έναν απρόσμενο ~ο (= σύμμαχο) στο πρόσωπό του.|| (στον πληθ., για πρόσ. ανεξαρτήτως φύλου:) Οι φανταστικοί ~οι των παιδιών. ~οι δι' αλληλογραφίας. Είμαστε ή δεν είμαστε ~οι; Καλύτερα να μείνουμε ~οι. Έτσι κάνουν οι ~οι; Δεν έχει ~ους. Τους ~ους τους διαλέγουμε. (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Λίστα ~ων.|| (κατ' επέκτ.) Ο καλύτερος/πιο πιστός ~ του ανθρώπου (: συνήθ. για το βιβλίο και τον σκύλο, αντίστοιχα). Οι τετράποδοι ~οι μας (: τα ζώα).|| (οικ.) Όπως είπε προηγουμένως και ο ~ από 'δω ... (: συνήθ. όταν δεν ξέρουμε το όνομά του, βλ. κύριος). Βλ. γνωστός, φιλαράκος. ΑΝΤ. εχθρός (1) 2. εραστής, ερωτικός σύντροφος: Θα έρθει με τον ~ο της. Πβ. αγόρι, αμόρε, γκόμενος. 3. πρόσωπο που του αρέσει κάτι και ασχολείται με αυτό συνήθ. συστηματικά, υποστηρικτής, θαυμαστής: ~ του κινηματογράφου/των τεχνών/της τζαζ. Οι ~οι του βιβλίου (= βιβλιόφιλοι)/των γραμμάτων/του διαδικτύου/των ζώων (= ζωόφιλοι)/των κόμικς/του κρασιού/του μουσείου/της μουσικής (= μουσικόφιλοι)/μιας ομάδας (πβ. οπαδός, φίλαθλος)/του ποδηλάτου/τένις. Είμαι φανατικός ~ (= φαν) των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ανώνυμη επιστολή ~ου της εφημερίδας. Αντιδράσεις ~ων ενός κόμματος. Απαντήσεις σε ερωτήσεις ~ων της στήλης. Λέσχη/όμιλος/σύλλογος/συνάντηση/σύνδεσμος/συνέλευση ~ων της αστρονομίας/του βουνού/της θάλασσας/του σκακιού. Κείμενα ~ων και επισκεπτών του δικτυακού μας τόπου. Φόρουμ συζήτησης για τους ~ους του NBA. Για τους μικρούς μας ~ους (: τα παιδιά)/για τους ~ους της γεύσης. Πβ. θιασώτης, λάτρης. ΑΝΤ. πολέμιος 4. (η κλητ. φίλε & φίλοι) ως οικεία προσφώνηση: Άκου ρε ~ε τι γίνεται. Μπερδεμένα μας τα λες, ~ε μου. Τι έπαθες ρε ~ε; Καλωσήρθες ~ε! Αντίο ~ε! (προς κάποιον άγνωστο:) ~ε, πού είναι η οδός ...; (σε ακροατήριο:) Αγαπητοί (μου) ~οι ... Φίλες και ~οι ... 5. (μτφ.) στοιχείο, παράγοντας που ωφελεί, βοηθά: ~ της υγείας. Ο ύπνος είναι ~ της μνήμης. Το γάλα είναι από τους καλύτερους ~ους του παιδιού. Πβ. σύμμαχος. ΑΝΤ. εχθρός (3) 6. (ως επίθ., συνήθ. προσφών. προφ. ή γραπτή) αυτός για τον οποίο κάποιος έχει φιλική διάθεση: ~ε αναγνώστη/επισκέπτη ... Οι ~οι ακροατές/τηλεθεατές. Προσκαλούμε τους ~ους δημοσιογράφους ... Πβ. αγαπητός, προσφιλής, φίλτατος. 7. αυτός που συνδέεται με σχέση αμοιβαίας βοήθειας, ειρηνικής συνύπαρξης, υποστήριξης με κάποιον άλλο: Ήρθε ως/είναι ~ της χώρας μας.|| (ως επίθ., φιλικός:) ~οι: λαοί. Πβ. συμμαχικός. ΑΝΤ. εχθρός (2) ● Υποκ.: φιλαράκι (το): Να φέρω και ένα ~ μου; (αργκό) Καλά ρε ~, δεν πειράζει. Πβ. παλιόφιλος. ● Μεγεθ.: φιλάρας (ο) & φιλάρα (η) (αργκό): συνήθ. ως προσφών.: Τι κάνεις ρε ~α;|| (ειρων.) Κοίτα, ~α, αν δεν έχεις επιχειρήματα μη μιλάς.|| (απειλητ.) ~α τρέχει τίποτα; ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακός/εγκάρδιος φίλος: στενός και αγαπητός, επιστήθιος φίλος. ● ΦΡ.: άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ένα άτομο, το οποίο θεωρείται φίλος, συμπεριφέρεται πολύ άσχημα., δεν είμαι φίλος: ευγενικός, ήπιος τρόπος για να δηλώσει κάποιος ότι δεν του αρέσει κάτι: ~ ~ του αλκοόλ/της τηλεόρασης., πες/δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι (παροιμ.): το ήθος, η ποιότητα ενός ανθρώπου φαίνεται από τους φίλους που επιλέγει., πιάνω φίλο/φίλους (λαϊκό): αποκτώ φίλο ή κυρ. ερωτικό σύντροφο., αγάπα το(ν) φίλο σου με τα ελαττώματά του βλ. αγαπώ, ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται βλ. ανάγκη, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους βλ. λογαριασμός ● βλ. φίλη [< αρχ. φίλος, γαλλ. ami, αγγλ. friend]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.