Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 328 εγγραφές  [0-20]


  • προς πρόθ. (+ αιτ.) δηλώνει 1. τόπο, πορεία, κατεύθυνση: ~ το αεροδρόμιο/βουνό/λιμάνι. Δρομολόγια πλοίων από και ~ τα νησιά. Πτήσεις ~ τη Θεσσαλονίκη. Επέκταση του μετρό ~ ... Έτρεχε ~ τη θάλασσα. Ξεκίνησε το ταξίδι του ~ τα δυτικά.|| (+ τα + τοπικό επίρρ.) ~ τα εδώ/εκεί/κάτω/μέσα/μπρος/πάνω/πίσω. ~ τα ανατολικά/βόρεια. Διάταξη από δεξιά ~ τα αριστερά. Διαδρομή ~ τα νότια του νομού. ~ τα πού πάει το λεωφορείο;|| (μτφ.) Ο δρόμος ~ τη σωτηρία. Από τα Αρχαία ~ τα Νέα Ελληνικά. 2. αναφορά ή εναντίωση: ανακοίνωση/έκκληση/καλωσόρισμα/μήνυμα/παράκληση/πρόσκληση ~ τους (= στους) πολίτες. Βοήθεια ~ τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αίτηση ~ τη Γραμματεία. Παρεχόμενες υπηρεσίες ~ το κοινό. Απευθύνει πρόταση διαλόγου ~ τους συνδικαλιστές. Κλήσεις ~ κινητά. Συμμόρφωση ~ την οδηγία. Απάντηση ~ τους επικριτές. Χρήσιμες συμβουλές ~ τους οδηγούς. Φιλική ~ (: σε σχέση με) το περιβάλλον/τον χρήστη ηλεκτρονική συσκευή. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του ~ τον ... Απόδοση τιμής ~ τους ... Προσφορά ~ τον άνθρωπο. Διαφοροποιείται ως ~ (: όσον αφορά) τη μεθοδολογία και οργάνωση.|| Βρίσκονται/έρχονται σε αντίθεση ~ (= με) κάποιον/κάτι. Τα πορίσματα σε σύγκριση ~ τα δεδομένα. Αντιμετώπισε σαν ίσος ~ ίσο τον αντίπαλό του. Του ζήτησα μια χάρη σαν άντρας ~ άντρα. 3. (λόγ.) (+ ουσ. χωρ. άρθ.) σκοπό: ~ έγκριση/ενίσχυση/όφελος (όλων). Οικόπεδα ~ (= για) αγορά/πώληση. Κείμενα ~ σχολιασμό. Λογισμικό ~ εγκατάσταση. Δικαίωμα ~ διεκδίκηση. Είδος ~ εξαφάνιση (= που τείνει να εξαφανιστεί). Θέματα ~ έρευνα. Το νομοσχέδιο πρόκειται να κατατεθεί ~ ψήφιση στη Βουλή. 4. χρόνο κατά προσέγγιση: ~ το απόγευμα/μεσημέρι/πρωί. ~ το τέλος του αιώνα/της εποχής/της θητείας/της περιόδου/του προγράμματος. ~ τις αρχές του μήνα. 5. (λόγ.) (πριν από αριθμητ.) αξία ή συγκριτική σχέση, αναλογία: Αντικείμενο που τιμάται ~ εκατό ευρώ. Προκαταβολή ίση ~ το 10% της τιμής του προϊόντος.|| Σε κλίμακα ένα ~ χίλια. 6. (συνήθ. ανάμεσα σε ίδιες λέξεις) τρόπο (χωρισμό και διανομή) ή κατάσταση: Ανέφερε έναν ~ έναν τους λόγους για τους οποίους διώκεται. Οδηγίες βήμα ~ βήμα. Απαντά σημείο ~ σημείο στις επικρίσεις.|| ~ μεγάλη μου ανακούφιση/απογοήτευση/έκπληξη/ευχαρίστηση/ικανοποίηση/λύπη/χαρά διαπίστωσα ότι ... ● ΦΡ.: (από) πάππου προς πάππου βλ. πάππος, για μια στιγμή/προς στιγμή(ν) βλ. στιγμή, ένα προς ένα βλ. ένα, επί του παρόντος/προς το παρόν βλ. παρόν, η σιωπή μου προς απάντησή σου βλ. σιωπή, κάνω την ανάγκη μου βλ. ανάγκη, λέξη προς λέξη βλ. λέξη, οδηγίες προς ναυτιλλομένους βλ. ναυτιλλόμενος, παράδειγμα προς αποφυγή/μίμηση βλ. παράδειγμα, πάω/πηγαίνω προς νερού μου βλ. νερό, ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος; βλ. όφελος, προς ανατολάς βλ. ανατολή, προς αποφυγή(ν) βλ. αποφυγή, προς γνώση και συμμόρφωση βλ. γνώση, προς δόξα(ν) βλ. δόξα, προς ενέργεια βλ. ενέργεια, προς Θεού/για το Θεό βλ. θεός, προς όλες τις κατευθύνσεις/διευθύνσεις βλ. διεύθυνση, προς τα (ε)μπρός βλ. εμπρός, προς τα έξω βλ. έξω, προς τέρψη βλ. τέρψη, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; βλ. μίσος, προς τι; βλ. τι, προς τιμή(ν) κάποιου βλ. τιμή, προς το καλύτερο βλ. καλύτερος, προς το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, προς τούτο βλ. τούτος, προς τούτοις βλ. τούτος, σε αντιδιαστολή με/προς βλ. αντιδιαστολή, σπιθαμή προς σπιθαμή βλ. σπιθαμή, χιλιοστό (προς) χιλιοστό βλ. χιλιοστό [< αρχ. πρός]
  • προσ- & πρόσ- η λόγια πρόθεση ως πρόθημα λέξεων για δήλωση 1. κατεύθυνσης μιας κίνησης: πρόσ-πτωση. Προσ-γείωση/~εδάφιση/~θαλάσσωση. 2. ενέργειας, δράσης με αποδέκτη: προσ-φέρω/~φεύγω.|| Προσ-βάλλω. 3. συμμετοχής, σύμπραξης: προσ-χώρηση.|| (μτφ.) Προσ-υπογράφω (πβ. συν-). 4. συμπλήρωσης: προσ-αύξηση/~θήκη. 5. επίτασης: προσ-επικυρώνω.
  • προσαγόμενος , η, ο προ-σα-γό-με-νος επίθ. (λόγ.) 1. ΝΟΜ. που προσάγεται στη δικαιοσύνη: ~ος: δράστης/κρατούμενος/πολίτης. Μάρτυρας ~ σε δίκη.|| (ως ουσ.) ~oι για ανάκριση. Oι ~οι ενώπιον των αστυνομικών/δικαστικών/εισαγγελικών Αρχών. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που προσκομίζεται: ~η: βεβαίωση. ~ες: αποδείξεις/πληροφορίες. ~α: δικαιολογητικά/έγγραφα. 3. (σπάν.-επιστ.) εισερχόμενος: ~η: θερμότητα. Κατανομή ~ου αέρα. [< μτχ. εν. του ρ. προσάγομαι]
  • προσαγόρευση προ-σα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσφώνηση: τιμητική ~ (πβ. τίτλος τιμής). ~ ιερωμένου/κληρικού. ~ ευγενείας. [< μτγν. προσαγόρευσις]
  • προσαγορεύω προ-σα-γο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {προσαγόρευ-σα, -τηκε (λόγ.) -θηκε} (λόγ.): προσφωνώ (κάποιον): Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ~εται "Παναγιότατος". [< αρχ. προσαγορεύω]
  • προσάγω προ-σά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. προσ-ήγαγε, -αγάγει, -ήχθη (μτχ. -αχθείς, -αχθείσα, -αχθέν), -αχθεί, προσάγ-οντας, -όμενος}: ΝΟΜ. φέρνω κάποιον ενώπιον δικαστικής συνήθ. Αρχής: Η Αστυνομία ~ήγαγε στο τμήμα τους υπόπτους για ... Ο φερόμενος ως δράστης ~ήχθη ενώπιον του/στον εισαγγελέα για ανάκριση.|| (κατ' επέκτ.) ~ αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο (= προσκομίζω). [< αρχ. προσάγω ‘οδηγώ μπροστά ή ενώπιον’]
  • προσαγωγή προ-σα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. παρουσίαση προσώπου ενώπιον δικαστικής συνήθ. Αρχής, για να κριθεί: ~ υπόπτου στον ανακριτή/στην Ασφάλεια. ~ κατηγορουμένου σε δίκη. ~ για εξακρίβωση στοιχείων. 2. ΓΥΜΝ. (σπάν.) κίνηση άκρου με κατεύθυνση προς τον κορμό: ~ του αντίχειρα. ΑΝΤ. απαγωγή (4) 3. (σπάν.-επιστ.) παροχή: ~ θερμότητας/καυσίμων. ● ΣΥΜΠΛ.: βίαιη προσαγωγή: ΝΟΜ. καταναγκαστικό μέτρο που επιβάλλεται βάσει εντάλματος σε πρόσωπο που δεν προσήλθε για κατάθεση, αν και κλήθηκε νόμιμα: ~ ~ του κατηγορουμένου/των μαρτύρων. ~ ~ στο Αστυνομικό Τμήμα. Ένταλμα ~ης ~ής για ανάκριση. [< αρχ. προσαγωγή ‘παρουσίαση, ακρόαση’]
  • προσαγωγός , ός, ό προ-σα-γω-γός επίθ.: ΑΝΑΤ. που έχει πορεία από την περιφέρεια προς το κέντρο: ~ές: (νευρικές) ίνες (: που μεταβιβάζουν πληροφορίες από τα αισθητήρια όργανα στον εγκέφαλο). ~ά: αρτηρίδια (του νεφρού)/ερεθίσματα. Πβ. κεντρομόλος. Βλ. απαγωγός. || ~ διώρυγα. ● Ουσ.: προσαγωγός (ο): καθένας από τους μυς οι οποίοι, όταν συστέλλονται, προκαλούν το πλησίασμα του μηρού προς τη μέση γραμμή του σώματος: βραχύς/μακρός/μέγας ~. Θλάση στον (αριστερό/δεξιό) ~ό. ΑΝΤ. απαγωγός (2) [< γαλλ. (muscle) adducteur] ● ΣΥΜΠΛ.: προσαγωγό νεύρο βλ. νεύρο [< αρχ. προσαγωγός 'ελκυστικός', γαλλ. adducteur]
  • προσάμμωση προ-σάμ-μω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. απόθεση άμμου ή λεπτόκοκκων φερτών υλικών, κυρ. σε παραλία ή πυθμένα: τεχνητή/φυσική ~. Μείωση βάθους λιμένα λόγω ~ης.
  • προσάναμμα προ-σά-ναμ-μα ουσ. (ουδ.): εύφλεκτο μέσο για άναμμα φωτιάς: φυσικό ~ από ξερόκλαδα, πευκοβελόνες. Χρησιμοποιεί εφημερίδες/οινόπνευμα για ~ σόμπας/τζακιού.
  • προσανατολίζω προ-σα-να-το-λί-ζω ρ. (μτβ.) {προσανατόλι-σε, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσανατολίζ-οντας, -όμενος, προσανατολι-σμένος} ΑΝΤ. αποπροσανατολίζω 1. (μτφ.) υποδεικνύω σε κάποιον ή δίνω σε κάτι ορισμένη κατεύθυνση, καθοδηγώ προς συγκεκριμένες επιλογές: Ο εκπαιδευτικός ~ει τους μαθητές στο θέμα. Η επιχείρηση ~ει τις δραστηριότητές της στο εξωτερικό. ~ομαι σε άλλες λύσεις. Οι δράσεις του κινήματος ~ονται στο περιβάλλον. Η συζήτηση ~στηκε στην εξεύρεση τρόπων προσέγγισης του κοινού. Οι έρευνες της αστυνομίας ~στηκαν σε τρεις υπόπτους. Παιδεία ~σμένη στις ανθρώπινες ανάγκες. 2. τοποθετώ στον χώρο ή στρέφω προς ορισμένη κατεύθυνση με βάση συγκεκριμένες συντεταγμένες· (μεσοπαθ.) ακολουθώ σωστή πορεία, δεν χάνομαι: Χάρτης-σχεδιάγραμμα που ~ει τον ταξιδιώτη. Πβ. κατατοπίζω.|| ~εται γρήγορα/εύκολα. ~στηκαν από τη θέση του ήλιου/με τη βοήθεια πυξίδας. Έχασε τον δρόμο και δεν μπορούσε να ~στεί. Κτίριο/σπίτι ~σμένο στην Ανατολή. [< γαλλ. (s') orienter]
  • προσανατολισμός προ-σα-να-το-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ορισμένη τάση ή επιλογή, κατεύθυνση των ενεργειών, των σκέψεων κάποιου προς συγκεκριμένο στόχο: εκπαιδευτικός/εξαγωγικός/επιχειρηματικός/ερευνητικός/θεωρητικός/ιδεολογικός/κοινωνικός/παιδαγωγικός/πολιτικός ~. Γενικοί/οικονομικοί/στρατηγικοί/σύγχρονοι ~οί. Ο καινούργιος ~ της αγοράς/των τραπεζών. ~ του προγράμματος σπουδών στα νέα επιστημονικά δεδομένα. Αναπτυξιακός ~ της χώρας. Κόμμα με ευρωπαϊκό/προοδευτικό ~ό. Δίνω/ζητώ ~ό (πβ. καθοδήγηση, ΑΝΤ. απο~). ~οί στην απασχόληση/στο Δημόσιο Δίκαιο/στα ΜΜΕ. Καθορισμός ~ών (πβ. κατευθυντήρια γραμμή). || (ΠΑΙΔΑΓ.) Μαθήματα/ομάδες ~ού. Βλ. μαθήματα κατεύθυνσης, -ισμός. 2. τοποθέτηση ως προς κάποιο σταθερό γεωγραφικό σημείο· η ικανότητα ενός ατόμου να τοποθετείται στον χώρο και στον χρόνο: ~ αίθουσας/κεραίας/κτιρίου/σπιτιού. Μπαλκόνι με βορειοανατολικό ~ό/με ~ό προς τα δυτικά. || (ΠΛΗΡΟΦ.) Κατακόρυφος/οριζόντιος ~ κειμένου/σελίδας.|| ~ με τη βοήθεια του χάρτη/χωρίς πυξίδα. Βρίσκω/χάνω τον ~ό μου. Αίσθηση/αλλαγή/απώλεια/ικανότητα ~ού.|| (ΨΥΧΟΛ.) Χωροχρονικός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματικός προσανατολισμός 1. παροχή επιστημονικής βοήθειας και στήριξης, ώστε να οδηγηθεί το άτομο στην καλύτερη δυνατή επιλογή επαγγέλματος και ο αντίστοιχος κλάδος της ψυχολογίας: κέντρα/τεστ ~ού ~ού. Βλ. ΕΚΕΠ, συμβουλευτική. 2. & Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός (ακρ. ΣΕΠ): σχολικό μάθημα που έχει ως στόχο να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές τις κλίσεις τους, να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους και να επιλέξουν τις σπουδές ή/και το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν. [< γαλλ. orientation professionnelle] , σεξουαλικός προσανατολισμός & (σπάν.) γενετήσιος: σεξουαλική προτίμηση για άτομα του ίδιου ή του άλλου φύλου. Βλ. αμφιφυλο-, ετεροφυλο-, ομοφυλο-φιλία. [< αγγλ. sexual orientation, 1946] [< γαλλ. orientation]
  • προσανατολιστικός , ή, ό προ-σα-να-το-λι-στι-κός επίθ. (λόγ.): που στοχεύει στον προσανατολισμό: ~ός: ρόλος. ~ή: συζήτηση. [< αγγλ. orientational, 1952]
  • απογείωση

    προ-σα-πο-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσγείωση και απογείωση: διάδρομος ~ώσεων αεροσκαφών.

  • προσάπτω προ-σά-πτω ρ. (μτβ.) {προσ-ήψε, -άψει, -ήφθη, προσάπτ-οντας} (λόγ.): καταλογίζω, επιρρίπτω ευθύνες, θεωρώ κάποιον υπεύθυνο για κάτι μεμπτό: Ο ανακριτής ~ει κατηγορίες σε πέντε υπόπτους. Λάθος χειρισμούς στην οικονομία ~ει στην κυβέρνηση η αντιπολίτευση. Δεν έχω τίποτα να του ~άψω. Ποτέ δεν προέβη σε αντιεξουσιαστικές ενέργειες, όπως του ~ήφθη. [< αρχ. προσάπτω]
  • προσαράζω προ-σα-ρά-ζω ρ. (αμτβ.) {προσάρα-ξε, -ξει, προσαράζ-οντας}: (για πλοίο) προσκρούω ή/και ακινητοποιούμαι στα ρηχά ή πάνω σε βράχια: Το σκάφος ~ξε σε βραχονησίδα/στα ανοιχτά του κόλπου. Πβ. εξοκέλλω. [< μτγν. προσαράσσω]
  • προσάραξη προ-σά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): πρόσκρουση πλοίου στα ρηχά ή σε βράχο: ~ αλιευτικού σε ξέρα. Πβ. κάθισμα. [< μτγν. προσάραξις]
  • προσαρμογέας προ-σαρ-μο-γέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που επιτρέπει τη σύνδεση συσκευών με ανόμοιες υποδοχές ή με διαφορετική ισχύ ρεύματος: ασύρματος/τερματικός ~. ~ διακομιστή/δικτύου/ήχου/τροφοδοσίας/φορτιστή. ΣΥΝ. αντάπτορας [< αγγλ. adapter, 1907, γαλλ. adaptateur, 1948]
  • προσαρμογή προ-σαρ-μο-γή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) η διαδικασία μεταβολής, ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση ή εξοικείωση με κάτι καινούργιο ή διαφορετικό: βίαιη/δημοσιονομική/διαρθρωτική/ήπια/οικονομική/ομαλή/πολιτισμική (πβ. προσπολιτισμός) ~. ~ επιτοκίων/κειμένων/όρων (δανείου)/τιμής. ~ στις αλλαγές/στις εξελίξεις/στα διεθνή πρότυπα/στις νέες συνθήκες και τεχνολογίες. Μέτρα/(ΝΟΜ.) πράξη/προσπάθεια/χρόνος ~ής. Αναγκαίες/θεσμικές/οργανωτικές ~ές. ~ λογοτεχνικών έργων για τη μεγάλη οθόνη (βλ. διασκευή). ~ στους νέους κανόνες (πβ. συμμόρφωση).|| Κοινωνική/σχολική/ψυχολογική ~. ~ των μεταναστών στο νέο περιβάλλον. Αδυναμία/διαταραχή/δυσκολίες/ικανότητα/περίοδος ~ής.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ οργανισμού στη θερμότητα/στην ξηρασία/στο ψύχος (πβ. εγκλιματισμός). ~ οφθαλμού. ~ της όρασης στο σκοτάδι. Άσκηση και μεταβολικές ~ές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πληροφοριακού συστήματος. ~ εφαρμογών/(ιστο)σελίδας/λογισμικού. Βλ. ανα~. 2. (σπάν.-λόγ.) σύνδεση αντικειμένου με ένα άλλο, ρύθμιση πράγματος, στοιχείου, ώστε να ταιριάξει με κάτι άλλο: ~ σιγαστήρα στην εξάτμιση (= εφαρμογή). Πβ. συναρμογή. 3. ΒΙΟΛ. διεργασία σταδιακής γενετικής αλλαγής μέσω της οποίας ένας πληθυσμός έμβιων όντων προσαρμόζεται σε ορισμένα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός του. Βλ. φυσική επιλογή. [< μτγν. προσαρμογή ‘συνένωση’, γαλλ. adaptation]
  • προσαρμόζω προ-σαρ-μό-ζω ρ. (μτβ.) {προσάρμο-σα, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, προσαρμόζ-οντας, -όμενος, προσαρμο-σμένος} 1. (μτφ.) αλλάζω, μεταβάλλω κάτι, ώστε να ταιριάξει, να εναρμονιστεί ή να ευθυγραμμιστεί με κάτι άλλο καινούργιο ή διαφορετικό: ~ το πρόγραμμά/τη στάση/τη συμπεριφορά μου. ~εται γρήγορα στις αλλαγές. Έχει ~στεί στα καινούργια δεδομένα/πρότυπα (πβ. εξοικειώνομαι). ~στηκε πλήρως στον ρόλο του/στη νέα πραγματικότητα. Βλ. ανα~. Το παιδί ~στηκε εύκολα στο σχολικό περιβάλλον. ~σμένη: αναζήτηση/λύση/τιμή. ~σμένο: κείμενο. 2. εφαρμόζω ή ρυθμίζω κάτι, ώστε να ταιριάξει με κάτι άλλο, συνδέω, στερεώνω: Βάση που ~εται σταθερά στο τιμόνι. Προσαρμόστε την οθόνη του υπολογιστή στο ύψος των ματιών σας. ~σμένος: μοχλός αλλαγής ταχυτήτων. ~σμένο: κάθισμα αυτοκινήτου. [< αρχ. προσαρμόζω ‘συνδέω, ταιριάζω, συσχετίζω’, γαλλ. adapter]

ανάγκη

ανάγκη[ἀνάγκη] α-νά-γκη ουσ. (θηλ.) {αναγκ-ών} 1. υποχρέωση που επιβάλλεται από τη φύση ή την κοινωνική ζωή· (ειδικότ.) αίσθηση κάποιας έλλειψης, η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί οπωσδήποτε: άμεση/απόλυτη/επιτακτική/(κατ)επείγουσα/εσωτερική/ιατρική/ουσιαστική/πιεστική ~. ~ βοήθειας/επικοινωνίας/συνεργασίας. Ατομικές/βασικές/δημόσιες/επιχειρηματικές/καταναλωτικές/κοινωνικές/πάγιες και διαρκείς/πρόσθετες/προσωπικές/συναισθηματικές/ψυχικές/ψυχολογικές ~ες. Βιολογικές/σωματικές/φυσικές ~ες (: λήψης νερού και τροφής, ούρηση, αφόδευση, σεξ). Οι σημερινές/σύγχρονες ~ες της αγοράς/της νεολαίας. Ανάλυση/αντιμετώπιση/καθορισμός/καταγραφή (των) ~ών. Αναγνωρίζεται/γίνεται αντιληπτή η ~ βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. Tόνισε την ~ εξεύρεσης λύσης/για διάλογο/να αποκατασταθεί το πρόβλημα. Αισθάνθηκε/ένιωσε την ~ να απολογηθεί. ...που τόσο πολύ έχουμε ~. Προϊόν που ανταποκρίνεται/ικανοποιεί/καλύπτει τις ~ες των καταναλωτών. Έχει μικρές/πολλές ~ες. Θα γίνουν προσλήψεις για τις ~ες του προγράμματος. Πβ. χρεία. 2. δύσκολη περίσταση, κρίσιμη κατάσταση: Στρατιωτική επέμβαση θα γίνει μόνο σε έσχατη ~. Σε καιρό ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης: για κρίσιμη κατάσταση: κλήσεις(/τηλέφωνα)/ομάδες/περιστατικά/υπηρεσίες ~ ~. Ασφαλής εκκένωση σχολικών κτιρίων σε περίπτωση ~ ~. [< αγγλ. emergency] , κατάσταση ανάγκης 1. περίπτωση κατά την οποία κάποιος χρειάζεται βοήθεια: Εξασφάλιση αξιοπρεπών όρων διαβίωσης για άτομα σε ~ ~. Το κινητό μπορεί να σας σώσει τη ζωή σε ~ ~. 2. ΝΟΜ. όταν κάποιος αναγκάζεται να διαπράξει αξιόποινη πράξη, για να αποτρέψει κάτι πολύ χειρότερο για αυτόν: Η απειλή κατά της ζωής κάποιου συνιστά ~ ~. [< αγγλ. case of emergency] , αδήριτη ανάγκη βλ. αδήριτος, βιοτικές ανάγκες βλ. βιοτικός, διερεύνηση αναγκών βλ. διερεύνηση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης βλ. κατάσταση, λύση ανάγκης βλ. λύση, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως ● ΦΡ.: (βρίσκομαι) σε (μεγάλη) ανάγκη: δεν έχω χρήματα ή γενικότ. χρειάζομαι βοήθεια: Εξασφάλιση τροφής και στέγης σε ανθρώπους που ~ονται ~. Πβ. στενότητα., (δεν) είναι ανάγκη να ...: (δεν) είναι απαραίτητο, (δεν) χρειάζεται: ~ ~ παραμείνουμε ενωμένοι. Δεν ~ ~ βιαστείς., (δεν) έχω την ανάγκη (κάποιου)/(δεν) έχω ανάγκη από (κάτι)/(δεν) τον έχω ανάγκη: (δεν) χρειάζομαι κάποιον ή κάτι: Δεν σ' έχω (καμία/καθόλου) ~! Παρέχουν βοήθεια σε όσους την έχουν ~., (μα) δεν ήταν ανάγκη!: ως τυπική απάντηση ευγένειας σε κάποιον που προσφέρει δώρο: -Σας έφερα λίγα γλυκά. -Ευχαριστώ, μα ~ ~!|| ~ ~ να μπείτε σε τόσο κόπο (= δεν χρειαζόταν)., (μα) ήταν ανάγκη;: ρητορική ερώτηση που εκφράζει λύπη για κάτι δυσάρεστο: ~ ~ να το αναφέρεις; Αφού ξέρεις πως την πειράζει ..., ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται (αρχαιοπρ.): και οι πιο δυνατοί, οι πιο πείσμονες, υποχωρούν μπροστά σε μεγάλη πίεση ή ανυπέρβλητη δυσκολία: Δεν ήθελε να το κάνει, αλλά ~ ~., ανάγκη τον έχω; (προφ.): ρητορική ερώτηση που εκφράζει αδιαφορία για την άποψη κάποιου: Τι σε νοιάζει τι θα πει; ~ έχεις; (= σάμπως τον έχεις ~;), βρίσκομαι στην ανάγκη: αναγκάζομαι: Βρέθηκα ~ να δανειστώ χρήματα., είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης & έκτακτης ανάγκης: τα απολύτως απαραίτητα (δηλ. τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, νερό): Ανθρωπιστική βοήθεια με είδη ~ ~ θα αποσταλεί στις πληγείσες περιοχές. [< γαλλ. choses de première nécessité] , κάνω την ανάγκη μου & πάω για την/προς ανάγκη μου (ευφημ.): ουρώ ή αφοδεύω: Το σκυλί έμαθε να κάνει ~ του έξω από το σπίτι. Πβ. κάνω (τα) κακά (μου), πάω/πηγαίνω προς νερού μου. [< γαλλ. faire les besoins] , κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης (λόγ.): αναγκαστικά, λόγω έλλειψης άλλης δυνατότητας: Βρέθηκαν σ' αυτή τη δουλειά ~ ~ και όχι κατ' επιλογή. Η αλληλεγγύη στους συλληφθέντες δεν σημαίνει ~ ~ και ταύτιση μαζί τους. [< γαλλ. nécessairement] , ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική φιλία αποδεικνύεται, κρίνεται στις δύσκολες στιγμές., σε περίπτωση ανάγκης & σε περιπτώσεις ανάγκης & για/σε (μια) ώρα ανάγκης: αν χρειαστεί: οδηγίες/σχέδιο διάσωσης/χρήσιμες ιατρικές συμβουλές ~ ~. Παροχή βοήθειας ~ ~. ~ ~ επικοινωνήστε με .../καλέστε το .../χρησιμοποιήστε ...|| Έχω κάτι χρήματα στην άκρη ~ ~ (= σε περίπτωση που χρειαστούν). [< αγγλ. in case of emergency] , στην ανάγκη/εν ανάγκη: αν χρειαστεί, αν δεν γίνεται διαφορετικά: Ας κάνουμε μια κράτηση και ~ ~ την ακυρώνουμε. ~ ~ τηλεφωνήστε μου. [< γαλλ. au besoin] , τι ανάγκη έχει;/δεν έχει ανάγκη (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν χρειάζεται στήριξη, βοήθεια: Τι ~ ~ αυτή; Θα τον βρει τον δρόμο της. Μην τον φοβάσαι αυτόν, δεν έχει ~!, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη: χρειάζεται άμεσα, επειγόντως: ~ ~ για αίμα/να ληφθούν μέτρα προστασίας των δασών. ~ ~ εύρεσης μοσχεύματος. ~ ~ από εθελοντές., άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός, κάνω την ανάγκη φιλοτιμία βλ. φιλοτιμία [< αρχ. ἀνάγκη, γαλλ. nécessité, besoin]

ανατολή

ανατολή[ἀνατολή] α-να-το-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. εμφάνιση του ήλιου στον ορίζοντα και κατ' επέκτ. κάθε ουράνιου σώματος· συνεκδ. η συγκεκριμένη ώρα: ~ των αστέρων/της σελήνης.|| Θ' ανοίξουν οι κάλπες με την ~ του ήλιου. Πβ. αυγή, ξημέρωμα, φέξιμο, χάραμα. ΑΝΤ. δύση (1), ηλιοβασίλεμα 2. (κατ' επέκτ., με κεφαλ. το αρχικό Α, συντομ. Α.) σημείο του ορίζοντα, από όπου παρατηρείται η ανατολή του Ηλίου· κατ' επέκτ. το δεξιό τμήμα σε χάρτη και το αντίστοιχο σημείο της πυξίδας απέναντι από τη δύση: Το δωμάτιο βλέπει προς την ~. Βλ. βορράς, νότος. 3. (με κεφαλ. το αρχικό Α) το ανατολικό τμήμα γεωγραφικής περιοχής (κυρ. χώρας ή ηπείρου)· οι χώρες της Ασίας: Στα βάθη της ~ής.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το σχίσμα ~ής και Δύσης (= ορθόδοξης και ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας). 4. (μτφ.) αρχή, ξεκίνημα: Στην ~ του 21ου αιώνα. Με την ~ του νέου έτους. Πβ. απαρχή, αυγή, αφετηρία.|| (ΙΑΤΡ.) ~ δοντιού. ● ΣΥΜΠΛ.: Άπω Ανατολή: οι χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ασίας (Ανατολική Ρωσία, Ιαπωνία, οι χώρες της Ινδοκίνας, Ινδονησία, Κίνα, Κορέα, Φιλιππίνες). [< γαλλ. Extrême-Orient] , η Εγγύς Ανατολή: (κυρ. στην ΑΡΧΑΙΟΛ., ΙΣΤ., ΓΕΩΓΡ.) η Μέση Ανατολή. [< γαλλ. Proche-Orient] , Μέση Ανατολή: τα μέρη που εκτείνονται μεταξύ ΝΔ Ασίας και ΒΑ Αφρικής (Ιορδανία, Ιράκ, Ιράν, Ισραήλ, Λίβανος, Παλαιστίνη, Σαουδική Αραβία, Συρία). [< γαλλ. Moyen-Orient] ● ΦΡ.: εξ Ανατολών (λόγ.): από ανατολικά: ~ ~ απειλή/γείτονες. ~ ~ προς δυσμάς., η καθ' ημάς Ανατολή (λόγ.): οι περιοχές της Ασίας όπου άκμασε ο ελληνισμός, κυρ. η Μικρά Ασία: η ορθόδοξη καθ' ~., προς ανατολάς (λόγ.): προς τα ανατολικά: επέκταση/πορεία ~ ~. Από δυσμάς ~ ~. [< 1,2: αρχ. ἀνατολή 3: γαλλ. Orient, Est 4: κατά τη σημ. 2 του ανατέλλει]

αντιδιαστολή

αντιδιαστολή[ἀντιδιαστολή] α-ντι-δι-α-στο-λή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιδιαστέλλω, διαχωρισμός, αντιπαράθεση: ~ (μεταξύ) παλαιών και σύγχρονων μορφών. (λόγ.) Ερμηνεία εξ ~ής. Πβ. αντίθεση, διάσταση, δια-φορά, -φοροποίηση. ΑΝΤ. ταύτιση (1) ● ΦΡ.: σε αντιδιαστολή με/προς & (σπάν.-λόγ.) κατ' αντιδιαστολή προς: σε αντίθεση με. [< μτγν. ἀντιδιαστολή]

απαγωγός

απαγωγός, ός, ό [ἀπαγωγός] α-πα-γω-γός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που συλλέγει και απομακρύνει συνήθ. αέρια παραγόμενα από χημική αντίδραση: ~ός: σωλήνας. ~ός: εστία. Πβ. εκφορητικός, παροχετευτικός.|| (ως ουσ.) ~ αερίων/θερμότητας (ενν. αγωγός). 2. ΑΝΑΤ. που απομακρύνει από τον κεντρικό άξονα: ~ός: μυς.|| (ως ουσ.) Εκγύμναση γλουτιαίων, προσαγωγών και ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: απαγωγό νεύρο βλ. νεύρο [< αρχ. ἀπαγωγός, γαλλ. abducteur]

αποφυγή

αποφυγή[ἀποφυγή] α-πο-φυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια να αποφευχθεί κάτι, συνήθ. δυσάρεστο, αρνητικό: ~ του άγχους/έκθεσης στον ήλιο. ~ του καπνίσματος/της κατανάλωσης αλκοόλ (πβ. αποχή). Σκόπιμη ~ απάντησης σε ερώτηση. Μέτρα ~ής εντάσεων και επεισοδίων. (ΝΟΜ.) Διεθνής Κανονισμός ~ής Συγκρούσεων στη Θάλασσα. Οδηγίες/συμβουλές για την ~ ατυχήματος/κινδύνου/λαθών/μόλυνσης/τραυματισμού. Πβ. αποσόβηση, αποτροπή. 2. ΨΥΧΟΛ. αμυντική αντίδραση άρνησης απέναντι σε ερέθισμα που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα. ● ΦΡ.: προς αποφυγή(ν) (+ γεν.) (λόγ.): προκειμένου να αποφευχθεί κάτι συνήθ. δυσάρεστο: ~ ~ εκπλήξεων/παρανόησης/παρεξηγήσεων. Μέτρα ~ ~ ανεπιθύμητων καταστάσεων/προβλημάτων., παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση βλ. παράδειγμα [< 1: αρχ. ἀποφυγή 2: αγγλ. avoidance]

γνώση

γνώσηγνώ-ση ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία της μάθησης, της απόκτησης αντίληψης του κόσμου· συνεκδ. οτιδήποτε γνωρίζει κανείς· (ειδικότ., στον πληθ.) το σύνολο των πληροφοριών που κατέχει: βιωματική/δηλωτική/διαδικαστική/παθητική/συστηματική ~. Δικαίωμα/πρόσβαση στη ~. Δίψα για ~. Τα όρια της ~ης. Κοινωνία της ~ης. Θεωρία της ~ης (βλ. γνωσιο-, επιστημο-λογία). Βλ. μετα~.|| Άριστη/βαθιά/ελλιπής/επαρκής/επιστημονική/επιφανειακή/ιστορική/κοινή/ρηχή/στείρα ~. Σε βάθος ~. ~ ξένων γλωσσών/χειρισμού Η/Υ. ~ (πάνω) σε έναν τομέα. Η διαχείριση/η κατάκτηση της ~ης. Έχω άμεση/απόλυτη/πλήρη (πβ. επίγνωση)/σαφή/συνολική/σφαιρική ~ (συνήθ. +γεν., πβ. συναίσθηση). Ενεργώ με/χωρίς ~ των συνεπειών.|| Άρτιες/γενικές/εγκυκλοπαιδικές/ειδικές/εξειδικευμένες/επαγγελματικές/θεωρητικές/νέες/πρακτικές/προαπαιτούμενες/σχολικές/τεχνικές/τυπικές ~εις. Επίπεδο ~εων. Τεχνολογία ~εων. Οι αποκτηθείσες ~εις και δεξιότητες. Έχει/διαθέτει πολλές ικανότητες και ~εις. Aξιολογώ/αξιοποιώ/βελτιώνω/ελέγχω/εμπλουτίζω/εφαρμόζω/προσφέρω τις ~εις μου. Αποδεικτικό/αφομοίωση/εύρος/θησαυρός/μετάδοση/παιχνίδι/πιστοποίηση/πληθώρα/συσσώρευση/τεστ ~εων. Ανταλλαγή εμπειριών και ~εων. Βλ. διά-, επί-, πρό-γνωση. ΑΝΤ. άγνοια (1), αδαημοσύνη 2. ΦΙΛΟΣ. η θεμελιωμένη πεποίθηση για την ύπαρξη, τη φύση, την ουσία ή την κατάσταση ενός πράγματος: διαισθητική/εμπειρική/ενορατική/νοητική/ορθολογική ~. 3. (προφ.) σύνεση: Έχει ~. Πβ. φρόνηση, φρονιμάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση γνώση βλ. άμεσος, γραμματικές γνώσεις βλ. γραμματικός, εξόρυξη γνώσης βλ. εξόρυξη, επιχείρηση έντασης γνώσης βλ. επιχείρηση, σιωπηλή/σιωπηρή γνώση βλ. σιωπηλός, Τεστ Γνώσεων και Δεξιοτήτων βλ. τεστ, το δέντρο της γνώσης (του καλού και του κακού) βλ. δέντρο ● ΦΡ.: βάζω γνώση {κυρ. στον αόρ.} (προφ.): συνετίζομαι, λογικεύομαι: Την έχεις πατήσει τόσες φορές κι ακόμη ~ δεν έβαλες. Πβ. βάζω μυαλό/νιονιό., εν γνώσει (λόγ.): (+γεν.) γνωρίζοντας συνειδητά: ~ ~ του γεγονότος/των συνεπειών του νόµου. Ενεργώ/μιλώ ~ ~ μου (ότι ...). Τελεί ~ ~ του γεγονότος ότι … || εν πλήρει γνώσει. ΑΝΤ. εν αγνοία (κάποιου), έχουν γνώση οι φύλακες: για να δηλωθεί ότι είναι ενημερωμένοι οι αρμόδιοι και γενικότ. ότι κάποιος βρίσκεται σε εγρήγορση: Μην ανησυχείς, ~ ~!, λαμβάνω γνώση (επίσ.): ενημερώνομαι σχετικά με κάτι: ~ ~ των ανακοινώσεων/αποφάσεων/εγγράφων/προβλημάτων. Παρακαλούμε να λάβουν ~ οι ενδιαφερόμενοι ενυπογράφως. Είχε λάβει ~ για την υπόθεση από τους συνεργάτες του. [< γαλλ. prendre connaissance] , περιέρχεται σε γνώση & εις γνώσιν κάποιου (λόγ.) {κυρ. σε ενεστ. και αόρ.}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. γίνεται αντιληπτό, υποπίπτει στην αντίληψη κάποιου: ~ ~ της αρμόδιας Αρχής/του ενδιαφερομένου/της ηγεσίας/της κυβέρνησης. Έγγραφα/καταγγελίες/πληροφορίες/στοιχεία που περιήλθαν εις γνώσιν της επιτροπής., προς γνώση και συμμόρφωση & (λόγ.) προς γνώσιν και συμμόρφωσιν: για αποτροπή ανεπιθύμητης συμπεριφοράς και παραδειγματισμό: Θα επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο ~ ~. , φέρω σε γνώση/εις γνώσιν κάποιου {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ.): ενημερώνω κάποιον σχετικά με ένα θέμα, πληροφορώ: ~ ~ της δικαστικής Αρχής/του ενδιαφερομένου/του κοινού. Θα ήθελα να ~ ~ σας ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Πβ. γνωστοποιώ., κοντά στο(ν) νου κι η γνώση βλ. νους, μετά λόγου γνώσεως βλ. λόγος, σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση βλ. κόκορας, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα βλ. στερνός [< αρχ. γνῶσις 3: μεσν. γνώση]

διεύθυνση

διεύθυνσηδι-εύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (συντομ. Δ/νση, στις σημ. 1,2,3) 1. τα στοιχεία που προσδιορίζουν τον τόπο κατοικίας ή εργασίας κάποιου (οδός, αριθμός, περιοχή)· το ίδιο το μέρος όπου διαμένει ή εργάζεται: ακριβής/λανθασμένη/μόνιμη/προσωρινή/ταχυδρομική ~. ~ αλληλογραφίας/αποστολής (π.χ. του λογαριασμού)/έδρας (επιχείρησης)/επικοινωνίας/σπιτιού. Άλλαξε ~. Στο φάκελο αναγράφονται η ~ του αποστολέα και του παραλήπτη.|| Τα γραφεία του οργανισμού μεταφέρονται σε νέα ~. 2. διοίκηση, ευθύνη διαχείρισης έργου, λειτουργίας υπηρεσίας ή συνεκδ. αυτός που έχει αναλάβει τη διοίκηση ή ο χώρος όπου στεγάζονται τα σχετικά γραφεία: οικονομική/τεχνική ~. ~ εφημερίδας/θεάτρου/σχολείου/παραγωγής/προγράμματος. Έχει τη γενική ~ της εταιρείας/τη ~ σύνταξης του περιοδικού. Της ανέθεσαν/εμπιστεύθηκαν τη ~ του ινστιτούτου. Παραιτήθηκε από τη ~. Πβ. μάνατζμεντ.|| (για μουσικό σχήμα ή σύνολο:) ~ χορωδίας. Συναυλία υπό τη ~ του ...|| Απευθύνομαι στη/καταγγέλλω τη ~. Η ~ δεν φέρει ευθύνη για τυχόν απολεσθέντα αντικείμενα. Πβ. διευθυντής, προϊστάμενος.|| Η έδρα της ~ης. 3. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (κ. με κεφαλ. Δ) διοικητική υποδιαίρεση υπηρεσίας, οργανισμού ή τομέας επιχείρησης και συνεκδ. οι υπάλληλοί της: Αστυνομική/Κεντρική/Περιφερειακή ~. ~ Πρωτοβάθμιας/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. ~ Διοικητικού (ενν. προσωπικού)/Μεταφορών/Μηχανοργάνωσης/Πολεοδομίας/Τροχαίας. Γενική ~ Αρχαιοτήτων. ~ Μάρκετινγκ/Προµηθειών/Πωλήσεων μιας εταιρείας. Γραμματέας ~ης.|| Από τη ~ διατίθενται ενημερωτικά φυλλάδια. Βλ. τμήμα. 4. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός ή γενικότ. το σύνολο των χαρακτήρων που προσδιορίζει θέση μνήμης, καταχωρητή, αποδέκτη μηνύματος, συσκευή: άκυρη/έγκυρη ~. ~ διακομιστή/δικτυακού παροχέα/ιστοσελίδας. Βιβλίο (: διευθυνσιογράφος)/γραμμή ~ύνσεων. Χρήσιμες ~ύνσεις στο διαδίκτυο. Σε κάθε υπολογιστή αντιστοιχίζεται μια ~. 5. κατεύθυνση προς την οποία κινείται κάποιος ή κάτι: διαγώνια/διαμήκης/κατακόρυφη/οριζόντια/πλάγια/τυχαία ~. Η ~ του αέρα/των ακτίνων του ήλιου. Ο άνεμος άλλαξε ~ (= πορεία).|| (ΦΥΣ.) ~ της δύναμης/του μαγνητικού πεδίου/της ορμής/της ταχύτητας. Πβ. φορά. Βλ. τετρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική διεύθυνση & διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (επίσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. σειρά χαρακτήρων που προσδιορίζει μια εικονική τοποθεσία στην οποία μπορούν να σταλούν ηλεκτρονικά μηνύματα. ΣΥΝ. ιμέιλ (2) [< αγγλ. electronic/email address] , σύστημα διεύθυνσης: ΤΕΧΝΟΛ. το σύνολο των οργάνων οχήματος ή σκάφους τα οποία επιτρέπουν την πλοήγησή του: ηλεκτρικό/μηχανικό/υδραυλικό ~ ~. ~ ~ αεροσκάφους/αυτοκινήτων. ~ατα ~ βολής/πυρός. ● ΦΡ.: προς όλες τις κατευθύνσεις/διευθύνσεις: παντού: Τα σωματίδια κινούνται ~ ~. Τα κύματα διαδίδονται ~ ~. Πβ. όλα τα αζιμούθια. [< 1,4: γαλλ. adresse 2,3,5: γαλλ. direction]

δόξα

δόξαδό-ξα ουσ. (θηλ.) 1. πολύ μεγάλη και διαχρονική φήμη που κερδίζει κάποιος για αξιοθαύμαστο ή ηρωικό κατόρθωμα: αιώνια/υπέρτατη ~. ~ και καταξίωση. Το τίμημα της ~ας. Η ~ του έθνους. Στο απόγειο της ~ας του. Ο δρόμος/η πορεία προς τη ~. Το κυνήγι της ~ας. Πάθος για τη ~ (πβ. φιλοδοξία). Απέκτησε εφήμερη ~. Έγραψαν λαμπρές σελίδες ~ας. Τιμή και ~/~ και τιμή στους ήρωες! Ζηλεύω τη ~ κάποιου (: θέλω να τον μιμηθώ). Πβ. αίγλη, ακτινοβολία, λαμπρότητα, λάμψη, μεγαλείο. 2. (μτφ.) σταρ, βεντέτα, φίρμα: παλιά ~/μία από τις ~ες του κινηματογράφου. Πβ. αστέρας. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (στην Αγιογραφία) φωτεινός, κυκλικός ή ελλειψοειδής δίσκος που περιβάλλει τη μορφή του Χριστού ή σπανιότ. της Θεοτόκου και των Αγίων σε ορισμένες παραστάσεις. Πβ. άλως.δόξες (οι): κατάσταση πολύ μεγάλης διάκρισης, επιτυχίας, ακμής: Επαναπαύονται στις ~ του παρελθόντος. Τέτοιες ~ έχουμε να δούμε/να ζήσουμε από ... Βρίσκεται/είναι στις ~ του/στις μεγάλες του ~.|| {στον εν.} Ημέρες/στιγμές ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων βλ. βασιλιάς ● ΦΡ.: η δόξα του Θεού: ΘΕΟΛ. η αγιότητα, η παντοδυναμία Του., και ξανά προς τη δόξα τραβά (ειρων.): για κατάσταση που συνεχίζεται με μεγαλύτερη συνήθ. ένταση ύστερα από ύφεση: ~ ~ το χρηματιστήριο μετά την πτώση τιμών., προς δόξα(ν): (λόγ.-ειρων.) προς όφελος: αυξήσεις τιμών ~ ~ των επιτηδείων., στο δόξα πατρί (προφ.): ανάμεσα στα φρύδια και τη μύτη και γενικότ. στο μέτωπο: πέτρα/σφαίρα ~ ~. Τον βρήκε/πέτυχε/χτύπησε ~ ~. Την έφαγε ~ ~., δόξα τω Θεώ/δόξα σοι ο Θεός/δόξα να 'χει ο Θεός/ο Κύριος βλ. θεός, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού, τέλος και τω Θεώ δόξα βλ. τέλος, τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς βλ. μισώ [< 1,2: αρχ. δόξα, αρχική σημ. ‘γνώμη, πεποίθηση’ (βλ. γαλλ. doxa, περ. 1970) 3: μτγν. ~]

ΕΚΕΠ

ΕΚΕΠ(το): Εθνικό Κέντρο Επαγγελματικού Προσανατολισμού.

εμπρός

εμπρός[ἐμπρός] ε-μπρός επίρρ. & (προφ.) μπρος 1. & (λαϊκό) ομπρός: μπροστά: (με τοπική σημασία:) Κάνε ένα βήμα ~.|| (+ πρόθ.) Είσοδος από ~.|| (ως πρόθ., συνήθ. + από/σε) Συνάντηση ~ από τον σταθμό. Στάθηκε ~ στην πόρτα. Εμφανίστηκε ξαφνικά ~ μου. (ενώπιον, παρουσία:) Δήλωσε ~ στις τηλεοπτικές κάμερες ότι ...|| (ως επίθ.) Οι ~ (= μπροστινοί) τροχοί ενός αυτοκινήτου. ΑΝΤ. πίσω (1) 2. (ως επιφών.) ως έντονη προτροπή ή προσταγή: ~ για τη νίκη! ~ στον αγώνα για ... ~ σηκωθείτε! Πβ. γιούρια. 3. (σε επιφωνηματική χρ.) ως απάντηση στο χτύπημα του τηλεφώνου ή της πόρτας: ~, παρακαλώ/ποιος είναι/ποιον θέλετε! ● ΦΡ.: από μπρος κι από πίσω: από όλες τις μεριές, τις κατευθύνσεις., μπρος πίσω 1. προς τα εμπρός και προς τα πίσω: Περπατούσε κουνώντας τα χέρια της ~ ~. 2. στο μπροστινό και στο πίσω μέρος: εκτύπωση σελίδας ~ ~ (πβ. διπλής όψης/όψεως). Αυτοκίνητο με ηλεκτρικά παράθυρα ~ ~. 3. (με χρον. σημασία) στο μέλλον, στο παρόν και στο παρελθόν: (ως ουσ.) Η συγγραφέας διαπλέκει τρεις ιστορίες με συνεχή ~ ~ στον χρόνο. Πβ. αναδρομές. 4. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) παράβαση κατά την οποία ένας παίκτης φέρνει την μπάλα στο μπροστινό μέρος του γηπέδου και στη συνέχεια την επιστρέφει σε συμπαίκτη του που βρίσκεται στο πίσω μέρος ή γυρίζει ο ίδιος σε αυτό, κρατώντας τη: Ο διαιτητής έδωσε ~ ~., παίρνει μπρος/μπροστά 1. (για μηχανές) τίθεται σε λειτουργία: Το αυτοκίνητο δεν έπαιρνε ~ (με τίποτα). 2. (μτφ., για πρόσ.) αρχίζει να αποδίδει: Η ομάδα πήρε ~ στο δεύτερο ημίχρονο. 3. (μτφ., για πρόσ.) καταλαβαίνει, μπαίνει στο νόημα: Πρέπει να του το πω πολλές φορές για να πάρει ~., προς τα (ε)μπρός 1. προς την κατεύθυνση που κινείται ή κοιτάζει κάποιος: βήμα ~ ~. Γέρνω/σκύβω ~ ~. 2. με χρονική σημασία: Ο χρόνος κυλάει ~ ~. 3. (μτφ.) για πρόοδο, εξέλιξη: Είναι καιρός να πάμε ~ ~ (: να προχωρήσουμε, να προοδεύσουμε)., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, βάζω μπροστά/μπρος βλ. μπροστά, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα βλ. γκρεμός, μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος βλ. κάλλος, μπροστά/μπρος/μες στα μάτια μου βλ. μάτι, πίσω μπρος βλ. πίσω [< μεσν. εμπρός]

ένα

ένα[ἕνα] έ-να αριθμητ. απόλ. {ενός}: ο αριθμός ένα, ο πρώτος και ο μικρότερος θετικός ακέραιος αριθμός που εκφράζει την έννοια της μονάδας και έχει το αραβικό (1) ή το λατινικό (Ι) ως σύμβολό του: η γραμμή ~ (πβ. πρώτη) του μετρό. Βλ. δύο, τρία. ● ΦΡ.: γίνομαι ένα (με κάποιον/κάτι): ενώνομαι, συνδέομαι ή συμμαχώ: Στα δύσκολα γινόμαστε όλοι ~. Πραγματικότητα και φαντασία έγιναν ~., ένα κι ένα (εμφατ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι όλα τα στοιχεία ενός συνόλου είναι εξαιρετικά, εκλεκτής ποιότητας: Όλα τους τα πράγματα είναι ~ ~., ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο (προφ.): για κάτι σαφές και αυτονόητο: Λοιπόν, ~ ~, θέλεις ή δεν θέλεις; ΣΥΝ. δύο και δύο κάνουν τέσσερα, ένα προς ένα 1. το καθένα ξεχωριστά, με κάθε λεπτομέρεια: Έψαξαν όλα τα δωμάτια ~ ~. 2. δηλώνει ότι κάθε στοιχείο ενός συνόλου συνδέεται με ένα και μόνο ένα στοιχείο ενός άλλου: (ΜΑΘ.) συνάρτηση ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Σχέση ~ ~ (1:1) (: κατά την οποία μια εγγραφή ενός πίνακα συνδέεται βάσει κλειδιού με μία μόνο εγγραφή ενός άλλου). Βλ. σχέση ένα προς πολλά., με το ένα, με το δύο, με το τρία: για να δοθεί εκκίνηση: ~ ~, φύγαμε! [< γαλλ. à la une, à la deux, à la trois] , (το) νούμερο ένα βλ. νούμερο, ένα το κρατούμενο/δύο τα κρατούμενα βλ. κρατούμενο, ο υπ' αριθμόν ένα/δύο βλ. αριθμός, όλα σε ένα βλ. όλος, σχέση ένα προς πολλά βλ. σχέση, το έν(α) δεύτερο βλ. δεύτερος [< αρχ. ἕν]

ενέργεια

ενέργεια[ἐνέργεια] ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λογ.) -είας | -ών} 1. συγκεκριμένη δράση υποκειμένου ή φορέα για την επίτευξη ορισμένου σκοπού· κίνηση, πράξη: αυθαίρετη (= αυθαιρεσία)/επιθετική (= επίθεση)/εχθρική (: εισβολή)/πραξικοπηματική (= πραξικόπημα)/πολιτική/προκλητική/πρωτοφανής/τρομοκρατική ~. Υλοποίηση μιας ~ας. Αποσπασματικές/αποτελεσματικές/αποφασιστικές/άστοχες/διπλωματικές/καινοτόμες/κοινές/μεμονωμένες/λανθασμένες/νομικές/προπαρασκευαστικές/σπασμωδικές/συντονισμένες ~ες. ~ες ανάδειξης και προβολής/ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης (βλ. μέτρο, σχέδιο). Έγιναν όλες οι αναγκαίες/δυνατές/κατάλληλες ~ες. Κατόπιν ~ών μου. Έχουν προβεί/προχωρήσει στις απαραίτητες ~ες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Βλ. αντ~, αυτ~, δι~. 2. ΦΥΣ. μέγεθος που εκφράζει το ποσό του έργου που απαιτείται για να μεταβεί ένα φυσικό σύστημα από μια αρχική σε μια τελική κατάσταση: ύλη και ~. ~ και ισχύς. Κατανάλωση ~ας. Αποθήκευση/απορρόφηση/απώλεια ~ας. Αρχή διατήρησης της ~ας. Οποιαδήποτε μεταβολή στη φύση απαιτεί ή απελευθερώνει ~. Βλ. βιο~, ραδι~, τηλ~, υδρο~. Βλ. τζάουλ.|| (με αναφορά στην ηλεκτρική ~) Αγορά/διαχείριση/εξοικονόμηση/κατανάλωση/παροχή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ., για τις ανανεώσιμες ή τις συμβατικές μορφές ~ας) Βιώσιμη/πράσινη/φτηνή ~. Ήπιες/καθαρές πηγές ~ας.|| Η ~ των τροφών υπολογίζεται σε θερμίδες. 3. ενεργητικότητα, ζωντάνια: Είναι γεμάτη ~. Η ~ά της είναι ανεξάντλητη. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα ~ας. Πβ. δυναμισμός, ζωτικότητα, σφρίγος.|| Ανάλωσε πολλή ~ μέχρι να την πείσει (= έκανε πολύ κόπο). Το μέλι μάς χαρίζει ~. 4. επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα: ανεπιθύμητη ~ φαρμάκου (= παρ~). Θεραπευτική ~ των ιαματικών νερών. Βλ. μετ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική/θετική ενέργεια: αίσθηση που αποπνέει κάποιος ή κάτι, προκαλώντας στους άλλους κακή ή καλή διάθεση: Βγάζει/εκπέμπει ~ ~. Πβ. αύρα.|| (νεαν. αργκό) Σας στέλνουμε (όλη) τη θετική μας ~ (: θερμές και ειλικρινείς ευχές)! [< γαλλ. énergie négative/positive] , ελεύθερη ενέργεια (συστήματος): ΦΥΣ. που είναι διαθέσιμη για την παραγωγή ωφέλιμου έργου (μέσω ορισμένων διεργασιών). Βλ. εντροπία. [< αγγλ. free energy] , αιολική ενέργεια βλ. αιολικός2, ανάκτηση ενέργειας βλ. ανάκτηση, ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας βλ. ανανεώσιμος, ατομική ενέργεια βλ. ατομικός, γεωθερμική ενέργεια βλ. γεωθερμικός, δυναμική ενέργεια βλ. δυναμικός, δυναμικό ενέργειας βλ. δυναμικό, εγκληματική ενέργεια βλ. εγκληματικός, ενέργεια ιονισμού βλ. ιονισμός, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηλεκτρική ενέργεια βλ. ηλεκτρικός, ηλιακή ενέργεια βλ. ηλιακός, θερμική ενέργεια βλ. θερμικός, ισοκατανομή της ενέργειας βλ. ισοκατανομή, κινητική ενέργεια βλ. κινητικός, μηχανική ενέργεια βλ. μηχανικός, ποιόν ενεργείας βλ. ποιόν, πυρηνική ενέργεια βλ. πυρηνικός, σκοτεινή ενέργεια βλ. σκοτεινός, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός, υδραυλική ενέργεια βλ. υδραυλικός, υδροηλεκτρική ενέργεια βλ. υδροηλεκτρικός, φωτεινή ενέργεια βλ. φωτεινός, χημική ενέργεια βλ. χημικός ● ΦΡ.: εν ενεργεία [ἐν ἐνεργείᾳ] (λόγ.) 1. σε ενεργό δράση: αξιωματικός/βουλευτής/εκπαιδευτικός ~ ~. ΑΝΤ. εν αποστρατεία, συνταξιούχος.|| ~ ~ ηφαίστειο. 2. ΦΙΛΟΣ. που έχει πραγματοποιηθεί: ~ ~ ικανότητες. Βλ. εντελέχεια. ΑΝΤ. εν δυνάμει [< γαλλ. en activité] , θέτω/βάζω σε ενέργεια: εφαρμόζω: Έβαλαν σε ~ το σχέδιό τους. Πρόγραμμα δράσης που τέθηκε σε ~. Πβ. βάζω μπροστά/μπρος, ενεργοποιώ. [< γαλλ. mettre en action] , προς ενέργεια & (λόγ.) προς ενέργειαν: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. για τη διεκπεραίωση, υλοποίηση (μιας εντολής, υποχρέωσης): αποδέκτες/προθεσμίες ~ ~. [< 1: αρχ. ἐνέργεια 2,3: γαλλ. énergie, αγγλ. energy 4: κατά τη σημ. 3 του ενεργώ]

έξω

έξω[ἔξω] έ-ξω επίρρ. 1. μακριά από το εσωτερικό ή το κέντρο ενός χώρου: Περίμενέ με ~ κι έρχομαι. Μπείτε, μη στέκεστε ~! Κλειδωθήκαμε (απ') ~. Βγήκε/πετάχτηκε μια στιγμή ~ (: απουσιάζει προσωρινά από τον χώρο εργασίας ή το σπίτι). Μπορώ να πάω ~ (: άδεια για αποχώρηση, συνήθ. από την τάξη); Περάστε ~, κύριε! Κοίτα/σκύψε ~ (ενν. από το παράθυρο) και πες μου τι γίνεται. Έχει ήλιο ~. ~ φυσάει/χιονίζει. Καφενεία με τα τραπεζάκια ~ (: στην πλατεία).|| (επίρρ. + έξω) Είναι κανείς εκεί ~;|| (+ από) ~ από τον γαλαξία μας/το κτίριο/το χωριό. Δυνάμεις ~ από μας. Διαμαρτυρία ~ από τη Βουλή. Στάθηκε ~ από την πόρτα. Γυμναστείτε μέσα και ~ από το νερό. Άφησαν τα σκουπίδια ~ από τους κάδους. Φοράει το πουκάμισο ~ από το παντελόνι (πβ. απέξω). Βλ. παρα~. ΑΝΤ. μέσα (1) 2. (ειδικότ.) εκτός οικίας και κατ' επέκτ. (για ανάθεση έργου) σε επαγγελματίες: Θέλει όλο να βγαίνει ~. Τις Κυριακές τρώμε ~.|| Τα χαλιά τα δίνουμε ~. 3. (σ)το εξωτερικό: Σκέφτομαι να κάνω ~ διδακτορικό. Παράγγειλα από ~ βιβλία. 4. (ως επιφών.) σε προσταγή: ~ το στήθος (: ώστε να είναι προτεταμένο), ψηλά το κεφάλι!|| (για αποπομπή, αποδοκιμασία ή απευχή:) ~ από 'δω! ~ αμέσως/γρήγορα/τώρα! ~ οι κλέφτες/οι τραμπούκοι (ΑΝΤ. ζήτω)! Φτου, ~ από μας (πβ. μακριά από μας)! 5. εκτός: Σκεφθείτε κάτι άλλο, ~ από τις αρρώστιες. Πβ. εξόν. ● Ουσ.: έξω (το) 1. το εξωτερικό μέρος ή ο εξωτερικός χώρος: το ~ του αβγού (= το τσόφλι)/της μπανάνας (= η φλούδα)/του σπιτιού.|| Ο αδερφός μου είναι του μέσα κι εγώ του ~ (: προτιμώ την παραμονή και διασκέδαση εκτός οικίας). ΑΝΤ. μέσα 2. για αυτόν που βρίσκεται εκτός: οι ~ από τις πόλεις.|| (ως επίθ.) Ο ~ Ελληνισμός (: οι ομογενείς). (ΑΝΑΤ.) Το ~ ους. ΑΝΤ. έσω. ● ΦΡ.: απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω (προφ.): με έμμεσο τρόπο, πλαγίως: Έριξε ~ ~ την ιδέα. Της το 'φερε ~ ~, για να δει πώς θα αντιδράσει. ΑΝΤ. ευθέως, χωρίς περιστροφές, έξω-έξω (εμφατ.): άκρη-άκρη, στο χείλος: Κολυμπά ~ ~, στα ρηχά. Μην πατάς ~ ~ στην πισίνα, θα γλιστρήσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ ~ του καλαμποκιού δεν τρώγεται., έριξε έξω (προφ.): (συνήθ. για επιχείρηση) κατέστρεψε οικονομικά: ~ ~ την τράπεζα. Βλ. πέφτω έξω., μένω (απ') έξω (μτφ.-προφ.): δεν συμμετέχω, αποκλείομαι: Η ομάδα έμεινε έξω από το κύπελλο. , μέσα έξω & μέσα-έξω (προφ.) 1. (το/τα) για εσωτερικό τμήμα (κυρ. ρούχου) που γίνεται εξωτερικό: Οι κάλτσες είναι το ~ ~. Γύρισε τα γάντια/το παντελόνι το/τα ~ ~. Πβ. ανάποδα, από την ανάποδη.|| (μτφ.) Με τις φωτογραφίες του βγάζει το ~ ~ των ανθρώπων. Τα ανέτρεψε όλα, έφερε τα ~ ~. Βλ. πάνω κάτω. 2. και μέσα και έξω ή πότε μέσα, πότε έξω: Βάψαμε την πολυκατοικία ~-~.|| Νοσοκόμες και γιατροί πήγαιναν ~-~ (= μπαινόβγαιναν) συνεχώς. Πβ. μπες-βγες., μια/μία κι έξω (προφ.): οριστικά ή με μία προσπάθεια: Να το ξεκαθαρίσουμε ~ ~. Το θέμα πρέπει να τελειώσει ~ ~. Το τσιγάρο κόβεται ~ ~, όχι σταδιακά. Πβ. άπαξ (και) διά παντός, διαμιάς, μια (και) για πάντα.|| Αγώνας ~ ~ (: με σύστημα νοκ άουτ, χωρίς ρεβάνς, επαναληπτικό)., πέφτω έξω 1. σφάλλω, απατώμαι: Διορθώστε με αν κάπου ~ ~. Οι μετεωρολόγοι δεν έπεσαν ~. Αν δεν ~ ~ στις εκτιμήσεις/στους υπολογισμούς μου, ... 2. αποτυγχάνω οικονομικά, χρεοκοπώ: Έπεσε ~ και το έκλεισε το μαγαζί. Έπεσαν ~ οι δουλειές του. Βλ. έριξε έξω., προς τα έξω 1. προς το εξωτερικό μέρος: πέλματα στραμμένα ~ ~. Η πόρτα ανοίγει από μέσα ~ ~. 2. (κατ' επέκτ.) προς τους άλλους: Η εικόνα που δίνει ~ ~. Βγάζει ~ ~ (= εκδηλώνει) την αγωνία του., στα μέσα και στα έξω (προφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.): για πρόσωπο που παίζει βασικό ρόλο σε έναν χώρο, γιατί έχει μεγάλη επιρροή ή δύναμη, διαθέτει σημαντικές γνωριμίες: Είναι ~ ~ του κόμματος/της κυβέρνησης/του υπουργείου. Βρίσκεται ~ ~. Πβ. κόβει και ράβει, λύνει και δένει., το ρίχνω έξω (προφ.): ξεδίνω, ξεσκάω: Πρέπει και κάπου-κάπου να το ~ουμε ~. Είπα να το ρίξω ~. Πβ. γλεντώ, διασκεδάζω., (κάτι) είναι έξω απ' τα χωράφια μου βλ. χωράφι, απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα, απέξω/απ' έξω κι από μέσα βλ. απέξω, βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω) βλ. ουρά, βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, βούλιαξαν/έπεσαν έξω τα καράβια (κάποιου) βλ. καράβι, δεύρο έξω! βλ. δεύρο, έξω από τα νερά μου βλ. νερό, έξω από τα πράγματα βλ. πράγμα, έξω καρδιά βλ. καρδιά, έξω φρενών βλ. φρένες, κι έξω από την πόρτα! βλ. πόρτα, μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια βλ. δόντι, ο έξω κόσμος βλ. κόσμος, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, πέρα/έξω από κάθε λογική βλ. λογική, τον πέταξε έξω/έδιωξε (κακήν κακώς/με τις κλοτσιές) βλ. πετώ ● βλ. απέξω [< αρχ. ἔξω]

θεός

θεόςθε-ός ουσ. (αρσ.) 1. {χωρ. πληθ.} (με κεφαλ. Θ) (στις μονοθεϊστικές θρησκείες και συνήθ. στη χριστιανική) η υπέρτατη οντότητα που λατρεύεται ως δημιουργός του κόσμου: ο αληθινός/ένας και μοναδικός/πάνσοφος/παντοδύναμος/φιλεύσπλαχνος ~. Ο τριαδικός/τρισάγιος ~ (= η Αγία Τριάδα). Η βασιλεία/ο δούλος/το έλεος/η πρόνοια/το τέκνο/η ύπαρξη του ~ού. Οι τρεις υποστάσεις του ~ού (: Πατέρας, Yιός και Άγιο Πνεύμα). Παράκληση/πίστη/προσευχή στον ~ό. Λατρεύω τον/πιστεύω στον ~ό. Ζητώ από τον ~ό να ... Υπάρχει ~; Χαρίσματα που έδωσε ο ~ στον άνθρωπο. Να ευχαριστείς τον ~ό για όσα έχεις. Πβ. Κτίστης, Κύριος, Πανάγαθος, Παντοκράτορας, Πλάστης. Βλ. Παναγία, Χριστός.|| (ευχετ.) Ο ~ να σε ευλογεί/φωτίζει! Ο ~ να μας λυπηθεί! Με τη βοήθεια του ~ού ... (λόγ.) Είθε ο ~ να μας βοηθήσει! Πβ. Μεγαλοδύναμος.|| (προφ.) Δεν είμαι ~ να ξέρω τι θα συμβεί! Ζει ξεχασμένος από τον ~ό (: τον έχουν εγκαταλείψει όλοι). (για δήλωση απορίας:) Τι στον ~ό (= τι στο καλό) συμβαίνει;|| (στη γεν.) Βροχούλα/νεράκι/πλάσμα του ~ού (για κάτι αγνό, αθώο). Άνθρωπος του ~ού (για κληρικό ή ευσεβή άνθρωπο).|| Ο ~ των Εβραίων (: Ιεχωβά)/των μουσουλμάνων (: Αλλάχ).|| (για φυσικά φαινόμενα:) Αστράφτει/βρέχει ο ~. Βλ. θεούλης. 2. (στις πολυθεϊστικές θρησκείες) κάθε οντότητα με υπερφυσικές δυνάμεις, θεότητα: ποτάμιος ~. Αθάνατοι/ουράνιοι/τοπικοί/χθόνιοι ~οί.|| (ΜΥΘ.) ~ του κάτω κόσμου (: ο Πλούτωνας)/της μουσικής (: ο Απόλλωνας)/του πολέμου (: ο Άρης). Ο ~ Διόνυσος/Ήφαιστος/Ποσειδώνας. Οι δώδεκα ~οί του Ολύμπου/οι ολύμπιοι ~οί (πβ. πάνθεον). ~οί και ημίθεοι (βλ. ισόθεος)/ήρωες. ~οί και θνητοί. Δίας, ο πατέρας των ~ών και των ανθρώπων.|| Ο ~ του χρήματος (: ο μαμωνάς). 3. (μτφ.) όποιος ή ό,τι αποτελεί αντικείμενο λατρείας, θαυμασμού: ~ της υποκριτικής. Οι σύγχρονοι ~οί του ελληνικού αθλητισμού. (προφ.-επιτατ.) Eίσαι ~ (: άπαικτος, καταπληκτικός, φοβερός)! Τον έχουν σαν ~ό (βλ. αποθεώνω).|| Είναι ~ (= κούκλος, παίδαρος)! Τον έχουν κάνει ~ό (βλ. είδωλο, ίνδαλμα).|| Ο μοναδικός ~ του είναι το χρήμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο καλός Θεός/θεούλης (οικ.) 1. για δήλωση της καλοσύνης και της μεγαλοσύνης του Θεού: ~ ~ δεν αφήνει κανέναν αβοήθητο. Με λυπήθηκε ~ ~. 2. επίκληση στη θεία δύναμη για την επίτευξη κάποιου σκοπού: Μακάρι ~ ~ να σε βοηθήσει να πάρεις τη σωστή απόφαση., ο Λόγος (του Θεού) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η Βίβλος ή γενικότ. η χριστιανική διδασκαλία, διδαχή: Δίδαξε τον ~ο ~. Ζει σύμφωνα με τον ~ο. Πβ. Ευαγγέλιο. 2. ΘΕΟΛ. & ο Υιός και Λόγος του Θεού/ο ενσαρκωμένος Λόγος του Θεού: το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Ιησούς Χριστός: η ενανθρώπηση του ~ου ~., (η) ευλογία (του) Θεού βλ. ευλογία, Άγνωστος Θεός βλ. άγνωστος, αρνάκι του Θεού βλ. αρνί, δώρο Θεού βλ. δώρο, η χάρις/χάρη του Θεού/του Αγίου Πνεύματος βλ. χάρις, ο Αμνός (του Θεού) βλ. αμνός, ο οίκος (του) Θεού βλ. οίκος, ο φτερωτός θεός βλ. φτερωτός ● ΦΡ.: (και/κι) ο Θεός βοηθός (ευχετ.): σε περιπτώσεις που κάποιος πρόκειται να αποτολμήσει κάτι: Άντε και/προχώρα και ~ ~! Πβ. ο Θεός να βάλει το χέρι του., από Θεού άρξασθε/άρξασθαι (λόγ.): πριν κάνουμε οτιδήποτε, ας προσευχηθούμε πρώτα στον Θεό να μας βοηθήσει., δεν έχει το Θεό του (οικ.): για πρόσωπο που δεν έχει φραγμούς ή συμπεριφέρεται με παράτολμο τρόπο: Άκου θράσος! Αυτός ο άνθρωπος ~ ~ (: είναι αθεόφοβος)! Δεν έχεις ~ σου πια (= δεν αντέχεσαι, είσαι ανυπόφορος)!, δόξα τω Θεώ/δόξα σοι ο Θεός/δόξα να 'χει ο Θεός/ο Κύριος (προφ.): έκφρ. ικανοποίησης από πιστό σε περιπτώσεις που πάνε καλά τα πράγματα: ~ ~ είμαι καλά/πέρασα τις εξετάσεις.|| (ειρων.) ~ ~, μας θυμήθηκες!, έδωσε ο Θεός (προφ.): ευτυχώς, επιτέλους: ~ ~ και προσγειωθήκαμε/φτάσαμε κάποια στιγμή., εκ/από Θεού (λόγ.): δοσμένος από τον Θεό: ~ ~ Λόγος/σοφία., ελέω Θεού (λόγ.): με τη χάρη και την ευσπλαχνία του Θεού: ~ ~ αυτοκράτορας/βασιλεία/πάπας.|| (ειρων.) ~ ~ εξουσία., ένας Θεός ξέρει (προφ.): κανείς δεν γνωρίζει: ~ ~ πότε θα τον ξαναδώ/πώς γλίτωσε/τι απέγινε! ΣΥΝ. Κύριος οίδε, ο Θεός και η ψυχή του!, έχει ο Θεός & κι έχει ο Θεός για όλους: προς δήλωση αισιοδοξίας, υπομονής, προσδοκίας για κάτι καλύτερο: Μην ανησυχείς, καλά να 'σαι ~ ~!|| Δεν βαριέσαι, ~ ~., Θεέ και Κύριε! (προφ.): για να δηλωθεί ευχάριστη ή δυσάρεστη συνήθ. έκπληξη: ~ ~ τι πράγματα είναι αυτά/τι άλλο θα δουν τα ματάκια μας (: έλα Χριστέ και Παναγιά/Χριστέ μου)!, Θεέ μου! (ως επιφών.): προς δήλωση: (αποδοκιμασίας/δυσαρέσκειας/έκπληξης:) Τι άλλο θ΄ακούσω, ~ ~! Τι ντροπή, ~ ~! Τι άνθρωπος, ~ ~! Έλα ~ ~! Τι πράγματα είν’ αυτά! (πβ. Θεός φυλάξοι, Χριστός κι Απόστολος).|| (παράκλησης/ευχής:) Βόηθα/λυπήσου με, ~ ~! ~ ~, κάνε/μακάρι να ...! ~ ~, δωσ' του δύναμη/φώτιση!|| (φόβου:) ~ ~ (= μαμά/μανούλα μου)! ΣΥΝ. Χριστέ μου/Χριστούλη μου!, θέλημα (του) Θεού: η θεϊκή βούληση ως νόμος ή παρέμβαση στα ανθρώπινα: Ήταν ~ ~ να συναντηθούμε (: ήταν γραφτό, μοιραίο)., Θεοί και δαίμονες: όλοι, οι πάντες: τους κυνηγούν ~ ~, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! & να συγχωρεθεί η ψυχή του (ευχετ.): ο Θεός να τον συγχωρήσει, να τον αναπαύσει., Θεός φυλάξοι!: έκφραση απευχής ή έντονης αποδοκιμασίας: Φαντάσου να συμβεί και τίποτα χειρότερο! ~ ~!|| Τι πράγματα είναι αυτά! ~ ~!, ο (ίδιος ο) Θεός να κατέβει κάτω (προφ.): για κανέναν λόγο, σε καμία περίπτωση: ~ ~, δεν αλλάζω γνώμη., ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί (παροιμ.): η θεϊκή δικαιοσύνη επέρχεται τελικά κι ας καθυστερεί: Από κάπου θα το βρει: ~ ~! Πβ. όλα εδώ πληρώνονται, έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά., ο Θεός είναι μεγάλος (προφ.): για δήλωση ελπίδας, αισιοδοξίας: ~ ~, θα μας βοηθήσει!, ο Θεός και η ψυχή του! (προφ.): για κάτι που δεν γνωρίζουμε ή για το οποίο δεν είμαστε βέβαιοι: Τώρα, τι θα γίνει/τι έγραψε/πώς πήγε στις εξετάσεις, ~ ~! ΣΥΝ. ένας Θεός ξέρει, ο Θεός μαζί σου!: (συχνά σε αποχαιρετισμό) ο Θεός να σε προστατεύει: Γεια σου/στο καλό και ~ ~!, ο Θεός να (σε/μας) φυλάει (προφ.): να (σε/μας) προστατεύει: ~ να μας ~ από τις αρρώστιες/τους σεισμούς! ~ να σε ~ απ' τη γλωσσοφαγιά της!, ο Θεός να δώσει/να δώσει ο Θεός & να μη (το) δώσει ο Θεός (προφ.): μακάρι ή μακάρι να μη: ~ ~ (και) να μην αρρωστήσει/να πάνε όλα καλά.|| Εύχομαι να μη δώσει σε κανέναν ο Θεός τέτοιο πόνο!, ο Θεός να το κάνει (προφ.-μειωτ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος/κάτι δεν πληροί τις προδιαγραφές: Μείναμε σ' ένα ξενοδοχείο, (που) ~ ~ (ξενοδοχείο), σκέτο αχούρι!, προς Θεού/για το Θεό (επιτατ.): έκφραση αποτροπής, παράκλησης ή απόρριψης κάποιου ενδεχομένου: ~ ~, όχι άλλα λάθη! ~ ~, ας τους δοθεί μια ευκαιρία!|| ~ ~ δεν ήθελα να πω κάτι τέτοιο/δεν το εννοούσα. ~ ~ δεν το έκανα εσκεμμένα., πρώτα ο Θεός: με τη βοήθεια του Θεού, αν όλα πάνε καλά: Στο τέλος του χρόνου, ~ ~, επιστρέφει. Πβ. αν θέλει ο Θεός., συν Θεώ (λόγ.): με τη βοήθεια του Θεού., υπάρχει Θεός!: για να δηλωθεί ότι κάποιος νιώθει δικαίωση: Κατάλαβε το λάθος του και μου ζήτησε συγγνώμη. Τελικά ~ ~!, (αυτό/το άδικο) δεν το θέλει ούτε ο Θεός βλ. θέλω, (κι/για) αύριο έχει ο Θεός βλ. αύριο, αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει βλ. βουλή, αμαρτία από τον Θεό βλ. αμαρτία, αν θέλει ο Θεός βλ. θέλω, ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται βλ. ανάγκη, απ΄ τον Θεό να τό 'βρει! βλ. βρίσκω, απειλεί θεούς και δαίμονες βλ. απειλώ, από μηχανής θεός βλ. μηχανή, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! βλ. όνομα, διάπυρος προς Θεόν/προς Κύριον ευχέτης βλ. ευχέτης, ενώπιον Θεού και ανθρώπων βλ. ενώπιον, έτσι το θέλησε η μοίρα/ο Θεός/η τύχη βλ. θέλω, η δόξα του Θεού βλ. δόξα, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θε(έ)/Παναγιά/Xριστέ μου φύλαγε βλ. φυλάω, Θεός σχωρέσ'/να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου! βλ. πεθαμένος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι βλ. μέρα, κι/και άγιος ο Θεός βλ. άγιος, κοιμήθηκε ο θεός βλ. κοιμάμαι, μάρτυς/μάρτυράς μου ο Θεός βλ. μάρτυρας, μετά φόβου Θεού βλ. φόβος, να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... βλ. καλά, ο δρόμος του Θεού/του Χριστού βλ. δρόμος, ο Θεός να βάλει το χέρι του/να κάνει το θαύμα του βλ. χέρι, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα, ο Θεός να/ας με σ(υγ)χωρέσει/Θεέ μου συγχώρεσέ/σ(υγ)χώρα με βλ. συγχωρώ, οργή Θεού βλ. οργή, ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε βλ. βλέπω, στην ευχή του Θεού (και της Παναγίας) βλ. ευχή, στο έλεος του Θεού βλ. έλεος, τα ελέη του Θεού βλ. έλεος, τέλος και τω Θεώ δόξα βλ. τέλος, τέρμα Θεού βλ. τέρμα, το Θεό μπάρμπα να 'χεις βλ. μπάρμπας, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, τον ξέχασε ο Χάρος/ο Θεός βλ. ξεχνώ, φόβος Θεού βλ. φόβος, φωνή λαού, οργή Θεού βλ. οργή, φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει βλ. καίω, φωτιά να σε κάψει! βλ. καίω, χαρά θεού βλ. χαρά, χρυσό/Θεό/Χριστό τον έκανα βλ. χρυσός ● βλ. θεά [< αρχ. θεός]

καλύτερος

καλύτερος, η, ο κα-λύ-τε-ρος επίθ. 1. (συγκρ.) πιο καλός: ελπίδα για έναν ~ο κόσμο. Έρχονται ~ες μέρες.|| Ήταν ~ και δίκαια νίκησε. Είσαι πολύ ~ός (= ανώτερός) του. ΑΝΤ. χειρότερος (1) 2. (υπερθ., συνήθ. με άρθρο) ο πιο καλός: βραβείο ~ης ταινίας. Ψηφίστηκε ως ο ~ ηθοποιός.|| H ~η (δυνατή) επιλογή/λύση (= η πιο ενδεδειγμένη· πβ. κάλλιστος). Προϊόντα στις ~ες τιμές (= στις πιο συμφέρουσες)!|| Ο ~ός μου φίλος (= o πιο αγαπημένος). Είσαι ο ~ άνθρωπος του κόσμου! Τα φετινά ήταν τα ~α γενέθλια της ζωής μου (= τα ομορφότερα, τα πιο ευτυχισμένα).|| (ως ουσ.) Ας κερδίσει ο ~! Θα προσπαθήσουμε για το ~ο! Βγήκε πρώτος ανάμεσα στους ~ους. Εύχομαι τα ~α (= τα βέλτιστα). ● ΦΡ.: ό,τι καλύτερο: το πιο καλό: Θέλουν ~ ~ για τα παιδιά τους. Έκανα ~ ~ μπορούσα! Είσαι ~ ~ έχω γνωρίσει/μου έχει συμβεί! Το να μείνεις χωρίς δουλειά σίγουρα δεν είναι κ(α)ι ~ ~.|| (ως ευχή:) Εύχομαι ~ ~ (= όλα τα καλά) σε σένα και την οικογένειά σου! ΑΝΤ. ό,τι χειρότερο, προς το καλύτερο: για να δηλωθεί σταδιακή βελτίωση: Η κατάσταση της υγείας του πάει ~ ~ (= βελτιώνεται, καλυτερεύει). Τα πράγματα αλλάζουν/εξελίσσονται ~ ~., τα καλύτερα έρχονται! & τα καλύτερα είναι μπροστά: (ως ενθάρρυνση) η κατάσταση θα βελτιωθεί: Μην ανησυχείς, ~ ~! Yπομονή, γιατί ~ ~!, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό βλ. εαυτός, η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση βλ. άμυνα, κλάσεις ανώτερος βλ. κλάση2, ο καλύτερος του χωριού βλ. χωριό, πρώτος και καλύτερος βλ. πρώτος, τόσο το καλύτερο/το χειρότερο βλ. τόσο [< μεσν. καλύτερος]

λέξη

λέξηλέ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως | -εις, -εων} 1. ΓΛΩΣΣ. μονάδα του λόγου, γλωσσικό σημείο που έχει μορφή και περιεχόμενο (σημασία): λεξικές (ή πλήρεις) και γραμματικές (ή λειτουργικές ή κενές) ~εις. Απλές και μη απλές (: σύνθετες ή παράγωγες) ~εις (βλ. επίθ-, μόρφ-ημα, θέμα). Φωνολογικές ~εις. Οι τύποι μιας ~ης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Άκλιτες ή κλιτές ~εις.|| (ΛΕΞΙΚΟΓΡ.) Απαρχαιωμένες/αρχαίες ελληνικές/νέες (= νεολογισμοί)/σπάνιες ~εις. Η ετυμολογία/ο ορισμός μιας ~ης. Καταχώριση ~εων σε λεξικό. Βλ. λεξιλόγιο.|| Δυσνόητη/κακόηχη/συνθηματική (βλ. πάσγουορντ) ~. Άγνωστες/βασικές/καθημερινές/ξένες/χυδαίες ~εις. Η μελωδία των ~ων. Τα γράμματα/η έννοια/η μετάφραση μιας ~ης. Πώς γράφεται/τι σημαίνει η ~ ...; Από πού βγαίνει/προέρχεται η ~ ...; ~ που αρχίζει από/με φωνήεν. Δεν μου 'ρχεται η κατάλληλη ~. Αναζήτηση με ~εις-κλειδιά (: σε βάσεις δεδομένων). || ~εις-συνθήματα (: αλλαγή, επανίδρυση, κάθαρση). 2. κάτι που λέγεται ή γράφεται, σύντομη κουβέντα: Δεν ακούω ~ (για αυτό το ζήτημα)! Δεν μπόρεσε να αρθρώσει/βγάλει ~ (: να μιλήσει). ~ δεν έγραψε στο διαγώνισμα (: έδωσε λευκή κόλλα). Δεν έχουν ανταλλάξει ~ από το πρωί. Θέλω να σου πω δυο ~εις (= λόγια). Ξεστόμισε/χρησιμοποίησε βαριές ~εις (πβ. εκφράσεις). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθμός των δυαδικών ψηφίων που μπορούν να αποθηκευτούν σε έναν καταχωρητή της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας υπολογιστή και ο οποίος αποτελεί πολλαπλάσιο του οκτώ. ● Υποκ.: λεξίδιο (το) {συνήθ. στον πληθ.}: Βλ. -ίδιο., λεξούλα (η): Το μωρό είπε τις πρώτες του ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: λέξη-ταμπού βλ. ταμπού, μήκος λέξης βλ. μήκος, πρωτότυπη λέξη βλ. πρωτότυπος ● ΦΡ.: δεν λέω/δεν βγάζω λέξη (προφ.) 1. δεν λέω τίποτα, δεν μιλώ καθόλου: Δεν έβγαλε ~ από το στόμα του.|| (συχνά απειλητ.) Μην πεις ~ σε κανέναν! Μείνε εδώ ήσυχος και μη βγάλεις ~. Πβ. δεν βγάζω άχνα, σωπαίνω. 2. μόνο στο "δεν βγάζω λέξη": δεν καταλαβαίνω τίποτα: ~ ~ από το κείμενο., δεν μου βγαίνει λέξη (προφ.): δεν μπορώ να εκφραστώ προφορικά ή γραπτά, δεν έχω έμπνευση., δεν παίρνω λέξη πίσω (προφ.): δεν αναιρώ ή δεν μετανιώνω για προηγούμενη δήλωσή μου. ΑΝΤ. το παίρνω πίσω., επί λέξει (λόγ.) & κατά λέξη/(λόγ.) λέξιν: με τα ίδια ακριβώς λόγια: Στην παραίτησή του αναφέρει ~ ~ τα εξής ... Δήλωσε/μου είπε ~ ~ τα ακόλουθα ...|| (ως επίθ.) ~ ~ μετάφραση (= κατά γράμμα, πβ. πιστή, βλ. ελεύθερη). ΣΥΝ. αυτολεξεί, λέξη προς λέξη (1), έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα: παίρνω την οριστική απόφαση, καθορίζω το τέλος, το αποτέλεσμα: Δεν έχω πει ακόμη ~ μου ~. Ο λαός θα πει ~ ~ στις εκλογές. Θέλει να έχει ~ ~ σε όλα. [< γαλλ. avoir le dernier mot ] , λέξη προς λέξη 1. επί λέξει. 2. με κάθε λεπτομέρεια: Τα αφηγήθηκα/είπα όλα ~ ~. [< γαλλ. mot à mot] , με μια λέξη & με δυο λέξεις: με λίγα λόγια, πολύ σύντομα, συνοπτικά: Ανακεφαλαιώνω/περιγράφω/συνοψίζω/χαρακτηρίζω κάτι ~ ~. ~ ~, μου είπε ότι εγώ φταίω. [< γαλλ. en un mot] , ούτε λέξη 1. (+ για) κανένας λόγος, καμία αναφορά: (Δεν είπε) ~ ~ για άδεια. 2. απολύτως τίποτα: Δεν πιστεύω ~ ~ απ' όσα είπες.|| Δεν γνωρίζει ~ ~ (= καθόλου) Γαλλικά., παίζω με τις λέξεις & (σπάν.) παίζω με τα λόγια: κάνω περίεργους συνδυασμούς λέξεων, εκμεταλλεύομαι την πολυσημία τους, για να δημιουργήσω ασάφεια, να οδηγήσω κάποιον σε παρερμηνεία: Στα ποιήματά του ~ει ~.|| Μην ~εις ~! [< γαλλ. jouer sur les mots] , πίσω από τις λέξεις & κάτω από τις λέξεις (μτφ.): αναφορά στο βαθύτερο νόημα φράσης, ενέργειας: Τι κρύβεται ~ ~; Η ουσία ~ ~. Μάθε να διαβάζεις ~ ~ (= ανάμεσα στις/πίσω από τις γραμμές)., δεν του παίρνεις λέξη/κουβέντα βλ. κουβέντα, η τελευταία λέξη βλ. τελευταίος, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα, παιχνίδι με τις λέξεις βλ. παιχνίδι [< μεσν. λέξη < αρχ. λέξις, γαλλ. mot 3: αγγλ. word, 1946]

μέρος

μέροςμέ-ρος ουσ. (ουδ.) {μέρ-ους | -η, -ών} 1. τμήμα ευρύτερου συνόλου: θεωρητικό/πειραματικό ~ ενός μαθήματος. Τα ~η του σώματος. Μεταλλικά/μηχανικά ~η οχημάτων. Έκοψε την τούρτα σε οκτώ ίσα ~η (= κομμάτια, τεμάχια). Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ~η (πβ. ενότητες, κεφάλαια). Το μεγαλύτερο ~ του έργου ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο ~ της παράστασης ήταν κουραστικό. (για ταινία) Είδες το τρίτο ~ (βλ. σίκουελ); (για ομάδα) Ήμασταν καλύτεροι στο πρώτο ~ (= ημίχρονο). Από τη σονάτα δεν σώθηκε το ~ του βιολιού. Ζήτησε το ~ (= μερίδα, μερίδιο, μερτικό) του απ' τα κέρδη. Για ό,τι έγινε, έχεις κι εσύ ~ (της) ευθύνης. Γνωρίζει μόνο ~ της αλήθειας. Αποτελείς/είσαι (σημαντικό) ~ της ζωής μου. 2. (προφ.) με τοπική σημασία: αγαπημένο/ιδανικό/μαγευτικό ~ (= τόπος) για διακοπές. Άνθρωποι από διαφορετικά ~η/απ' όλα τα ~η της Γης έρχονται στο νησί. Σε κανένα (άλλο) ~ του κόσμου (= πουθενά αλλού). Σε οποιοδήποτε άλλο ~ (= οπουδήποτε αλλού). Το διαμέρισμά σου είναι σε ωραίο ~ (= τοποθεσία). Πήγε προς αυτό/εκείνο/το άλλο ~ (= κατεύθυνση). Πώς κι ήρθες απ' τα/στα ~η μας (πβ. εδώ); Σε κάποιο ~ (= κάπου) εδώ κοντά. Από ποιο ~ είσαι/κατάγεσαι (: περιοχή, πόλη, χώρα, χωριό); Οι συνήθειες διαφέρουν από ~ σε ~. Στο πίσω ~ της οθόνης (= μεριά, πλευρά). Δεν υπάρχει ~ να καθίσουμε (= θέση, χώρος). Σε ποιο ~ χτύπησες (= πού, σε ποιο σημείο); 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} καθένα από τα δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή κράτη που μετέχουν σε μια διαδικασία, βρίσκονται σε αντιπαράθεση ή έχουν άμεση σχέση: εμπλεκόμενα/εμπόλεμα/ενδιαφερόμενα ~η. Τα ~η μιας δίκης (= αντίδικοι). Αναζητείται λύση που θα ικανοποιεί όλα τα ~η. Αμφότερα τα ~η κατέληξαν σε συμφωνία/συμφώνησαν. Η αίτηση θα κοινοποιηθεί και στο άλλο ~. ΣΥΝ. μεριά (2), πλευρά (3) 4. (ευφημ.-κυρ. παλαιότ.) τουαλέτα, αποχωρητήριο. ΣΥΝ. καμπινές ● ΣΥΜΠΛ.: (τα) μέρη του λόγου: ΓΡΑΜΜ. καθεμία από τις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι λέξεις μιας γλώσσας, με βάση τη μορφολογία ή τη συντακτική τους λειτουργία: Στα κλιτά ~ ~ ανήκουν τα άρθρα, τα ουσιαστικά, τα ρήματα, τα επίθετα, οι αντωνυμίες και οι μετοχές, ενώ στα άκλιτα τα επιρρήματα, οι προθέσεις, οι σύνδεσμοι και τα επιφωνήματα., απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, λυρικά μέρη βλ. λυρικός, συμβαλλόμενα μέρη βλ. συμβάλλω ● ΦΡ.: από μέρους (κάποιου): από την πλευρά του, σε ό,τι τον αφορά: ~ ~ μου κανένα πρόβλημα, κάνε ό,τι θέλεις!, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος: παραμερίζω, παραβλέπω, παρακάμπτω: Ας αφήσουμε ~ την γκρίνια/τις διαφορές/τους εγωισμούς/τη μιζέρια. ~οντας ~ το γεγονός ότι ... ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (2), βάζω κατά μέρος (προφ.): αποταμιεύω. ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (1), εκ μέρους (σπάν. εκμέρους)/από μέρους (κάποιου) (λόγ.): ως εκπρόσωπός του: ~ ~ μου (= από τη δική μου πλευρά, μεριά). Ο υπουργός ... κατέθεσε στεφάνι ~ ~ της κυβέρνησης. Πβ. για λογαριασμό, εξ ονόματος. [< γαλλ. de la part de] , εν μέρει & ενμέρει (λόγ.): σε κάποιο βαθμό, όχι συνολικά: Έχεις ~ ~ δίκιο. ΣΥΝ. μερικώς, υπό/κατά μία έννοια ΑΝΤ. εν όλω, εντελώς, πλήρως [< γαλλ. en part] , επί μέρους (λόγ.): επιμέρους: Το τρίτο ~ ~ ζήτημα αφορά ..., κατά (ένα) μεγάλο μέρος & (λόγ.) κατά μέγα μέρος: σε μεγάλο βαθμό, ποσοστό: ~ ~ το πρόβλημα λύθηκε., λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι: συμμετέχω: Στον διαγωνισμό/στις εκδηλώσεις/στην κλήρωση/στη συζήτηση έλαβαν/πήραν ~ μαθητές απ' όλη τη χώρα. [< γαλλ. prendre part à ] , παίρνω (κάποιον) κατά μέρος: τον απομακρύνω από τους άλλους, συνήθ. για να μιλήσουμε ιδιαιτέρως: Με πήρε ~ και μου ανέφερε το πρόβλημα. Πβ. ξεμοναχιάζω. Βλ. κατ' ιδίαν, κατά μόνας., παίρνω κάποιον με το μέρος μου: τον κάνω να με υποστηρίξει, να ασπαστεί τις απόψεις μου: Προσπάθησε με μαλαγανιές να τους πάρει με το ~ της/του., παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) & (σπάν.) έρχομαι: υποστηρίζω, υπερασπίζομαι ένα πρόσωπο: Μου θύμωσε, γιατί δεν πήρα το ~ της. Πήγε με το ~ των δυνατών. Δεν είμαι με το ~ κανενός. Αν έρθεις με το ~ μας, ...|| (μτφ.) Ο χρόνος είναι με το ~ μας (: προς όφελός μας)., προς το μέρος (κάποιου): προς τον τόπο, το σημείο όπου βρίσκεται κάποιος: Γύρισε/ήρθε/πήγε/σημάδεψε (με το όπλο) ~ ~ τους και είπε ...|| (μτφ.) Η ζυγαριά κλίνει ~ ~ της., τι μέρος του λόγου είναι ...; (προφ.-μτφ., συχνά μειωτ.): (για πρόσ.) ποιο είναι το ποιόν του;, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, έχω την τύχη με το μέρος μου βλ. τύχη [< αρχ. μέρος, γαλλ. part, partie]

μίσος

μίσος[μῖσος] μί-σος ουσ. (ουδ.) {μίσ-ους | -η}: ισχυρό αίσθημα εχθρότητας, αποστροφής ή αντιπάθειας για κάποιον ή κάτι: άγριο/απύθμενο/άσβεστο/άσπονδο/βαθύ/εθνικιστικό/θανάσιμο/θρησκευτικό/τυφλό/φυλετικό ~. ~ για/προς … Καλλιεργώ/προκαλώ/τροφοδοτώ/υποδαυλίζω το ~. Νιώθω/τρέφω ~ για ... Φουντώνει το ~. Κλίμα ~ους και διχασμού/έντασης. Μηνύματα/υποκίνηση ~ους. Πράξη ~ους και κακίας. Πάθη, έρωτες και ~η. ΣΥΝ. απέχθεια, έχθρα ΑΝΤ. αγάπη (1) ● ΦΡ.: προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; (λόγ.): για πρόσωπα ή ομάδες που συγκρούονται έντονα για ασήμαντο λόγο. [< αρχ. μῖσος]

ναυτιλλόμενος

ναυτιλλόμενοςναυ-τιλ-λό-με-νος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ναυτικός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: οδηγίες προς ναυτιλλομένους 1. (μτφ.) συμβουλές σε όποιον πρόκειται να ξεκινήσει ή να επιχειρήσει κάτι. 2. ΝΑΥΤ. οδηγίες για ασφαλή πλεύση στους αξιωματικούς και το πλήρωμα πλοίου. [< 2: αγγλ. maritime safety information (MSI)] [< αρχ. ναυτιλλόμενος]

νερό

νερόνε-ρό ουσ. (ουδ.) 1. υγρή χημική ένωση (H2Ο), άχρωμη, άοσμη και άγευστη, η οποία είναι η περισσότερο διαδεδομένη στη Γη, υπάρχει σε όλα τα ζώα και τα φυτά, καθώς και στις τροφές και είναι απαραίτητη για την επιβίωση των ζωντανών οργανισμών: ανακυκλωμένο/απιονισμένο/αφαλατωμένο/βρόμικο/γλυφό/διαυγές/δροσερό/εδαφικό/εμφιαλωμένο (ΑΝΤ. ~ της βρύσης)/επιτραπέζιο/θολό/καθαρό/πόσιμο/φρέσκο ~. Το ~ της βροχής (βρόχινο ~)/θάλασσας (θαλασσινό ~). Η στάθμη του ~ού. Διαρροή/κατανάλωση ~ού. Μια κανάτα/ένα λίτρο/μια σταγόνα ~/~ού. Αντλία/ποτήρια/φίλτρο ~ού. Στρώμα ~ού/με ~. Το ~ παγώνει στους μηδέν βαθμούς Κελσίου και βράζει στους εκατό. Υποβάθμιση της ποιότητας του ~ού. Τα αποθέματα ~ού εξαντλούνται (βλ. λειψυδρία). Πιες (λίγο) ~, να ξεδιψάσεις. Στραγγίζω/χύνω το ~. Πλένομαι με (ζεστό) ~. Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται κατά τα δύο τρίτα από ~. ΣΥΝ. ύδωρ 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} έκταση ή μάζα νερού που σχηματίζει θάλασσα, ποταμό ή λίμνη· βροχή: γάργαρα/επιφανειακά/ιαματικά/κρυστάλλινα/μολυσμένα/ορμητικά/παγωμένα/παράκτια/υπόγεια ~ά. Άφθονα πηγαία/τρεχούμενα ~ά. Απορροή/αποστράγγιση/συγκράτηση/υπεράντληση των ~ών. Περιοχή με πυκνή βλάστηση και πολλά ~ά. Παραλία με καταγάλανα ~ά. Κάνω μπάνιο/κολυμπώ σε διάφανα/ήρεμα/ήσυχα/ρηχά ~ά. Ασκήσεις/παιχνίδια (μέσα) στο ~ (βλ. υγρό στοιχείο). Έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε στο ~.|| Έριξε πολύ ~. Φέτος δεν είχαμε πολλά ~ά (= βροχοπτώσεις). 3. σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης· συνεκδ. η σχετική παροχή και ο αντίστοιχος λογαριασμός: οικόπεδο με φως και ~.|| Κόπηκε το ~. Ανοίγω/κλείνω το ~ (= τον διακόπτη παροχής).|| 'Ηρθε το ~. Πλήρωσες το ~; Βλ. Ε.ΥΔ.Α.Π., ρεύμα, τηλέφωνο. 4. (κατ' επέκτ.-προφ.) υγρό που μοιάζει με νερό: Το κορμί του έσταζε ~ (= ιδρώτα). Η μύτη μου τρέχει ~ (= αραιή βλέννα).|| Η σούπα είναι σκέτο ~ (= νεροζούμι)! Το αντηλιακό έχει γίνει ~. 5. (προφ.) βράση, πλύση, ξέβγαλμα: Βράζουμε τα πορτοκάλια δύο ~ά.|| Το τελευταίο ~ απ' το πλυντήριο (βλ. γκρίζο ~). Στο δεύτερο ~, προσθέτετε μαλακτικό. Δώσε μου το μπλουζάκι σου να το περάσω ένα ~ (= να το πλύνω)!νερά (τα) 1. αποχρώσεις ή ραβδώσεις επιφάνειας: κάθετα/οριζόντια ~. ~ ξύλου/πετρώματος/υφάσματος. Λευκό μάρμαρο με γκρι ~. Καπάκι ντουλαπιού με αραιά/πυκνά ~. Καπλαμάς που μιμείται τα φυσικά ~ της οξιάς. 2. (για πλεούμενο) ίσαλος γραμμή, ίσαλα ή απόνερα. ● Υποκ.: νεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: (φυσικό) μεταλλικό νερό: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πλούσιο σε μεταλλικά στοιχεία (μαγνήσιο, κάλιο, νάτριο, ασβέστιο), το οποίο προέρχεται από υπόγεια πηγή, όπου και εμφιαλώνεται: ανθρακούχο ~ ~. [< γαλλ. eau minérale] , (το) αμίλητο νερό βλ. αμίλητος, άγνωστα νερά βλ. άγνωστος, αθάνατο νερό/αθάνατο βοτάνι βλ. αθάνατος, απεσταγμένο/αποσταγμένο νερό βλ. αποσταγμένος, βαρύ ύδωρ βλ. ύδωρ, γκρίζο νερό βλ. γκρίζος, γλυκό νερό βλ. γλυκός, λιμνάζοντα νερά/ύδατα βλ. λιμνάζων, μαλακό νερό βλ. μαλακός, σκληρό νερό βλ. σκληρός, στάσιμα νερά βλ. στάσιμος ● ΦΡ.: (μες) στο νερό: (για υπολογισμό κατά προσέγγιση του ελάχιστου χρονικού ή ποσοτικού σημείου) σίγουρα: Θα σου κοστίσει χίλια ευρώ ~ ~. Θα μου πάρει ένα τρίμηνο ~ ~ να βρω αντικαταστάτη., (ούτε) ένα ποτήρι νερό: επικριτικά για πλήρη έλλειψη φροντίδας, αλληλεγγύης, φιλοξενίας: Τόσα έκανα γι' αυτούς κι εκείνοι ούτε ~ ~ δεν μου πρόσφεραν., βάζει/μπάζει νερά/νερό (οικ.): επιτρέπει την είσοδο νερού λόγω ανοίγματος, τρύπας ή προβλήματος στην κατασκευή· κατ' επέκτ. έχει αδύνατα σημεία: Το αυτοκίνητο/το παράθυρο/το πλοίο/η στέγη/το υπόγειο ~ ~.|| (μτφ.) Η επιχειρηματολογία σου ~ ~ και δεν πείθει., έξω από τα νερά μου: για κατάσταση αμηχανίας, ιδ. σε άγνωστο περιβάλλον: Αισθάνομαι λίγο ~ ~. Πβ. έξω από το στοιχείο μου, έχασε τα νερά του, σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό.|| Η πληθώρα επιλογών με βγάζει ~ ~ (: με αποπροσανατολίζει, με μπερδεύει)., θα πούμε το νερό νεράκι (προφ.): θα διψάσουμε πολύ: Με τη μεγάλη ανομβρία που έχουμε φέτος, φοβάμαι ότι ~ ~!, κάνει νερά (προφ.) 1. (για πλεούμενο) μπάζει νερά από άνοιγμα· κατ' επέκτ. για αρνητική εξέλιξη, αντίθετα από τις προσδοκίες: Το σκάφος ~ ~ και υπάρχει κίνδυνος να αναποδογυρίσει.|| (μτφ.) Υποσχέθηκε πως θα μου δώσει προαγωγή, αλλά τελευταία μου ~ ~. 2. δεν έχει ευκρίνεια, καθαρότητα: Η τηλεόραση/η ψηφιακή μηχανή μου ~ ~.|| Το χρώμα ~ ~., λέει/ξέρει κάτι νεράκι (προφ.): απέξω (κι ανακατωτά): Είπε/ήξερε το μάθημα ~., μαθαίνω νεράκι (προφ.): αποστηθίζω., πάω/πηγαίνω με τα νερά κάποιου (προφ.): προσαρμόζομαι, συμμορφώνομαι με τις απόψεις ή τις επιθυμίες του: ~ ~ του, δεν του πηγαίνω κόντρα., πάω/πηγαίνω προς νερού μου (λαϊκό): πάω να ουρήσω., πίνω νερό στο όνομα κάποιου (προφ.): τον σέβομαι πολύ, τον εκτιμώ., σαν (το) νερό: για αβίαστη ροή, γρήγορα: Οι μέρες κύλησαν ~ ~ κι έφτασε το τέλος των διακοπών. Η ζωή φεύγει/τα χρόνια περνάνε ~ ~., σαν τα κρύα (τα) νερά & (σπάν.) σαν το κρύο (το) νερό: για νεαρό, όμορφο άτομο (συνήθ. κοπέλα)., σπάνε τα νερά (προφ.): (για έγκυο) σπάει ο σάκος με το αμνιακό υγρό, αρχίζει η διαδικασία της γέννας. , ταράζω τα νερά & (λόγ.) τα ύδατα (μτφ.): προκαλώ αναστάτωση, ανατροπή: Καινοτόμος θεωρία που ~ξε ~ της επιστήμης. Η ανατρεπτική παρέμβασή τους ~ει τα βαλτωμένα/ήρεμα/λιμνάζοντα ~ του κατεστημένου., φέρνω κάποιον στα νερά μου (προφ.): τον κάνω να συμφωνήσει μαζί μου, να ταχθεί με το μέρος μου: Πες πες, την έφερε ~ του. ΣΥΝ. φέρνω βόλτα (2), (μοιάζουν) σαν δυο σταγόνες νερό βλ. σταγόνα, (όσα είπαμε) νερό κι αλάτι βλ. αλάτι, βάζω νερό στο κρασί μου βλ. κρασί, βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι βλ. αυλάκι, δε(ν) δίνει (ούτε) τ' αγγέλου/τ' Αγίου του νερό βλ. άγγελος, δίχως νερό ο μύλος δεν αλέθει βλ. μύλος, έφτασε/πήγε στη βρύση/στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό βλ. βρύση, έχασε τα νερά του βλ. χάνω, ήπιε το αμίλητο νερό βλ. αμίλητος, θολώνω τα νερά βλ. θολώνω, ίσα βάρκα, ίσα νερά βλ. ίσος, κάνω μια τρύπα στο νερό βλ. τρύπα, κολυμπάει/έπεσε σε βαθιά νερά/στα βαθιά (νερά) βλ. κολυμπώ, κουβαλάει νερό στον μύλο κάποιου βλ. κουβαλώ, κύλησε/θα κυλήσει πολύ νερό στο/στ' αυλάκι βλ. αυλάκι, πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό βλ. πνίγω, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι βλ. τουλούμι, σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό βλ. ψάρι, σε ρηχά νερά/στα ρηχά βλ. ρηχός, σηκώνει (πολύ) νερό βλ. σηκώνω, στα βαθιά/στα (/σε) βαθιά νερά βλ. βαθύς, το αίμα νερό δεν γίνεται βλ. αίμα, το νερό της λησμονιάς/λήθης βλ. λησμονιά, του γλυκού νερού βλ. γλυκός, ψαρεύω σε θολά νερά βλ. θολός [< μεσν. νερό(ν) < μτγν. νηρόν (ὕδωρ) ‘φρέσκο νερό’, γαλλ. eau, αγγλ. water, γερμ. Wasser]

χοανη

χοανη

[νεῦρο] νεύ-ρο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. καθεμία από τις κυλινδρικές δεσμίδες νευρικών ινών, οι οποίες ξεκινούν από τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό και διακλαδίζονται σε ολόκληρο το σώμα, μεταφέροντας αισθητικά ή κινητικά ερεθίσματα: αιθουσαίο/ακουστικό/γλουτιαίο/γλωσσικό/γναθιαίο/δερματικό/ζυγωματικό/ηθμοειδές/θυρεοειδές/ινιακό/ισχιακό/καρδιακό/κερκιδικό/κνημιαίο/κοκκυγικό/κοχλιακό/λαρυγγικό/μασχαλιαίο/μέσο/μεσόστεο/μετωπιαίο/μηριαίο/πελματιαίο/περονιαίο/προσωπικό/σπονδυλικό/υπογλώσσιο/φατνιακό/ωλένιο ~. Η απόληξη/οι κλάδοι/η ρίζα ενός ~ου. (Παρα)συμπαθητικά ~α. Αυχενικά/θωρακικά/καρωτιδικά/κολπικά/κροταφικά/πυελικά/σηραγγώδη/χειλικά ~α. (Περιφερικά) ~α και γάγγλια (: περιφερικό νευρικό σύστημα). ~α των δαχτύλων. Βλ. νευρώνες.|| (προφ.) Χτύπησα στο ~ και πονάω (βλ. τένοντας).|| Φιλέτο καθαρισμένο από λίπη και ~α. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κατ' επέκτ.) ίνα: τα ~α του μαρουλιού/των φύλλων (= φλέβες). Αφαιρώ τα ~α από τα φασολάκια.|| Ράχη (βιβλίου) με ~α. 3. {μόνο στον εν.} (μτφ.) δύναμη, ένταση, ενεργητικότητα, ζωντάνια: νέος γεμάτος ~.|| Κινήσεις/τραγούδια με/όλο ~. Η παράσταση είχε πολύ ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απαγωγό νεύρο: ΑΝΑΤ. που εκφύεται από τη βάση του εγκεφάλου και νευρώνει τον έξω ορθό μυ του οφθαλμού., εγκεφαλικά/κρανιακά νεύρα & εγκεφαλικές συζυγίες: ΑΝΑΤ. τα δώδεκα ζεύγη των νεύρων που ξεκινούν από το εγκεφαλικό στέλεχος. [< αγγλ. cerebral/cranial nerves] , προσαγωγό νεύρο: ΑΝΑΤ. που μεταφέρει ερεθίσματα από το περιφερικό στο κεντρικό νευρικό σύστημα., πνευμονογαστρικό νεύρο βλ. πνευμονογαστρικός, τρίδυμο νεύρο βλ. τρίδυμος, τροχιλιακό νεύρο βλ. τροχιλιακός [< αρχ. νεῦρον, γαλλ. nerf, αγγλ. nerve]

όφελος

όφελος[ὄφελος] ό-φε-λος ουσ. (ουδ.) {οφέλ-ους | -η}: καθετί που ωφελεί: ηθικό/πνευματικό/υλικό/ψυχικό ~. Άμεσο/έμμεσο/πολλαπλασιαστικό ~. Άντληση ~ους. Αναπτυξιακά/δυνητικά/εμπορικά/επιχειρηματικά/θεραπευτικά/θετικά/ιατρικά/κοινωνικά/περιβαλλοντικά/πολιτικά/πρακτικά/τεχνολογικά/χρηματικά ~η. Μεγιστοποίηση του ~ους. Μέτρα με στόχο το κοινό ~ (= συμφέρον). Τα ~η του γέλιου/της γυμναστικής/της υγιεινής διατροφής. Προκύπτει ~ για τους πολίτες. Αποκόμισε τεράστια ~η από το ταξίδι του στο ... Πβ. απολαβή.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αναμενόμενο/μηδενικό ~. Ετήσιο/καθαρό οικονομικό ~ της τάξεως των/ύψους ... ευρώ. Πωλήσεις με αμοιβαίο ~. Ανάλυση κόστους-~ους.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αθέμιτο ~. Εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για προσωπικό ~ και κέρδος. ΑΝΤ. ζημιά (2) ● οφέλη (τα): πλεονεκτήματα: παρέχουν/προσκομίζουν/προσφέρουν/συνεπάγονται πολλαπλά ~. Τα ~ της προσφοράς/συνεργασίας. Πβ. αγαθά, καλά. ● ΣΥΜΠΛ.: αντισταθμιστικά/ανταποδοτικά οφέλη βλ. αντισταθμιστικός ● ΦΡ.: ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος;: δεν έχει νόημα: Είτε του μιλήσω είτε όχι, ~ ~; Αφού δεν πρόκειται να με ακούσει. Πβ. ποιος ο λόγος να ...;, προς/για/σε όφελος κάποιου: με σκοπό το καλό, την ωφέλεια κάποιου: ~ ~ της πατρίδας. Έργα υποδομής σε ~ του πολίτη. Δίκαιη λύση προς ~ όλων., ίδιον όφελος/συμφέρον βλ. ίδιος1 [< αρχ. ὄφελος ‘ωφέλεια, πλεονέκτημα’, αγγλ. benefit]

πάππος

πάπποςπάπ-πος ουσ. (αρσ.) (απαρχαιωμ.): παππούς· κυρ. στη ● ΦΡ.: (από) πάππου προς πάππου: με πατροπαράδοτο τρόπο, σύμφωνα με την παράδοση: Η επιχείρησή μας είναι οικογενειακή ~ ~. Πβ. από γενιά σε γενιά. [< αρχ. πάππος]

παράδειγμα

παράδειγμαπα-ρά-δειγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κάθε πληροφορία (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση) που αναφέρει κάποιος, προκειμένου να καταστήσει σαφή και κατανοητή τη σημασία λέξης ή το περιεχόμενο έννοιας, επειδή (θεωρεί ότι) συγκεντρώνει τα τυπικά της γνωρίσματα και, συνεπώς, την αντιπροσωπεύει: απλό/άστοχο/ατυχές/διαφωτιστικό/διδακτικό/ενδεικτικό/θεωρητικό/καλό/κλασικό/πετυχημένο/τυπικό/χαρακτηριστικό/χειροπιαστό/χρήσιμο ~. Ιστορικό/κοινωνικό ~. Παράθεση/παρουσίαση ~άτων. Πλήθος ~άτων από την καθημερινή ζωή. Μάθηση μέσω ~άτων. Στο ~ που ακολουθεί, ... Δώσε μου ένα ~ για να καταλάβω. Για να σου φέρω ένα ~, ... (Αν)έφερε για/σαν/ως ~ το φαινόμενο της ... Πάρε ~ την ... Βλ. αντι~. 2. πρότυπο: (για πρόσ.) Αποτελεί (λαμπρό) ~ ειλικρίνειας/τιμιότητας. Έχει τους γονείς του ως ~.|| Πολιτικό σύστημα που συνιστά ~ δημοκρατίας/σωστής διακυβέρνησης. Οικολογικό ~. Πβ. υπόδειγμα.|| Αρνητικό/επικίνδυνο/θετικό ~. Ακολούθησε το ~ του φίλου του και ασχολήθηκε με ...|| ~ συμπλήρωσης (μιας αίτησης). Πβ. δείγμα, περίπτωση. 3. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο σε συγκεκριμένο περιβάλλον: το κλιτικό/μορφολογικό ~ του ονόματος/του ρήματος. Βλ. σύνταγμα. 4. ΦΙΛΟΣ. το θεωρητικό πλαίσιο, δηλ. το πλαίσιο αρχών, εννοιών και μεθόδων, εντός του οποίου, κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου της επιστήμης, αναπτύσσονται οι θεωρίες της. ● Υποκ.: παραδειγματάκι (το): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή παραδείγματος: ριζική αλλαγή στον τρόπο σκέψης, αντιμετώπισης κατάστασης ή λειτουργίας συστήματος: ~ ~ στην οικονομία. [< αγγλ. paradigm shift, 1962, όρ. του Thomas Kuhn] , ζωντανό παράδειγμα & ζωντανή απόδειξη: για πρόσωπο που αποδεικνύει έμπρακτα όσα υποστηρίζει· για κάτι που αποδεικνύεται στην πράξη, πραγματοποιείται και δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο: Είναι ~ ~ εργατικότητας. Αποτελεί ζωντανό ~ του τι μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος. || Περιοχή που αποτελεί ~ ~ αρμονικής συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών., φωτεινό παράδειγμα βλ. φωτεινός ● ΦΡ.: για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) (συντομ. π.χ.) & (λόγ.) επί παραδείγματι: για να δοθεί ένα παράδειγμα: τροφές πλούσιες σε βιταμίνες, (όπως) ~ ~ φρούτα και λαχανικά. Εάν, ~ ~ (= φερ' ειπείν), συμβεί να ... Πβ. πιχί. ΣΥΝ. λόγου χάρη/χάριν [< γαλλ. par exemple] , δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα: αποτελώ (θετικό/αρνητικό) πρότυπο: Ο δάσκαλος δίνει το καλό ~ στους μαθητές του. Πρόσεχε πώς μιλάς, δίνεις το κακό ~!, παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση: για συμπεριφορά ή κατάσταση που θεωρείται ότι πρέπει να αποφεύγεται ή να ακολουθείται ως υπόδειγμα: Κάποιος/κάτι είναι ~ ~. [< 1,2: αρχ. παράδειγμα, γαλλ. exemple 3: γαλλ. paradigme, 1943, αγγλ. paradigm 4: γερμ. Paradigma]

παρόν

παρόνπα-ρόν ουσ. (ουδ.): στιγμή ή χρονική περίοδος που αντιλαμβάνεται κάποιος ως ενδιάμεση του παρελθόντος και του μέλλοντος, το τώρα: Ζει μόνο το ~ (= το σήμερα). ● ΦΡ.: επί του παρόντος/προς το παρόν: για τώρα, για την ώρα· προσωρινά: Δεν προτίθεται επί ~ να προχωρήσει σε δηλώσεις. Προς ~ (= προς στιγμήν) δεν υπάρχει κίνδυνος.|| Σταματούν προς ~ οι συζητήσεις., δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας βλ. στιγμή [< αρχ. παρόν, γαλλ. présent]

σιωπή

σιωπή

σι-ω-πή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία δεν ακούγονται ομιλίες ή θόρυβοι· (στον πληθ.) τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα: απέραντη/ατέλειωτη/βαθιά ~. Η ~ του βυθού/της νύχτας/της φύσης (πβ. ησυχία, σιγαλιά). Στιγμές/ώρες ~ής. Έγινε/έπεσε ~. Επικρατεί απόλυτη ~. Μέσα στη ~. Πβ. σιγή.|| Οι παύσεις και οι ~ές της ταινίας. Φιλμ διαλόγων και ~ών. 2. (κατ' επέκτ.) η στάση του ανθρώπου που δεν θέλει ή δεν μπορεί να εκφράσει την άποψή του, να απαντήσει ή να αντιδράσει σε κάτι: αδικαιολόγητη/αμήχανη/απρόσμενη/γαλήνια/ένοχη/ενοχλητική/επιβεβλημένη/ηχηρή/θλιβερή/θλιμμένη/περίεργη/πολύσημη/συνειδητή/υποκριτική ~. Η ~ της ντροπής/του τρόμου. Κύκλος/πέπλο/στάση/τείχος ~ής. Το δικαίωμα/σπάσιμο της ~ής. Τηρεί ~ για το θέμα/την υπόθεση. Επέλεξε τη ~. Καταδικάστηκε/κρύβεται στη ~. Προτίμησα την εύγλωττη ~. Μετά την παρέμβασή του, ακολούθησε ~ αμηχανίας. Αντιμετώπισε το ζήτημα με παγερή ~. Εξαγόρασαν τη ~ μας (: για μάρτυρες ή θύματα). Η ~ είναι συνενοχή.|| Ύστερα από μακρά ~ (= αδράνεια, αποχή) ... ● ΣΥΜΠΛ.: (η) συνωμοσία (της) σιωπής: συμφωνία ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας προσώπων να συγκαλύψουν κάτι, αποσιωπώντας το: Εξυφαίνεται μια ~ ~. ~ ~ καλύπτει το φιάσκο. [< γαλλ. la conspiration du silence] , ο νόμος της σιωπής (μτφ.): όταν συγκαλύπτεται κάτι μεμπτό, παράνομο: ο άγραφος ~ ~ και της εκδίκησης. Επικρατεί/σπάει ~ ~. Έχει επιβληθεί ~ ~ για ορισμένα θέματα-ταμπού. Πβ. ομερτά. [< γαλλ. la loi du silence] , εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, η γλώσσα της σιωπής βλ. γλώσσα, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός ● ΦΡ.: άκρα (του τάφου) σιωπή (μτφ.): απόλυτη ησυχία: ~ ~ βασιλεύει στην περιοχή. Στην αίθουσα επικρατούσε ~ ~. Τηρείται ~ ~ (για κάτι)., η σιωπή είναι χρυσός (παροιμ.): (σε ορισμένες περιπτώσεις) η σιωπή είναι πολύτιμη: ~ ~, ιδίως όταν δεν έχεις τίποτα καινούργιο να πεις. ΣΥΝ. τα πολλά λόγια είναι φτώχεια [< γαλλ. le silence est d'or] , η σιωπή μου προς απάντησή σου (προφ.): απαξιώ, δεν καταδέχομαι να σου απαντήσω., λύνω τη σιωπή μου: αποφασίζω να μιλήσω έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα, συνήθ. για να αποκαλύψω κάτι: Έλυσε ~ του και απάντησε στις κατηγορίες., σιωπή! (ως προσταγή): μη μιλάς, πάψε: ~ εσύ/παρακαλώ! ~, τώρα μιλάω εγώ. Πβ. σουτ, τσιμουδιά. , (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων [< αρχ. σιωπή, αγγλ.-γαλλ. silence]

σπιθαμή

σπιθαμήσπι-θα-μή ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πιθαμή: (ως πρόχειρη μονάδα μέτρησης μήκους) η απόσταση ανάμεσα στην άκρη του αντίχειρα και του μικρού δαχτύλου, με την παλάμη ανοιχτή και τεντωμένη· (κυρ. συνεκδ.) πολύ μικρή έκταση: δυο ~ές πάνω από το έδαφος.|| Μια ~ γης/τόπος. Εκμετάλλευση και της τελευταίας ~ής ελεύθερου χώρου. Πβ. σταλιά. ● ΦΡ.: κάθε σπιθαμή: κάθε σημείο ενός χώρου: Γνωρίζει ~ ~ του δάσους (: και την παραμικρή λεπτομέρεια).|| (κατ' επέκτ.) Ρούχα που καλύπτουν ~ ~ του σώματος. , μια σπιθαμή άνθρωπος (προφ.): πολύ κοντός., ούτε σπιθαμή: ούτε ένα μικρό τμήμα, καθόλου: ~ ~ εδάφους αναξιοποίητη, παντού χτίσματα.|| (μτφ.) Δεν υποχώρησε ~ ~ από τις αξιώσεις του (: στο παραμικρό). , σπιθαμή προς σπιθαμή & (σπάν.) σπιθαμή με σπιθαμή: σε όλα τα σημεία, εξονυχιστικά, παντού: Γνώριζαν τον τόπο ~ ~ (: πολύ καλά). Έψαξαν ~ ~ την περιοχή και τον εντόπισαν. [< αρχ. σπιθαμή]

στιγμή

στιγμήστιγ-μή ουσ. (θηλ.) 1. πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα: μείνε/περίμενε μια ~. Βρες μια ~ να τα πούμε. Έλα μια ~ που θέλω να σου μιλήσω. Δεν έχω/μου μένει ούτε μια ~ ελεύθερη (= δεν ευκαιρώ). Μια ~ έλειψα και την κοπάνησε. Έλα αυτή τη ~ (= αμέσως)! Τον ερωτεύτηκα από την πρώτη ~. Για λίγες ~ές, δεν ήξερε πού βρισκόταν. Πβ. λεπτό. 2. συγκεκριμένη περίσταση, ώρα: αξέχαστη/άτυχη/σημαντική ~. Δραματικές/δύσκολες/ερωτικές/ιδιαίτερες/μοναχικές/ξεχωριστές/προσωπικές/συγκινητικές ~ές. ~ές αγωνίας/απελπισίας/απόλαυσης/έντασης/ευτυχίας/χαλάρωσης. Η παρούσα ~. Αυτή τη ~ απουσιάζω, αφήστε το μήνυμά σας στον τηλεφωνητή. Τους πέτυχα τη ~ του καβγά. Εκείνη ακριβώς τη ~ έπεσε ένας κεραυνός. Κάποια ~ θα δεις την αλήθεια. Από κάποια ~ και μετά, άρχισα να βαριέμαι. Έως/ως τη ~ της συνάντησής τους. Όλα πήγαιναν τέλεια, μέχρι τη ~ που εμφανίστηκε. Η καλύτερη ~ ενός αθλητή/σταρ (: το ζενίθ της απόδοσης ή επιτυχίας του). ~ές από τα περασμένα/μιας ζωής. Ήρθε η μεγάλη ~. Με πέτυχες σε καλή/κακή ~. Σαν άνθρωπος έχει τις καλές και τις κακές του ~ές. Περιμένω την κατάλληλη ~ για να ... (πβ. ευκαιρία). Για κάθε τι υπάρχει η σωστή ~. Έφτασε/ήρθε η ~ να ... Ζει την κάθε ~. Μπορείτε να με βρείτε οποιαδήποτε ~. Από κείνη τη ~ έπαψα να τον εμπιστεύομαι. Οι συγκλονιστικότερες ~ές των Ολυμπιακών Αγώνων. Ζήσαμε/περάσαμε όμορφες ~ές. 3. ΓΡΑΜΜ. τελεία: άνω/διπλή/άνω και κάτω ~. 4. ΤΥΠΟΓΡ. μονάδα μέτρησης του μεγέθους των τυπογραφικών στοιχείων: γράμματα/γραμματοσειρά/διάστιχο/κείμενο δέκα ~ών. 5. ΜΟΥΣ. σημείο που, ανάλογα με τη θέση του, υποδεικνύει τον τρόπο ή την αξία νότας. ● Υποκ.: στιγμούλα (η): Κάτσε εδώ μια ~, δεν θ' αργήσω. ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορική στιγμή βλ. ιστορικός ● ΦΡ.: (για) μια στιγμή! (προφ.): παρέμβαση για δήλωση έντονης αντίρρησης, διαμαρτυρίας: ~ ~! ποιος σας είπε ότι εγώ θέλω να πάω;, ανά πάσα στιγμή & ανά πάσα ώρα και στιγμή: οποτεδήποτε: ~ ~ μπορείτε να ... Διατηρούμε το δικαίωμα να τροποποιήσουμε το περιεχόμενο της συμφωνίας ~ ~., από στιγμή σε στιγμή (προφ.): πολύ σύντομα, όπου να 'ναι: Έρχεται ~ ~. ~ ~ μπορεί να φανεί. ΣΥΝ. από ώρα σε ώρα (1), οσονούπω, από τη στιγμή που & (λόγ.) αφ' ης στιγμής [ἀφ' ἧς στιγμῆς] 1. (ως χρον. σύνδ.) από τότε που, αφότου: Την αγάπησε ~ ~ την είδε. ~ ~ μπήκε έως τη στιγμή που έφυγε δεν έβγαλε μιλιά. 2. (ως αιτιολογικός σύνδ.) αφού, εφόσον: ~ ~ πήρες αυτή την απόφαση, θα υποστείς τις συνέπειες. ΣΥΝ. τη στιγμή που (2) [< γαλλ. (à partir) du moment que] , για μια στιγμή/προς στιγμή(ν): για λίγο, στιγμιαία: Για μια ~ πέρασε απ' το μυαλό μου να φύγω, αλλά το μετάνιωσα. Δεν σε ξέχασα ούτε για μια ~. Προς ~ ανησύχησα. Προς στιγμήν (= επί του παρόντος, προς το παρόν, για την ώρα) δεν τίθεται θέμα ... [< γαλλ. sur le moment] , δεν είναι του παρόντος/της παρούσης/της στιγμής/της ώρας: (για κάτι που μετατίθεται στο μέλλον) δεν είναι η κατάλληλη περίσταση: Πολλά μπορούμε να πούμε, αλλά ~ του παρόντος. ~ ~ να αναφερθούμε σε λεπτομέρειες., είναι στιγμές που: για κάτι που συμβαίνει περιοδικά και διαρκεί λίγο: ~ ~ ο άνθρωπος νιώθει πολύ μικρός. ~ ~ δεν ξέρω τι να κάνω. Πβ. πότε πότε., κάθε ώρα και στιγμή: συνεχώς, διαρκώς: Θέλει να με ελέγχει ~ ~. ΣΥΝ. όλη την ώρα, μέσα σε μια στιγμή: πολύ γρήγορα: Όλα έγιναν/συνέβησαν ~ ~., μέχρι στιγμής & (λόγ.) μέχρις ώρας: έως τώρα: ~ ~ δεν έχουμε νεότερα. Αυτό είναι το καλύτερο έργο σου ~ ~., μια στιγμή! (προφ.): (για ξαφνική σκέψη, απόφαση) στάσου, περίμενε: ~ ~! Θα έρθω κι εγώ./Θέλω κάτι να σου πω. Πβ. ένα λεπτό., οι τελευταίες στιγμές: το χρονικό διάστημα λίγο πριν από το τέλος (θάνατο, καταστροφή, χωρισμό, αποχωρισμό): Ήμουν κοντά του τις ~ ~ του., ούτε (για μια) στιγμή & στιγμή (προφ.): καθόλου: Δεν τον υποψιάστηκα ~ ~. Μη διστάσεις ~ ~! Δεν την αφήνει ~ ~ από τα μάτια του., σε δεδομένη στιγμή: σε ορισμένη περίσταση: Όλοι έχουμε κάνει κάποιο λάθος ~ ~., σε μια/κάποια στιγμή: ξαφνικά: Σε μια ~ έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στη θάλασσα. Σε κάποια ~ τον είδα να μου κάνει νόημα., στη στιγμή: αμέσως: Το κέικ ήταν έτοιμο ~ ~. Οι λεκέδες εξαφανίζονται ~ ~. Πβ. στο άψε σβήσε, στο τσάκα-τσάκα. [< γαλλ. à l' instant] , τη μια στιγμή ... (και) την άλλη ...: για απότομη αλλαγή: Είναι τελείως αλλοπρόσαλλος: ~ είναι ευδιάθετος και ~ δεν του παίρνεις κουβέντα!, τη στιγμή που 1. (ως χρον. συνδ.) την ίδια ώρα που, ενώ, ενόσω: Με φώναξε ~ ~ έφευγα. 2. (ως αιτιολογικός συνδ., συνήθ. σε ερωτηματική ή αρνητική εκφορά) αφού, εφόσον: Πώς να τον βοηθήσω ~ ~ δεν μου μιλάει; ΣΥΝ. από τη στιγμή που (2), την ίδια στιγμή/ώρα 1. ταυτόχρονα, παράλληλα: Οι εκδηλώσεις προγραμματίστηκαν ~ ~. Η χλωροφύλλη έχει αποτοξινωτικές ιδιότητες και ~ ~ ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα.|| ~ ~, γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ... 2. (+ που) ενώ, παρόλο που: ~ ~ που τα δημοτικά τέλη καθαριότητας αυξάνονται, ο δήμος δεν παρέχει στους δημότες τις ανάλογες υπηρεσίες., την τελευταία στιγμή: το σημείο όπου δεν υπάρχει άλλο περιθώριο: Συμφωνία ~ ~. ~ ~ ναυάγησε το σχέδιο. Άγιο είχε, σώθηκε ~ ~! Με πρόλαβε ~ ~. Επέμενε μέχρι ~ ~ (ΣΥΝ. μέχρι τέλους). Δούλευε μέχρι (την) ~ ~ (: ως τον θάνατό του). ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε, στο νήμα, στο παρακάτι, στο τσακ/στο τσαφ [< γαλλ. au dernier moment] , της στιγμής: για κάτι που δεν διαρκεί πολύ ή γίνεται χωρίς μεγάλη προετοιμασία: λάθος/λόγια/ξέσπασμα/σχέδια ~ ~. Ήταν μια τρέλα ~ ~., της τελευταίας στιγμής: για να δηλωθεί ότι κάποιος δρα απρογραμμάτιστα ή ότι κάτι γίνεται οριακά, λίγο πριν από τη λήξη της προθεσμίας: αγορές/άνθρωπος/απόφαση/δώρα/κράτηση/λύση/συμφωνία ~ ~. Βλ. άρπα-κόλλα., ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. ανάθεμα, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ, η στιγμή/ώρα της αλήθειας βλ. αλήθεια, σε στιγμή/σε στιγμές αδυναμίας βλ. αδυναμία [< αρχ. στιγμή ‘σημάδι, τελεία, χρονική στιγμή’, γαλλ. moment 3: μτγν. 4: αγγλ. point 5: γαλλ. ~]

τέρψη

τέρψητέρ-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έντονη ευχαρίστηση, απόλαυση: αισθητική ~/~ των αισθήσεων. Οπτική ~.|| ~ του μυαλού/του πνεύματος/της ψυχής (πβ. ευφροσύνη). 2. ψυχαγωγία, διασκέδαση: η ~ των ακροατών/των αναγνωστών/των (τηλε)θεατών. ● ΦΡ.: προς τέρψη & (λογιότ.) προς τέρψιν (συνήθ. ειρων.): (+ γεν.) για ικανοποίηση: θέαμα ~ ~ των οφθαλμών. Καλό φαγητό ~ ~ του ουρανίσκου. ~ ~ του φιλοθεάμονος κοινού. [< αρχ. τέρψις]

τι

τιερωτημ. αντων. {άκλ.} 1. (ως ουσ.) ποιο πράγμα, ποια πράξη: ~ έκανες χθες/πήρες/σκέφτεσαι; ~ έπαθες και κάνεις έτσι; ~ πίνεις/θα πιεις (: για να το παραγγείλω); ~ παίζει στους κινηματογράφους; Σε τι (= που) οφείλεται η ταχυκαρδία; Με ~ ασχολείσαι (ενν. επαγγελματικά); ~ πρέπει να γνωρίζουμε για το ... ~ σημαίνει "μάζα"; ~ (ενν. είναι) πιο καλό από ...; (για να επαναληφθεί κάτι που δεν ακούσαμε:) ~ είπες; (για έκφραση απορίας) ~ συμβαίνει/τρέχει; (για έκφραση ενόχλησης:) ~ θες τέτοια ώρα; ~ θα γίνει τώρα, γιατί καθυστερούμε; (σε περίπτωση διάψευσης προσδοκιών:) ~ νόμιζες/φαντάστηκες; 2. (ως επίθ.) τι λογής, τι είδους: ~ νέα/χαμπάρια; ~ γνώμη έχεις/δώρο να πάρω/καλά μας φέρνεις/ώρα είναι; ~ (σόι) άνθρωπος είναι αυτός; Κι εσύ ~ πρόβλημα έχεις;|| (επιφωνηματικά, για έκφραση έκπληξης, επιδοκιμασίας, αποδοκιμασίας:) ~ τύχη! ~ καλά/όμορφα/ωραία (που ήταν)! ~ μέρες κι εκείνες! ~ αηδία/βλακεία/φρίκη! ~ κατάσταση είν' αυτή! Καλέ, ~ κόσμος είν' αυτός (ενν. πολύς)!|| (για διάψευση:) -Ωραία περάσατε; -~ ωραία; χάλια! 3. (ως επίρρ.) για ποιο λόγο ή σκοπό, σε τι: (συχνά με επιθετική διάθεση:) ~ γελάς/κλαις; ~ (= γιατί) ρωτάς/σε νοιάζει; Κι εσένα ~ σ' ενδιαφέρει; ~ την μαλώνεις/της φωνάζεις;|| Εγώ ~ φταίω; 4. για να δηλωθεί μέγεθος, ποσότητα, ποσό: ~ έδωσες/πλήρωσες/σου κόστισε; ~ (βαθμό) πήρες στο διαγώνισμα; 5. σε ρητορικές ερωτήσεις με αναμενόμενη απάντηση, "απολύτως κανένα, τίποτα": ~ καταφέραμε τελικά; Και ~ ξέρεις εσύ και μιλάς; Όλους στα πόδια σου τους έχεις, ~ άλλο θέλεις! ~ είχαμε, ~ χάσαμε! Και ~ ανάγκη έχει αυτός, καμία! ● ΦΡ.: και τι δεν ...! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί μεγάλη έκπληξη, επιθυμία, με αναμενόμενη απάντηση "πάρα πολλά, τα πάντα": ~ ~ έκανε για να μας ευχαριστήσει! ~ ~ δεν θα 'δινα για μια σοκολάτα! ~ ~ άκουσα/είπε!, και τι που ... (προφ.): δεν έχει σημασία που, δεν πειράζει: ~ ~ είναι μικρός, θα τα καταφέρει., προς τι; (προφ.): για ποιο λόγο ή σκοπό, γιατί; ~ ~ η έκπληξη/τόση απαξίωση;, τι ..., τι ... (προφ.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει διαφορά: ~ σήμερα ~ αύριο, αρκεί να έρθει. ~ πρώτος ~ δεύτερος, το ίδιο είναι., τι και τι; (προφ.): τι ακριβώς; ~ ~ έχεις εδώ;, τι κι αν ...; (προφ.): τι σημασία έχει αν: ~ ~ δεν συμφωνεί, δε(ν) με νοιάζει!|| (με επανάληψη:) ~ ~ έρθει, ~ ~ δεν έρθει, το ίδιο μου κάνει!, τι σου είναι ...! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, θαυμασμός για κάποιο πρόσωπο ή γεγονός: ~ ~ ο άνθρωπος/ο κόσμος! ~ ~ όμως τα παιδιά, ε;, το τι (προφ., για έκφραση θαυμασμού ή έκπληξης): αυτό που: ~ ~ έγινε, δεν λέγεται!, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; βλ. γίνομαι, μα τι λέω βλ. λέω, ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος; βλ. όφελος, πώς και πώς/τι βλ. πώς, τι έκανε λέει; βλ. κάνω, τι θα έλεγες/τι λες ...; βλ. λέω, τι θα πει βλ. λέω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, τι κάνεις; βλ. κάνω, τι λέει; βλ. λέω, τι μέλλει γενέσθαι βλ. γενέσθαι, τι να το κάνω βλ. κάνω, τι σου λέει αυτό; βλ. λέω, τι τέξεται η επιούσα βλ. επιούσα, τι χρείαν έχομεν (άλλων) μαρτύρων; βλ. χρεία [< αρχ. τί, ουδ. της αντων. τίς]

τιμή

τιμήτι-μή ουσ. (θηλ.) 1. αγοραστική αξία αγαθού, χρηματικό αντίτιμο, κόστος: ανώτατη/ απίστευτη/αρχική/ειδική/εκπτωτική/ενιαία/προνομιακή/σταθερή/συμβολική ~. Ακριβές/αλμυρές/ανταγωνιστικές/ασυναγώνιστες/δίκαιες/ελεύθερες/εξευτελιστικές/εξωπραγματικές/λογικές/μοναδικές/προσιτές/τσιμπημένες/τσουχτερές ~ές. ~ ασφαλείας/διάθεσης/(εξ)αγοράς/ζήτησης/παρέμβασης (στα σιτηρά)/προσφοράς/πώλησης/χρέωσης. ~ μονάδας. Σχέση ~ής και ποιότητας. Διεθνής ~ πετρελαίου. Άνοδος στην ~ του χρυσού. ~ές εργοστασίου (: χωρίς το κέρδος του παραγωγού)/καταλόγου/λιανικής/χονδρικής. Αύξηση στις ~ές των διοδίων/τροφίμων. Αναγραφή/ανάλυση/διακύμανση/διαμόρφωση/έλεγχος/εναρμονισμός/εξομάλυνση/καθορισμός/μείωση/μεταβολή/προσαρμογή/πτώση/ρύθμιση/σύγκριση των ~ών. Βουτιά/έκρηξη/κατάρρευση/πάγωμα/ράλι των ~ών. Πολιτική ~ών. Άλμα/φρένο/φωτιά στις ~ές προϊόντων και υπηρεσιών. ~ές-σοκ. Στην ~ δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ. Το πήρα σε ~ προσφοράς/στη μισή ~. Κερδίστε δύο εισιτήρια στην ~ του ενός. Μου έκανε καλή ~. Οι ~ές ανεβαίνουν/εκτινάσσονται στα ύψη/κυμαίνονται από ... έως ... ευρώ/σταθεροποιούνται/υποχωρούν. Ημερήσιο Δελτίο ~ών. Βλ. ανατίμηση. 2. καλή φήμη, υπόληψη: διαφύλαξη/προάσπιση της ~ής της πατρίδας. Έγκλημα/ζήτημα/θέμα ~ής. Είναι ανάγκη να ανακτηθεί/αποκατασταθεί η χαμένη ~ του (πβ. κύρος). Του έθιξε το αίσθημα της ~ής (πβ. αξιοπρέπεια, περηφάνια). Λόγοι ~ής με αναγκάζουν να παραιτηθώ. Προστατεύω/υπερασπίζω την ~ του ονόματός μου/την προσωπική μου ~. Σέβομαι/προσβάλλω/σπιλώνω την ~ κάποιου.|| Έπεσε στο πεδίο της ~ής (= στη μάχη).|| (παρωχ.) Παρθενία· συζυγική πίστη. 3. έκφραση εκτίμησης, σεβασμού, αναγνώρισης: εξαιρετική/ιδιαίτερη/ύψιστη ~. Εκδήλωση/μνημόσυνο ~ής. Μέρα μνήμης και ~ής. Τάγμα ~ής (: παράσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας). Πρέσβης/πρόεδρος επί ~ (= επίτιμος). ~ και δόξα στους ήρωες! (Αποδίδουμε) ~ στους ευεργέτες/πεσόντες. Αισθάνομαι ιδιαίτερη /μεγάλη ~ και χαρά. Είναι ~ για μένα να ... Θα είναι μεγάλη μας ~ αν/να μας επισκεφθείτε. Μας έκανε/μου επιφύλαξε την ~ να ... ΑΝΤ. ατίμωση, προσβολή.|| -Θα με συνοδέψετε; -~ (: ευχαρίστησή) μου! Με ποιον έχω την ~ να ομιλώ; (ειρων.) Σε τι οφείλω την ~ της επίσκεψής σου; 4. (μτφ.) καμάρι, καύχημα: (για πρόσ.) Είναι η ~ της οικογένειας/ομάδας. Πβ. περηφάνια, στολίδι. ΑΝΤ. μαύρο πρόβατο 5. ΜΑΘ. κάθε δυνατός προσδιορισμός ενός μεταβλητού μεγέθους: αλγεβρική ~ (: με πρόσημο + ή -). ~ μεταβλητής/συνάρτησης. Η ~ του χ/ψ. Απόδειξη θεωρήματος για όλες τις ~ές του ν.|| (ΙΑΤΡ.) Αυξημένες/φυσιολογικές/χαμηλές ~ές βιοχημικών εξετάσεων. ~ές γλυκόζης.τιμές (οι): τιμητικές διακρίσεις ή εκδηλώσεις: αγήματα απόδοσης ~ών. Του έκαναν/πρόσφεραν ~. ~ και διακρίσεις. Τον υποδέχτηκαν με όλες τις δέουσες ~. Κηδεύτηκε με στρατιωτικές ~. [< γαλλ. honneurs ] ● ΣΥΜΠΛ.: ακαμψία τιμής: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση κατά την οποία η τιμή των βιομηχανικών προϊόντων ή των πρώτων υλών δεν επηρεάζεται από τη γενικότερη οικονομική ύφεση ή την αύξηση του πληθωρισμού. [< αγγλ. price rigidity] , αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία: ΟΙΚΟΝ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. ο μέσος όρος των υποθετικών αξιών μιας τυχαίας μεταβλητής: αρνητική/θετική ~ ~. ~ ~ επένδυσης/μετοχής/προσφοράς. Αποτίμηση σε ~ ~. ΣΥΝ. μαθηματική ελπίδα (2) [< αγγλ. expected value, 1915] , ενεργός τιµή (συντομ. rms): ΗΛΕΚΤΡ. η σταθερή τιμή του ρεύματος που προκαλεί την ίδια κατανάλωση ισχύος σε μια αντίσταση (R) με ένα εναλλασσόμενο ρεύμα που έχει την ίδια τιμή: ~ ~ της τάσης του ηλεκτρικού πεδίου. [< αγγλ. effective value, root mean square (value)] , επίπεδο τιμών: ΟΙΚΟΝ. κόστος ζωής: γενικό/μεταβλητό/σταθερό/σχετικό/υψηλό ~ ~. Βλ. πληθωρισμός., εύρος τιμής: ΟΙΚΟΝ. η διαφορά μεταξύ της μέγιστης και της ελάχιστης τιμής της αξίας σε μια συγκεκριμένη συνεδρίαση του χρηματιστηρίου: δεσμευτικό/οριστικό ~ ~. ~ ~ διάθεσης δέκα έως δώδεκα ευρώ ανά μετοχή. Μείωση του ~ους ~. Το ~ ~ ορίστηκε μεταξύ τεσσάρων και πέντε ευρώ., κυρία (επί) των τιμών: γυναίκα στην ακολουθία βασίλισσας ή πριγκίπισσας: (συνήθ. ειρων.) Συμπεριφέρεται σαν ~ ~. [< αγγλ. lady of honour] , κώδικας τιμής: σύνολο ηθικών αξιών και κανόνων που προσδιορίζουν την ευυπόληπτη συμπεριφορά των μελών μιας κοινότητας: άγραφος ~ ~. [< γαλλ. code de l' honneur] , μέση τιμή (ν αριθμών): ΣΤΑΤΙΣΤ. το πηλίκο του αθροίσματος ν αριθμών με το πλήθος ν., ο λόγος της τιμής: προφορική διαβεβαίωση, υπόσχεση που βασίζεται στην αξιοπιστία κάποιου: Έχεις/σου δίνω το(ν) λόγο ~ μου. [< γαλλ. la parole d'honneur] , σταθερότητα των τιμών: ΟΙΚΟΝ. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη συγκράτηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα: νομισματική πολιτική προσανατολισμένη στη ~ ~. ΑΝΤ. διακύμανση τιμών. [< αγγλ. price stability] , συγκράτηση τιμών: ΟΙΚΟΝ. η διατήρηση των τιμών σε σταθερά επίπεδα: μέτρα για πάταξη νοθείας και ~ ~ στα καύσιμα., τιμή κλεισίματος/εκκαθάρισης: ΟΙΚΟΝ. αντιπροσωπευτική τιμή του συναλλακτικού ενδιαφέροντος που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών, η οποία υπολογίζεται βάσει μεθόδου μετά το τέλος της συνεδρίασης: ημερήσια ~ ~. [< αγγλ. closing price/settlement price, 1928] , τρέχουσα τιμή: ΟΙΚΟΝ. η τιμή του υποκείμενου προϊόντος στην αγορά, η οποία ισχύει τη δεδομένη χρονική στιγμή., φιλική τιμή: συμφέρουσα τιμή: Το πουλάω στη ~ ~ των ... ευρώ. Θα σου κάνω ~ ~., χρέος τιμής: ηθική δέσμευση, υποχρέωση: ελάχιστο/υπέρτατο ~ ~ απέναντι σε κάποιον. Για μένα είναι ~ ~ και ιερό καθήκον να ... Θεωρώ ~ ~ να μιλήσω για ... [< αγγλ. debt of honour] , (Γενικός) Δείκτης Τιμών βλ. δείκτης, άκρες τιμές βλ. άκρος, αντικειμενική αξία βλ. αντικειμενικός, απόλυτη τιμή βλ. απόλυτος, δελτίο τιμών βλ. δελτίο, εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή/πληθωρισμός βλ. εναρμονισμένος, ενδεικτική τιμή βλ. ενδεικτικός, η Λεγεώνα της Τιμής βλ. λεγεώνα, πράσινη τιμή βλ. πράσινος, συμβόλαιο τιμής βλ. συμβόλαιο, τιμή αληθείας βλ. αλήθεια, τιμή αναφοράς βλ. αναφορά, τιμή ασφαλείας βλ. ασφάλεια, τιμή γνωριμίας βλ. γνωριμία, τιμή εκκίνησης βλ. εκκίνηση, τιμή κόστους βλ. κόστος, τίτλος τιμής βλ. τίτλος, φόρος τιμής βλ. φόρος ● ΦΡ.: για την τιμή των όπλων: για να μη χαθεί η αξιοπρέπεια, για την υπεράσπιση της υπόληψης: αγώνας/απεργία/συμβολική ενέργεια/συνάντηση (που γίνεται) ~ ~ (και μόνο). Βλ. για τα μάτια του κόσμου., η τιμή τιμή δεν έχει (και χαρά στον που την έχει) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι η αξιοπρέπεια δεν εξαγοράζεται. [< γαλλ. l' honneur n' a pas de prix] , λαμβάνω/έχω την τιμή να ...: τυπική έκφραση ευγενείας του γραπτού και προφορικού λόγου: ~ ~ σας ανακοινώσω ότι .../σας παρουσιάσω τον ... Με την παρούσα επιστολή, ~ ~ απευθυνθώ σε εσάς για ένα ζήτημα υψίστης σημασίας. [< γαλλ. avoir l' honneur de ...] , με τιμή/μετά τιμής (επίσ.): στερεότυπη αποφώνηση επιστολής ή εγγράφου, που προηγείται της υπογραφής: Διατελώ ~ ~., προς τιμή(ν) κάποιου 1. με σκοπό να τιμηθεί κάποιος: ανέγερση μνημείου/γιορτή/δεξίωση/ημέρα/τελετή ~ ~ του ... Παρατέθηκε δείπνο ~ ~ των συνέδρων. 2. για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι άξιος τιμής, επιβράβευσης: Είναι ~ ~ τους ότι παραδέχτηκαν το σφάλμα τους/σήκωσαν το βάρος της απόφασης. [< 1: γαλλ. en l'honneur de] , σε συμφέρουσα τιμή: σε τιμή που συμφέρει τον αγοραστή, συνήθ. χαμηλή: αυτοκίνητο ~ ~., σε τιμή λιώμα (αργκό): σε πολύ καλή τιμή, πολύ φτηνά: ~ ~ το νέο μοντέλο., (μέσα) στην τιμή βλ. μέσα, γκολ της τιμής βλ. γκολ, λόγω τιμής βλ. λόγος, περιποιεί/περιποιούν τιμή βλ. περιποιώ, σε τιμή ευκαιρίας βλ. ευκαιρία, τιμή μου και καμάρι μου βλ. καμάρι, τιμής ένεκεν βλ. ένεκεν, τσίμπησαν οι τιμές βλ. τσιμπώ, χτυπάει τις τιμές βλ. χτυπώ [< αρχ. τιμή, γαλλ. honneur 5: γαλλ. valeur]

τούτος

τούτος, η, ο [τοῦτος] τού-τος δεικτ. αντων. {χωρ. κλητ.} & ετούτος (προφ.): αυτός: Ποιος είναι ~;|| ~ ο χειμώνας είναι ο χειρότερος. Η φωνή της λογικής είναι επιτακτική ~η τη στιγμή (= τώρα). Είχαμε φασαρίες ~ες τις μέρες.|| Έβγαλα ~ο το συμπέρασμα. Όλα ~α φαίνονται σήμερα πολύ μακρινά. Μιλήσαμε για ~α και για κείνα. ~ο δεν σημαίνει όμως ότι ... Και όχι μόνο ~ο, αλλά ... ● ΦΡ.: άνευ τούτου (λόγ.): χωρίς αυτό., για τούτο & (λόγ.) διά τούτο: γι' αυτό., επί τούτου 1. & (σπάν.-λόγ.) επί τούτω & επί τούτο: για τον λόγο ή τον σκοπό αυτό, επίτηδες: Το κάνει ~ ~, για να με εξοργίσει. Ο νόμος έγινε ~ ~ (πβ. ad hoc). Ο διαγωνισμός διενεργείται από την ~ τούτω συγκροτηθείσα επιτροπή. 2. σχετικά με αυτό: Θα ενημερωθείτε ~ ~. Η κυβέρνηση δεν θα τοποθετηθεί ~ ~. Ουδέν σχόλιον ~ ~!, και τούτο και το άλλο: για να δηλωθεί σειρά πραγμάτων, χωρίς να αναφερθούν λεπτομέρειες: Ας πάψουν επιτέλους να ζητάνε ~ ~., προς τούτο (λόγ.): για τον σκοπό, τον λόγο αυτό: Για τη λειτουργία του γραφείου απαιτείται ειδική ~ ~ άδεια., προς τούτοις (λόγ.): επιπλέον, επιπρόσθετα: ~ ~ αναφέρω ότι ... ΣΥΝ. μεταξύ (των) άλλων, προσέτι, τούτος εδώ/'δω (εμφατ.): Δεν έχω περάσει ξανά από ~α ~ τα μέρη.|| ~ ~ έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Μας αφηγήθηκε ~η 'δω την ιστορία (= την ακόλουθη)., ως εκ τούτου (λόγ.): επομένως, συνεπώς: επιχειρήματα αναληθή και ~ ~ παραπλανητικά., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! βλ. άλλος, εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! βλ. καλός, μ' αυτά/με τούτα και μ'εκείνα βλ. αυτός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, τούτου δοθέντος βλ. δοθείς [< μεσν. τούτος]

φυσική

φυσικήφυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΦΥΣ. επιστήμη που μελετά την ύλη, τον χώρο, τον χρόνο και την ενέργεια, καθώς και τις αλληλεπιδράσεις τους· συνεκδ. το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ατμοσφαιρική (= ~ της ατμόσφαιρας)/ατομική/βιολογική/εφαρμοσμένη/ηλιακή/θεωρητική/κβαντική/κλασική/πειραματική/υπολογιστική ~. ~ περιβάλλοντος/πολυμερών/υλικών/υψηλών ενεργειών/του χάους. Αξιώματα/θεωρίες/νόμοι της ~ής. Εργαστήριο/Νόμπελ/πειράματα ~ής. Βλ. αστρο~, βιο~, γεω~, μετα~, μικρο~, ραδιο~, ψυχο~, ακουστική, δυναμική, ηλεκτρονική, κινητική, κυματική, μηχανική, οπτική, φωτονική, ηλεκτρισμός, μαγνητισμός, ραδιολογία, ρεολογία, θετικές επιστήμες, φυσικές επιστήμες. ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρική φυσική: κλάδος που μελετά την επίδραση της ραδιενέργειας στον ανθρώπινο οργανισμό και τις εφαρμογές της στη διάγνωση και θεραπεία διαφόρων παθήσεων. Πβ. ακτινοφυσική. [< αγγλ. medical physics] , αστροσωματιδιακή φυσική βλ. αστροσωματιδιακός, πυρηνική φυσική βλ. πυρηνικός, στατιστική φυσική βλ. στατιστικός [< αρχ. φυσική, γαλλ. physique, αγγλ. physics]

χιλιοστό

χιλιοστόχι-λιο (κ. λι-ο)-στό ουσ. (ουδ.) ΜΕΤΡΟΛ. 1. χιλιοστόμετρο: χαρτόνι (πάχους) ... ~ών. Σφαίρες (διαμετρήματος) ... ~ών.|| (κατ' επέκτ.) Απόσταση λίγων/μερικών ~ών (: πολύ μικρή). 2. καθένα από τα χίλια ίσα μέρη στα οποία υποδιαιρείται μια μονάδα μέτρησης: ένα ~ του αμπέρ (= μιλιαμπέρ)/βατ (= μιλιβάτ)/βολτ (= μιλιβόλτ)/γραμμαρίου (= χιλιοστόγραμμο)/δευτερολέπτου (σύμβ. ms)/κιλού (= γραμμάριο)/λίτρου (= χιλιοστόλιτρο)/μπαρ (= μιλιμπάρ).|| Με ακρίβεια ~ού (= με πολύ μεγάλη ακρίβεια). ● ΦΡ.: ούτε (ένα) χιλιοστό (μτφ.-προφ.): ούτε στο ελάχιστο, καθόλου: Δεν θα κάνουμε ~ ~ πίσω!, το ένα χιλιοστό (προφ.-εμφατ.): για δήλωση πολύ μικρής ποσότητας: Δεν έκανε ούτε ~ ~ από αυτά που πέτυχε ο προκάτοχός του., χιλιοστό (προς) χιλιοστό (μτφ.-προφ.): αργά και προσεκτικά· με μεγάλη ακρίβεια: Κινούνται ~ ~. Υπολογισμός ~ ~. Βλ. σπιθαμή προς σπιθαμή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.