Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 500 εγγραφές  [1-20]


  • αγγελόσκονη [ἀγγελόσκονη] αγ-γε-λό-σκο-νη ουσ. (θηλ.) (αργκό): παραισθησιογόνο ναρκωτικό: Tο LSD και η ~ είναι συνθετικά ναρκωτικά. [< αμερικ. angel dust, 1970]
  • αεροβικός , ή, ό [ἀεροβικός] α-ε-ρο-βι-κός επίθ. & αεροβιακός: ΓΥΜΝ. που επιτυγχάνει την οξυγόνωση του οργανισμού και κατ' επέκτ. τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης: ~ή: προπόνηση. ~ές: ασκήσεις. ~ά: αθλήματα. ● Ουσ.: αεροβική (η): γυμναστική που γίνεται με γρήγορες, έντονες, συνήθ. χορευτικές κινήσεις, συνοδεία μουσικής: πρόγραμμα ~ής. Βλ. σουηδική γυμναστική, στεπ, στρέτσινγκ. ΣΥΝ. αεροβίωση (1), αερόμπικ [< αμερικ. aerobics, 1967, γαλλ. aérobic, 1981] [< αγγλ. aerobic]
  • αερόσακος [ἀερόσακος] α-ε-ρό-σα-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σάκος που φουσκώνει αυτόματα σε περίπτωση σύγκρουσης, για να προστατεύσει τον οδηγό και τους επιβάτες γιωταχί από βαρύ τραυματισμό: μπροστινός ~. Πλευρικοί ~οι. ~ συνοδηγού. Αισθητήρας/(απ)ενεργοποίηση ~ου. ~οι τύπου κουρτίνας. Βλ. παθητική ασφάλεια, προεντατήρας. 2. (σπάν.-μτφ.) οτιδήποτε ή οποιοσδήποτε παρέχει προστασία: Ανέλαβε να παίξει τον ρόλο του "~ου". [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. airbag, 1970, ιταλ. ~, 1989, γαλλ. ~, 1992]
  • αίρμπολ [αἴρμπολ] αίρ-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & έρμπολ: (στο μπάσκετ) τελείως άστοχο σουτ, που δεν βρίσκει ούτε το ταμπλό ούτε το στεφάνι: Στην τελευταία κρίσιμη προσπάθεια έκανε ~. [< αμερικ. Airball, 1967]
  • άισμπεργκ [ἄισμπεργκ] ά-ι-σμπεργκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. είδος μαρουλιού, κατάλληλο για σαλάτα. [< αμερικ. iceberg lettuce]
  • αλιγάτορας [ἀλιγάτορας] α-λι-γά-το-ρας ουσ. (αρσ.) {αλιγατόρων}: ΖΩΟΛ. μεγάλο ερπετό που ζει σε ποταμούς της Αμερικής και της Κίνας, συγγενικό με τον κροκόδειλο, αλλά με πλατύτερο και πιο κοντό ρύγχος. Βλ. κροκοδειλοειδή. [< αμερικ. alligator]
  • αλτ<sup>2</sup> ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. (σε πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή) πλήκτρο που μπορεί να πατηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλο (στη δεύτερη περίπτωση για να εκτελέσει μια εναλλακτική λειτουργία): αριστερό/δεξί ~. Κρατάς πατημένο το ~. Βλ. κοντόλ, σημ. 3. [< αμερικ. alt(ernate key), Alt key, 1968]
  • αμερικανικός , ή, ό [ἀμερικανικός] α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ. & (προφ.) αμερικάνικος 1. που σχετίζεται με τις ΗΠΑ ή/και τους Αμερικανούς. Βλ. αντι~, ευρω~, παν~. 2. που αναφέρεται στην Αμερική ως ήπειρο: ~ά: κράτη. Βλ. λατινο~. ● Ουσ.: Αμερικανικά (τα) & (επίσ.) Αμερικανική (η): η Αγγλική που μιλιέται στις ΗΠΑ· αλλιώς αμερικανικά αγγλικά (σε αντιδιαστολή προς τα βρετανικά αγγλικά). [< αγγλ. American English] ● ΣΥΜΠΛ.: αμερικανικό όνειρο: το κοινωνικό πρότυπο μιας άνετης και επιτυχημένης ζωής μέσα σε ένα περιβάλλον ίσων ευκαιριών και ελευθερίας. [< αμερικ. Αmerican dream, 1931] , αμερικανικό πλάνο βλ. πλάνο [< γαλλ. américain]
  • άμπερ αλέρτ [ἄμπερ ἀλέρτ] ά-μπερ α-λέρτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύστημα άμεσης και έγκαιρης δημόσιας κοινοποίησης και μετάδοσης πληροφοριών, που αφορά την εξαφάνιση παιδιών. Βλ. σίλβερ αλέρτ. [< αμερικ. Amber (ακρ. America's Missing Broadcast Emergency Response) Alert, 1997]
  • ανγκοστούρα [ἀνγκοστούρα] αν-γκο-στού-ρα ουσ. (θηλ.) & αγκοστούρα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικρό βελτιωτικό γεύσης για την παρασκευή κοκτέιλ και φρουτοχυμών που παράγεται από το φλοιό των δέντρων Galipea officinalis και Cusparia trifoliata. Βλ. ταμπάσκο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Angostura, πόλη της Βενεζουέλας]
  • αντι-νόμπελ [ἀντι-νόμπελ] α-ντι-νό-μπελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παρωδία του βραβείου Νόμπελ. Βλ. αντιβραβείο, αντι-όσκαρ. [< αμερικ. Ig (= ignoble) Nobel, 1991]
  • αντικουάρκ [ἀντικουάρκ] α-ντι-κου-άρκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. αντισωματίδιο του κουάρκ. [< αμερικ. antiquark, 1964]
  • αντισπάμ [ἀντισπάμ] α-ντι-σπάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. φίλτρο ανεπιθύμητης αλληλογραφίας: ενεργοποίηση ~.|| (ως επίθ.) Πρόγραμμα/τεχνολογία ~ (: που προστατεύει από σπαμ). Βλ. αντιβάιρους. [< αμερικ. anti-spam, 1995]
  • αποδάσωση [ἀποδάσωση] α-πο-δά-σω-ση ουσ. (θηλ.): καταστροφή, κόψιμο των δέντρων ενός δάσους: απώλεια της βιοποικιλότητας/διάβρωση των εδαφών/κατολισθήσεις/κλιματολογικές αλλαγές/πλημμύρες εξαιτίας της ~ης. Παράνομες ~ώσεις. Πβ. αποψίλωση. Βλ. ερημο-, οικοπεδο-ποίηση. ΑΝΤ. αναδάσωση [< γαλλ. déforestation, deboisement, αμερικ. deforestation]
  • αρ εν μπι [ἀρ ἐν μπί] ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ριθμ εντ μπλουζ. [< αμερικ. rhythm and blues (R'n'B ή R & B), γαλλ. ~, 1999]
  • ασυμφωνία [ἀσυμφωνία] α-συμ-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη, απουσία συμφωνίας: πλήρης/πολιτική ~. ~ απόψεων. ~ ανάμεσα στο πραγματικό και το ιδανικό (πβ. αναντιστοιχία)/λόγων και έργων/μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων/ως προς .... Άρση της ~ας. Πβ. διάσταση, διαφορά, διαφωνία, δυσαρμονία ● ΣΥΜΠΛ.: ασυμφωνία χαρακτήρων: διαφορετικότητα, ασυμβατότητα χαρακτήρων: Αίτηση διαζυγίου λόγω ~ας ~.,.|| (ΨΥΧΟΛ.) γνωστική ασυμφωνία & (σπανιότ.) γνωστική δυσαρμονία: το στρες που βιώνει το άτομο όταν οι υπάρχουσες αξίες και πεποιθήσεις ανατρέπονται με βάση νέα δεδομένα και πρέπει να αλλάξει συμπεριφορά. [< αμερικ. cognitive dissonance, 1957] [< αρχ. ἀσυμφωνία, γαλλ. désaccord]
  • ασφάλιση [ἀσφάλιση] α-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. σύναψη σύμβασης για την αποζημίωση του ενός συμβαλλομένου από τον άλλο σε περίπτωση ασθενείας ή άλλου περιστατικού: θαλάσσια/ιδιωτική/ταξιδιωτική ~. ~ αναπηρίας/ανεργίας/ανικανότητας/αστικής ευθύνης/γήρατος/ζωής/σύνταξης/υγείας. Ομαδική ~ εργαζομένων. ~ ιατροφαρμακευτικής/νοσοκομειακής περίθαλψης. ~ εργατικών ατυχημάτων. Τεχνικές ~ίσεις. ~ίσεις κατά ζημιών.|| ~ κατοικιών/οχημάτων/περιουσίας/σκαφών. ~ πυρός και σεισμού. Μεσίτης ~ίσεων (βλ. ασφαλειομεσίτης).|| (για μείωση πιστωτικού κινδύνου των επιχειρήσεων:) ~ πιστώσεων. Πβ. ασφάλεια. Βλ. αλληλ~, αντ~, αυτ~, δι~, συν~, υπ~, υπερ~. 2. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτειακός θεσμός που καλύπτει υπό όρους τους εργαζομένους και γενικότ. τα άτομα που έχουν ανάγκη σε θέματα υγείας, τοκετού, ατυχημάτων, σύνταξης: διαδοχική (: σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς λόγω ανάληψης άλλης εργασίας ή άσκησης άλλου επαγγέλματος)/κρατική ~. Παράλληλη ~ (: ταυτόχρονη ~ σε δύο ασφαλιστικούς φορείς). Κύρια και επικουρική ~. Χρόνος ~ης. Δικαίωμα στην ~. 3. ενεργοποίηση μηχανισμού ασφαλείας: συναγερμός με αυτόματη ~ θυρών. ΑΝΤ. απασφάλιση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνική ασφάλιση: που παρέχεται από το κράτος σε διάφορες κατηγορίες πολιτών, όπως ανέργους και ηλικιωμένους: δημόσια ~ ~. Δίκαιο/κάρτα/αριθμός μητρώου/σύστημα/φορείς ~ής ~ης. Ίδρυμα ~ών ~ίσεων (ακρ. ΙΚΑ). Πβ. κοινωνική ασφάλεια. Βλ. Η.ΔΙ.Κ.Α. [< αμερικ. Social Security, 1935, γαλλ. sécurité sociale, 1945] [< μεσν. ασφάλισις 'εξασφάλιση', γαλλ. assurance, sécurité]
  • ατ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. παπάκι. [< αμερικ. at sign, 1977, πβ. ιταλ. at, 1995]
  • άφρο [ἄφρο] ά-φρο επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. για σγουρά, πυκνά και φουντωτά μαλλιά σε στρογγυλεμένο σχήμα: ~ κόμμωση/λουκ/περούκα. Πβ. αφάνα. 2. ΜΟΥΣ. που αξιοποιεί στοιχεία της αφρικανικής παραδοσιακής μουσικής: ~ τζαζ. [< αμερικ. afro, 1968, γαλλ. ~, 1972]
  • ΑΧΕΠΑ & AHEPA (η): Αμερικανο-Ελληνική Εκπαιδευτική Προοδευτική Οργάνωση. || Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. [< αμερικ. American Hellenic Educational Progressive Association, 1922]

αντιβάιρους

αντιβάιρους[ἀντιβάιρους] α-ντι-βά-ι-ρους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που εντοπίζει και διαγράφει ιούς από υπολογιστή: ενημερωμένο ~ (= αντιικό). Αναβάθμιση/εγκατάσταση ~. ΣΥΝ. αντιβιοτικό (2), αντιιός (1) [< αγγλ. antivirus, 1988, γαλλ. ~, 1989]

αντιβραβείο

αντιβραβείο[ἀντιβραβεῖο] α-ντι-βρα-βεί-ο ουσ. (ουδ.): βραβείο που απονέμεται, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, σε κάποιον για τη χειρότερη επίδοση σε ορισμένο τομέα, συνήθ. καλλιτεχνικό. Βλ. αντι-όσκαρ. [< γαλλ. anti-prix]

ή

ή[ἤ] διαζευκτικός σύνδ. δηλωτικός 1. αντιδιαστολής δύο ή περισσότερων αντίθετων εννοιών, αυστηρής επιλογής της μιας από τις δύο, καθώς και οι δύο μαζί δεν μπορούν να συνυπάρξουν: αριστερά ~ δεξιά; Κρύο ~ ζέστη; Πρωί ~ βράδυ; Όμορφη ~ άσχημη; Χαρά ~ λύπη; Άσπρο ~ μαύρο;|| (με επανάληψη, για να δοθεί έμφαση στον α' όρο) ~ τώρα ~ ποτέ! ~ εγώ ~ κανένας!|| (προφ., με δυνατότητα παράλειψης ή αντικατάστασής του με το "και") Νέοι (~) γέροι, πλούσιοι (~) φτωχοί, όλοι ήταν μαζεμένοι!|| (δυσαρέσκεια, αγανάκτηση για τη συμπεριφορά κάποιου ή για μια κατάσταση) Φίλος είσαι (εσύ) ~ εχθρός; Άνθρωπος είναι (αυτός) ~ (κανένα) τέρας; Ζωή είναι αυτή ~ μαρτύριο; Δωμάτιο είναι αυτό ~ στάβλος;|| (σε ερωτήσεις) Θα έρθεις ~ δεν θα έρθεις/όχι; (διερεύνηση άποψης) Θα τα καταφέρουμε ~ το θεωρείς απίθανο; 2. διάκρισης δύο ή περισσότερων στοιχείων που παρουσιάζονται ως εναλλακτικές εκδοχές: Τι θα ήθελες; Φαγητό ~ γλυκό; Θα με εξυπηρετήσετε εσείς ~ κάποιος άλλος; Παίρνω ~ το λεωφορείο ~ το μετρό ~ το τραμ (: άλλες φορές, άλλοτε).|| (με επανάληψη) (εμφατ.) ~ θα κοιμάται ~ θα βλέπει τηλεόραση. (αδιαφορία ή αβεβαιότητα) Θα έρθω ~ αύριο ~ (: μπορεί και) μεθαύριο. (ο α' όρος είναι ανυπόστατος και έτσι δηλώνεται εμφατ. ότι ισχύει στην ουσία ο β') ~ είμαστε όλοι τρελοί ~ (πράγματι) κάτι δεν πάει καλά! ΣΥΝ. είτε.|| (σε ερώτηση, προς εξακρίβωση του λόγου για τον οποίο γίνεται κάτι) Γιατί δεν του μιλάς; Ντρέπεσαι ~ φοβάσαι; Τι έχεις; Είσαι άρρωστος ~ απλά κακοδιάθετος; 3. διαφορετικότητας· αλλιώς, σε αντίθετη περίπτωση: Μάθε να συζητάς ~ μην ασχολείσαι μαζί μου!|| (απειλητ.) ~ φεύγεις αυτή τη στιγμή ~ καλώ την Αστυνομία (= αν δεν φύγεις ..., θα καλέσω ...)! Πβ. διαφορετικά, ειδάλλως. 4. εναλλακτικής διατύπωσης, διόρθωσης, τροποποίησης (συνήθ. ακολουθούν οι λ. "μάλλον" ή "καλύτερα"): το ίντερνετ ~ διαδίκτυο (στα Ελληνικά). Δεν καταλαβαίνει ~ μάλλον δεν θέλει να καταλάβει. Πήγαινε να δεις τι κάνει! ~ άσε καλύτερα· πάω εγώ! 5. (προφ.) μεγέθους κατά προσέγγιση, αβεβαιότητας: (κάπου) δεκαπέντε ~ είκοσι κιλά. ● ΦΡ.: ή μήπως δηλώνει 1. ευγενική διατύπωση ερώτησης: Να σου ζητήσω κάτι ~ ~ σε βάζω σε κόπο; 2. πιθανή εκδοχή: Κοιμήθηκες καλά ~ ~ νυστάζεις ακόμα; Προτιμάς σινεμά ~ ~ (καλύτερα) θέατρο;|| (προς έκφρ. ενδιαφέροντος) Χόρτασες ~ ~ να σου φέρω και κάτι άλλο;|| (αβεβαιότητα) Ήταν πριν από δύο ~ ~ τρία χρόνια; 3. αγανάκτηση, δυσαρέσκεια· προκειμένου να εκφραστεί ότι δεν είναι δυνατόν να ισχύει σε καμία περίπτωση ο β΄όρος: Τι κάθεσαι και τεμπελιάζεις; ~ ~ περιμένεις από εμένα να κάνω τις δουλειές; (: δεν πρόκειται να τις κάνω).|| Είναι λογικό να φέρεται έτσι· ~ ~ ξέχασες τι πέρασε; (: θυμάσαι φυσικά)., ή ταν ή επί τας: ΙΣΤ. "ή αυτή ή πάνω σε αυτή", δηλ. "ή να επιστρέψεις με την ασπίδα ως νικητής ή να σε φέρουν επάνω της νεκρό", φρ. που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες στους γιους τους, όταν τους παρέδιδαν την ασπίδα, πριν αναχωρήσουν για τον πόλεμο· (μτφ.-λόγ.) προτροπή σε κάποιον να φέρει σε πέρας την αποστολή που του έχει ανατεθεί, χωρίς να δειλιάσει και να σκεφτεί το προσωπικό κόστος., αργά ή γρήγορα βλ. αργά, ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου βλ. καλογερεύω, ή όπως αλλιώς βλ. όπως, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, ή στραβός είν' ο γιαλός ή στραβά αρμενίζουμε βλ. γιαλός, ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, να ζει κανείς ή να μη ζει; βλ. ζω1, ναι ή ου; βλ. ου [< αρχ. ἤ]

κροκοδειλοειδή

κροκοδειλοειδή[κροκοδειλοειδῆ] κρο-κο-δει-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη ερπετών με δυνατά σαγόνια, τέσσερα κοντά πόδια και σκληρό, φολιδωτό δέρμα, χαρακτηριστικά είδη της οποίας είναι ο κροκόδειλος και ο αλιγάτορας. [< γαλλ. crocodiliens]

πλάνο

πλάνοπλά-νο ουσ. (ουδ.) 1. πρόγραμμα, σχέδιο που αναλύει έναν ευρύτερο στόχο σε επιμέρους στάδια: επενδυτικό/επιχειρηματικό/οικονομικό ~. Δεκαετές/εβδομαδιαίο/ετήσιο ~. ~ ανάπτυξης/δράσης/ενεργειών/εργασίας/μαθήματος/μάρκετινγκ. Έλλειψη ~ου (= προγραμματισμού, σχεδιασμού). ~ Β (βλ. σχέδιο Β). Κατάρτιση/υλοποίηση ενός ~ου. Δεν υπάρχει (ένα) καθορισμένο/σαφές/συγκεκριμένο ~. Δεν έχουν ~/κινούνται χωρίς ~. Άλλαξαν τα ~α του. Ακολουθώ/εφαρμόζω/καταστρώνω/τροποποιώ το ~. Όλα έγιναν σύμφωνα με το (αρχικό/βασικό) ~. Η αγορά ενός σπιτιού δεν βρίσκεται/είναι/περιλαμβάνεται στα ~α τους. Πβ. ατζέντα. 2. σχεδιάγραμμα: ~ βιβλιοθήκης/θέσεων. Γενικό ~ του εκθεσιακού χώρου. 3. ΚΙΝΗΜ. η πιο μικρή ενότητα ενός φιλμ· συνεκδ. λήψη: κινηματογραφικά/τηλεοπτικά/ψηφιακά ~α. Αμοντάριστα/μονταρισμένα ~α. Εξωτερικά/εσωτερικά ~α (: σε εξωτερικούς/εσωτερικούς χώρους). Σταθερά/στατικά ~α. ~α αρχείου. Τράβηξε ένα γενικό ~ του χώρου/κοντινό ~ (= γκρο πλαν) της ηθοποιού. Παρακολουθώ/προβάλλονται ~α της ταινίας/από την ταινία. Βλ. κάδρο, καρέ, σεκάνς, σκηνή. ● ΣΥΜΠΛ.: αμερικανικό πλάνο: ΚΙΝΗΜ. στο οποίο οι άνθρωποι καδράρονται από το κεφάλι μέχρι τα γόνατα. [< γαλλ. plan americain] , πλάνο εδραίωσης: ΚΙΝΗΜ. γενικό πλάνο με το οποίο προβάλλονται τα αντικείμενα, οι ηθοποιοί και οι μεταξύ τους σχέσεις στον χώρο: Ταινία που ξεκινά με ένα ~ ~., σε πρώτο/δεύτερο πλάνο 1. (μτφ.) σε πρώτη/δεύτερη θέση από άποψη ενδιαφέροντος, σπουδαιότητας: Ερώτημα/θέμα/πρόβλημα που έρχεται/περνά/μπαίνει σε πρώτο ~ (: στο επίκεντρο της προσοχής). Βάζω/θέτω (κάτι) ~ ~. Ο πολιτισμός (βρίσκεται/έμεινε) σε δεύτερο ~ (: μπήκε σε δεύτερη μοίρα). 2. ΚΙΝΗΜ. -ΦΩΤΟΓΡ. στο μπροστινό/πίσω μέρος της εικόνας: Στο πρώτο ~ διακρίνεται ... Σε δεύτερο ~ φαίνεται ... (πβ. φόντο). [< γαλλ. au premier/second plan ] [< γαλλ. plan]

ταμπάσκο

ταμπάσκοτα-μπά-σκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία πιπεριάς με καυτερή γεύση που προέρχεται από φυτό της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής και χρησιμοποιείται κυρ. ως καρύκευμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) πικάντικη σάλτσα με ~. Βλ. τσίλι. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Tabasco ((pepper) sauce), 1902]