Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- -άκις (λόγ. ή αρχαιοπρ.): επίθημα παραγωγής επιρρημάτων που δηλώνει επανάληψη: δεκ~/εξ~/οσ~/πλειστ~/πολλ~ (: πολλές φορές).
- αβαθής , ής, ές [ἀβαθής] α-βα-θής επίθ. {αβαθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· αβαθέστ-ερος, -ατος} (επίσ.) 1. που έχει ή βρίσκεται σε μικρό βάθος: ~ής: κόλπος/λάκκος. ~ής: θάλασσα/κόγχη/κοίτη. ~ές: δοχείο/έλος. ~είς: γεωτρήσεις/ουλές. Πβ. ά-, ξέ-βαθος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: αναπνοή.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ές: βαρομετρικό χαμηλό. ΣΥΝ. ρηχός (1) ΑΝΤ. βαθύς (1) 2. (μτφ.) που δεν εμβαθύνει, επιφανειακός, ανούσιος: ~ής: διάλογος/χαρακτήρας. ~ής: γνώση/κρίση/προσέγγιση. ~ές: κείμενο. ~ή: αισθήματα. Πβ. επιδερμικός. Βλ. ουσιώδης, ουσιαστικός. ΣΥΝ. ρηχός (2) ● Ουσ.: αβαθές (το) (λόγ.): έλλειψη βάθους: το ~ των υδάτων.|| (μτφ.) Το ~ των νοημάτων/της σκέψης., αβαθή (τα): τα ρηχά (ενν. νερά): Τα ~ της λίμνης. Οι ερωδιοί τριγυρνούν στα ~ αναζητώντας τροφή.|| (ΓΕΩΛ.) Τα αμμώδη/βραχώδη ~ (: αμμόλοφος/βράχια στον θαλάσσιο βυθό). ΑΝΤ. άπατα [< μτγν. ἀβαθής]
- άβακας [ἄβακας] ά-βα-κας ουσ. (αρσ.) {αβάκων} 1. (λόγ.) επιφάνεια επιτραπέζιων παιχνιδιών και γενικότ. κάθε επίπεδη πλάκα: ο ~ του σκακιού (= σκακιέρα). Παιχνίδια σε ~α.|| (κυρ. στον πληθ.) ~ες δαπέδων/τοίχων (πβ. πλακάκια). Κατακόρυφοι/οριζόντιοι ~ες που λειτουργούν ως θερμαντικά σώματα. 2. εργαλείο εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων, χαρακτηριστικός τύπος του οποίου είναι αυτός που λειτουργεί με τη μετακίνηση μικρών σφαιρών κατά μήκος αξόνων στερεωμένων σε ορθογώνιο πλαίσιο και κατ' επέκτ. κάθε υπολογιστικός πίνακας: (συνήθ. παλαιότ.) ξύλινος ~. Πρόσθεση µε ~α. (ΜΑΘ.) Πυθαγόρειος πίνακας ή ~ (: πίνακας πολλαπλασιασμού για την εύρεση του γινομένου των πρώτων εννέα μονοψήφιων αριθμών). Πβ. αριθμητήριο. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πλάκα -συνήθ. τετράγωνη ή ορθογώνια παραλληλεπίπεδη- στο ανώτερο τμήμα του κιονόκρανου, όπου στηρίζεται το επιστύλιο. Βλ. εχίνος, κάλαθος. ● Υποκ.: αβάκιο (το) [< αρχ. ἄβαξ]
- αβάσιμος , η, ο [ἀβάσιμος] α-βά-σι-μος επίθ. (λόγ.): που δεν στηρίζεται σε αντικειμενικώς εξακριβώσιμα στοιχεία: ~ος: ισχυρισμός/φόβος (ΣΥΝ. αστήρικτος, ανυπόστατος). ~η: αισιοδοξία/αξίωση/κατηγορία. ~ο: επιχείρημα/συμπέρασμα (ΣΥΝ. ατεκμηρίωτο, ΑΝΤ. τεκμηριωμένο). ~ες: υποψίες/φήμες. ~α: δημοσιεύματα. Νομικώς/παντελώς/πλήρως ~η άποψη. ΑΝΤ. βάσιμος ● Ουσ.: αβάσιμο (το): το να μην στηρίζεται κάτι σε πραγματικά γεγονότα: το ~ της απόφασης/των καταγγελιών. ΣΥΝ. αβασιμότητα ΑΝΤ. βάσιμο ● επίρρ.: αβάσιμα [< γερμ. unbegründet]
- αβγό & αυγό [ἀβγό, αὐγό] α-βγό, αυ-γό ουσ. (ουδ.) 1. το αναπαραγωγικό σώμα με σκληρό και λεπτό περίβλημα (κέλυφος/τσόφλι) που γεννά η κότα, το περιεχόμενο του οποίου (κρόκος ή λέκιθος στο κέντρο και ασπράδι ή λεύκωμα στην περιφέρεια) χρησιμοποιείται ευρύτατα ως τροφή του ανθρώπου: βιολογικά ~ά (: από κοτόπουλα που εκτρέφονται με βιολογικές τροφές). ~ά (από κότες) ελευθέρας βοσκής/ημέρας (= νωπά, φρέσκα)/πτηνοτροφείου/χωριάτικα. Δίκροκο ~. Κλούβιο ~ (= αλλοιωμένο).|| Μια εξάδα/δωδεκάδα (= ντουζίνα)/καρτέλα ~ά. Συσκευασμένα ~ά.|| Βραστό ~ (: μελάτο ή σφιχτό). Για να φτιάξουμε ~ά μάτια (= τηγανητά), σπάμε τα ~ά (: χτυπάμε προσεκτικά το τσόφλι, ώστε να κοπεί στα δύο) και τα ρίχνουμε στο τηγάνι. Καθαρίζουμε τα βρασμένα ~ά (= τα ξεφλουδίζουμε, αφαιρούμε το τσόφλι τους). ~ά: μιμόζα/ποσέ/σκραμπλ (: τηγανητά που ανακατεύονται ενόσω ψήνονται). Βλ. ομελέτα, στραπατσάδα.|| Πασχαλιάτικα/πασχαλινά ~ά (: συνήθ. κόκκινα). Τσούγκρισαν ~ά και αντάλλαξαν ευχές. Βαφές ~ών. || Διαδηλωτές πέταξαν ~ά και γιαούρτια (: σε ένδειξη έντονης αποδοκιμασίας). Βλ. ωόν. 2. (γενικότ.) το σχεδόν στρογγυλό σώμα που γεννά το θηλυκό, κυρ. των πτηνών, των ερπετών, των αμφίβιων, των ψαριών και των εντόμων, το οποίο έχει παρόμοια δομή με αυτό της κότας: Ο νεοσσός/η προνύμφη βγαίνει από το ~ (= εκκολάπτεται) ύστερα από επώαση μερικών ημερών.|| ~ά αχινού/ορτυκιού/πάπιας/στρουθοκαμήλου/χήνας. Βλ. αβγοτάραχο, ταραμάς, χαβιάρι. 3. ομοίωμα αβγού: διακοσμητικά ~ά (: σε διάφορα χρώματα και σχέδια). Σοκολατένιο ~ (κυρ. ως πασχαλινό δώρο). Ξύλινο ~ (: για μαντάρισμα ρούχων). 4. ΒΙΟΛ. (καταχρ.) ωάριο. ● Υποκ.: αβγουλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: (σαν) το αβγό του Κολόμβου: η απροσδόκητα απλή λύση ενός προβλήματος που αρχικά φαινόταν πολύπλοκο (αποδίδεται στον Χ. Κολόμβο, ο οποίος έστησε ένα αβγό όρθιο, σπάζοντας ελαφρά τη βάση του). [< γαλλ. l' œuf de Colomb] , το αβγό του φιδιού: τάση αναβίωσης ακροδεξιών ή φασιστικών ιδεολογιών: εκκολάπτεται/επωάζεται ~ ~., μελάτο αβγό βλ. μελάτος ● ΦΡ.: αβγά σου καθαρίζουν; (προφ.): σε κάποιον που γελά χωρίς λόγο: Τι γελάς; ~ ~;, ακόμη δε(ν) βγήκε απ' τ' αβγό (και) ... & ακόμη δεν έσκασε απ' τ' αβγό ... (συνήθ. μειωτ.): (για άτομο νεαρής ηλικίας ή άπειρο σε κάποιον τομέα) ενώ δεν έχει εμπειρία: ~ ~ και νομίζει ότι τα ξέρει όλα., έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια: βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση και κατ' επέκτ. απέτυχε παταγωδώς ή έπαθε μεγάλη καταστροφή: Τα έχει μπερδέψει μες στο μυαλό του, έχει χάσει ~ ~.|| Η ομάδα ~ ~ στον αγώνα., καθαρίζω κάποιον σαν αβγό (αργκό): τον συντρίβω, νικώ κατά κράτος· κατατροπώνω: (για νίκη στο ποδόσφαιρο, μπάσκετ) Τους καθαρίσαμε σαν αβγό στο παιχνίδι.|| (για προσωπικό αντίπαλο) Τον ~σε ~ στην εκλογική μάχη., κάθομαι στ' αβγά μου: δεν ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις, μένω άπρακτος: Κάτσε στ' ~ σου, μην μπαίνεις στα χωράφια των άλλων. Πβ. κοιτάζω τη δουλειά μου.|| Δεν κάθεται ποτέ στ' ~ του (: είναι δραστήριος και ενεργητικός)., μη βάζεις όλα τ' αβγά στο ίδιο καλάθι: φρόντισε να έχεις εναλλακτικές επιλογές: Μη βάζετε ~ ~ (: παραίνεση προς επενδυτές). [< αγγλ. don’t put all your eggs in one basket] , πάρ'/πιάσ' τ' αβγό και κούρευ' το (προφ.): μάταιος, χαμένος κόπος., σαν αβγό: που έχει σχήμα ή χαρακτηριστικά αβγού: καρούμπαλο ~ ~ .|| Φαλακρός ~ ~., σιγά τ' αβγά & (λόγ.) σιγά τα ωά: (για πρόσωπο ή κατάσταση) δεν έχει καμιά σημασία ή αξία. ΣΥΝ. σιγά τον πολυέλαιο, δε(ν) γίνεται ομελέτα αν δε(ν) σπάσεις αβγά/χωρίς να σπάσουν αβγά βλ. ομελέτα, η κότα έκανε/γέννησε τ' αβγό ή το αβγό την κότα; βλ. κότα, η κότα με τα χρυσά αβγά/που κάνει/γεννά τα χρυσά αβγά βλ. κότα, με πορδές δεν βάφονται αβγά βλ. πορδή, ρούφα τ' αβγό σου βλ. ρουφώ [< μτγν. αὐγόν, μεσν. αβγό(ν), γαλλ. œuf, αγγλ. egg, γερμ. Ei. Βλ. αγγλ. scrambled eggs]
- αβδηριτισμός [ἀβδηριτισμός] α-βδη-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ανόητη, ματαιόδοξη, αφελής ενέργεια ή συμπεριφορά: πολιτικός ~. Βλ. αβελτηρία, μικρόνοια, -ισμός.
- αβέβαιος , η, ο [ἀβέβαιος] α-βέ-βαι-ος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. αβεβαία} ΑΝΤ. βέβαιος 1. που χαρακτηρίζεται από έλλειψη βεβαιότητας, σιγουριάς, ασφάλειας: (για πρόσ.) ~η: γενιά. ~οι: εργαζόμενοι. Αισθάνεται/είναι/νιώθει ~. ~ για την επιλογή του. Κοντοστάθηκε φοβισμένος και ~ (: διστακτικός, αναποφάσιστος).|| ~η: θέση/σχέση. ~ο: κλίμα/παρόν. ~ες: πληροφορίες (πβ. ανεπιβεβαίωτες). Ο επικίνδυνος και ~ κόσμος μας. ~η και ασαφής γνώση. ΑΝΤ. αναμφίβολος, σίγουρος (2) 2. που δεν μπορεί να προσδιοριστεί, να προβλεφθεί με βεβαιότητα: ~ος: αγώνας/παράγοντας (πβ. απρόβλεπτος, αστάθμητος)/προορισμός/ρόλος. ~η: αναμέτρηση/επιτυχία/κατάσταση (πβ. ασταθής, επισφαλής, ρευστή)/νίκη. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός/τέλος. ~α: εισοδήματα (ΑΝΤ. σταθερά)/οφέλη/σχέδια. ~ ο αριθμός των τραυματιών. Λέξεις ~ης ετυμολογίας. Εξακολουθεί να είναι ~η η συμμετοχή του στον αγώνα (πβ. αμφίβολη). ~ο προδιαγράφεται το μέλλον (= ακαθόριστο, απροσδιόριστο). Ζητήματα ανοιχτά και ~α. ΑΝΤ. σίγουρος (2) ● Ουσ.: αβέβαιο (το) (λόγ.): το να μην μπορεί να προσδιοριστεί, να προβλεφθεί κάτι με βεβαιότητα: το ~ των εξελίξεων. Φοβάται το άγνωστο και το ~. ● επίρρ.: αβέβαια ● ΦΡ.: είναι/παραμένει αβέβαιο: δεν είναι σίγουρο, είναι αμφίβολο: ~ ~ αν θα επιστρέψει/ποιος είναι ο δράστης. Το τι θα προκύψει ~ ~. [< αρχ. ἀβέβαιος, γαλλ. incertain]
- αβελτηρία [ἀβελτηρία] α-βελ-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αβελτερία (απαιτ. λεξιλόγ.): νωθρότητα στη σκέψη και κατ' επέκτ. μωρία ή ανάλογη ενέργεια ή συμπεριφορά: γραφειοκρατική/δημόσια/διοικητική/διπλωματική/εγκληματική/κρατική/κυβερνητική/πολιτική ~. ~ (= ανοησία) και απερισκεψία. Η ~ των Αρχών/της Πολιτείας. Πβ. αμβλύνοια, ανεπάρκεια. Βλ. αβδηριτισμός. ΑΝΤ. οξύνοια. [< μτγν. ἀβελτηρία, αρχ. ἀβελτερία]
- αβίαστος , η, ο [ἀβίαστος] α-βί-α-στος επίθ.: που γίνεται, προκύπτει ή εκδηλώνεται χωρίς βιασύνη ή καταναγκασμό: ~ος: διάλογος/λόγος/ρυθμός. ~η: απάντηση/απόφαση/γραφή/έκφραση/επιλογή/ερμηνεία/ομολογία/συνεργασία/χαρά. ~ο: γέλιο (πβ. αυθόρμητο, πηγαίο)/συμπέρασμα/ύφος (πβ. ανεπιτήδευτο, απροσποίητο)/χαμόγελο. ~ες: κινήσεις. Ελεύθερος/φυσικός και ~ τρόπος (ΑΝΤ. βεβιασμένος, επιτηδευμένος). ● επίρρ.: αβίαστα & (λόγ.) -άστως [< αρχ. ἀβίαστος]
- αβλαβής , ής, ές [ἀβλαβής] α-βλα-βής επίθ. {αβλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή} 1. (επίσ.) που δεν προκαλεί βλάβη, φθορά ή κίνδυνο: ~ής: ακτινοβολία/(διαγνωστική, θεραπευτική) μέθοδος. ~ές: εντομοκτόνο/προϊόν/χημικό στοιχείο. ~είς: πηγές ενέργειας. ~ή: ζώα (ΣΥΝ. άκακα)/υλικά. Ουσία ατοξική και ~ για τον ανθρώπινο οργανισμό/το περιβάλλον. Πβ. αθώος, ακίνδυνος. ΑΝΤ. επικίνδυνος.|| (σπάν. και ως ουσ.) Το ~ές των τροφίμων. ΑΝΤ. βλαβερός, βλαπτικός, επιβλαβής 2. (σπάν.-λόγ.) που δεν τον έχουν βλάψει, που δεν έχει υποστεί κακοποίηση: Έμεινε/επέζησε/σώθηκε ~. Βρέθηκε ζωντανός και ~. ● επίρρ.: αβλαβώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: αβλαβής διέλευση: ΝΟΜ. διέλευση σκάφους με σταθερή πορεία και ταχύτητα μέσα από την αιγιαλίτιδα ζώνη, έτσι ώστε να μη διαταράσσεται η ασφάλεια, η ειρήνη και η τάξη του παράκτιου κράτους: ~ ~ και ελεύθερη ναυσιπλοΐα. [< αγγλ. innocent passage, 1958, γαλλ. passage inoffensif] ● ΦΡ.: σώος και αβλαβής (εμφατ.): που δεν έχει υποστεί βλάβη, που παραμένει ακέραιος, υγιής: Ανασύρθηκε από τα συντρίμμια ~ και ~ (: χωρίς να έχει πάθει το παραμικρό). [< αρχ. ἀβλαβής]
- αβλεψία [ἀβλεψία] α-βλε-ψί-α ουσ. (θηλ.) {αβλεψιών}: απροσεξία και (κατ' επέκτ. ιδ. στον πληθ.) λάθος που οφείλεται σε αυτή: ιατρική/κατασκευαστική/νομική/πολιτική ~. Διοικητικές/μεταφραστικές/ορθογραφικές/τεχνικές/τυπογραφικές ~ες. ~ ή αμέλεια. Το σφάλμα οφείλεται σε ~. Υπεύθυνος για οποιαδήποτε ατέλεια ή ~. Συγγνώμη, ήταν δική μου ~! Η παραμικρή ~ εκ μέρους του πιλότου μπορεί να αποβεί μοιραία. ~ες των διοργανωτών/της έκδοσης/του συγγραφέα. ~ες και παραλείψεις/παρατυπίες/προχειρότητες. ~ες στην έκφραση και γλωσσικά ολισθήματα. Πβ. αβλέπτημα, παραδρομή. ● ΦΡ.: από αβλεψία & (λόγ.) εξ αβλεψίας [ἐξ ἀβλεψίας]: από απροσεξία, χωρίς να υπάρχει πρόθεση: σφάλματα ~ ~ ή λόγω άγνοιας. Δεν διορθώθηκε/καταχωρήθηκε ~ ~. Έγινε συνειδητά ή ~ ~; Παράβαση εξ ~ας. ΣΥΝ. εκ παραδρομής, κατά λάθος [< μτγν. ἀβλεψία]
- άβουλος , η, ο [ἄβουλος] ά-βου-λος επίθ.: αναποφάσιστος, διστακτικός: ~ος: χαρακτήρας/ψηφοφόρος. ~η: κοινή γνώμη/κυβέρνηση/συμπεριφορά. ~ο: άτομο (ΑΝΤ. αποφασιστικό)/θύμα (εκμετάλλευσης)/κοινό/ον/πλάσμα/πλήθος. ~α: ανθρωπάρια/πιόνια/υποχείρια. ~, χωρίς προσωπική γνώμη/κρίση. ~η και δουλική υποταγή. Είναι ~οι θεατές των εξελίξεων. ● επίρρ.: άβουλα & (σπάν.-λόγ.) αβούλως ● ΣΥΜΠΛ.: πειθήνιο/άβουλο όργανο βλ. πειθήνιος [< μεσν. άβουλος]
- αβραμιαίος , α, ο [ἀβραμιαῖος] α-βρα-μι-αί-ος επίθ. (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται ή ανήκει στον Αβραάμ: ~α: διαθήκη.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ~α: φιλοξενία (= πλουσιοπάροχη). Βλ. -ιαίος. [< μτγν. ἀβραμιαῖος]
- αβροδίαιτος , η, ο [ἁβροδίαιτος] α-βρο-δί-αι-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που ζει με ανέσεις και κατ' επέκτ. μαλθακός ή ντελικάτος: ~ος: αστός. Πβ. τρυφηλός.|| (ειρων.) ~οι: θεράποντες των τεχνών/νεανίσκοι (= καλομαθημένοι).|| ~οι: τρόποι (= λεπτεπίλεπτοι). [< αρχ. ἁβροδίαιτος]
- αβρός , ή, ό [ἁβρός] α-βρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που διακρίνεται από λεπτότητα, ευγένεια, κομψότητα: ~ός: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~ και καλλιεργημένος/περιποιητικός/ρομαντικός. Μας υποδέχτηκε ευγενής, ~, ένας πραγματικός κύριος! Πβ. ντελικάτος.|| ~ός: εναγκαλισμός/τόνος φωνής. ~ή: διατύπωση (= κομψή)/συμπεριφορά/φυσιογνωμία. ~ό: δέρμα (= απαλό)/πρόσωπο/χάδι (= τρυφερό)/χέρι (πβ. λεπτοκαμωμένο). ~οί: τρόποι. ~ές: κινήσεις. ~ά: λόγια. ~ά: μάγουλα/χείλη. ~ και γλυκός. ~ό και μειλίχιο ύφος. ● επίρρ.: αβρά [< αρχ. ἁβρός]
- αβρότητα [ἁβρότητα] α-βρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {αβροτήτ-ων} (λόγ.): λεπτότητα, ευγένεια, κομψότητα και (συνεκδ. στον πληθ.) τα αντίστοιχα λόγια ή οι ανάλογες πράξεις: γαλατική/διπλωματική/πολιτική/συναδελφική ~. Εκδηλώσεις/κίνηση/σχέσεις ~ας. (Τον διακρίνει) ~ και φινέτσα. Συμπεριφέρεται με ~. Χειρίστηκε την υπόθεση με ~. Από ~ (= διακριτικότητα) δεν του έκανε προσωπικές ερωτήσεις. Παραχώρησα τη θέση μου σε ένδειξη ~ας.|| Αμοιβαίες/λεκτικές ~ες. Ανταλλαγή ~ων. Πβ. αβροφροσύνη. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αγένεια [< αρχ. ἁβρότης]
- αβροφροσύνη [ἁβροφροσύνη] α-βρο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευγενική συμπεριφορά ή διάθεση: επαγγελματική/τυπική/υπερβολική ~. Επίδειξη/επίσκεψη/κίνηση/λόγια/πνεύμα/πράξη/χειρονομία ~ης. Με χαρακτηρισμούς ~ης ξεκίνησε η συνομιλία τους. Για λόγους ~ης αποδέχθηκα την πρόσκληση. Κάνω κάτι από ~. Χαιρετώ με ~. Πβ. αβρότητα. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. αγένεια
- αβρόφρων , ων, ον [ἁβρόφρων] α-βρό-φρων επίθ. {μόνο στο αρσ. και θηλ.} (σπάν.-λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αβροφροσύνη: ~ων: άνθρωπος/ευπατρίδης. ~ων: στάση. ~ με το γυναικείο φύλο. Βλ. -φρων.
- άβροχος , η, ο [ἄβροχος] ά-βρο-χος επίθ. (σπάν.): για χρονική περίοδο κατά την οποία δεν έβρεξε αρκετά ή καθόλου: ~ος: μήνας. ~ο: καλοκαίρι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αβρόχοις ποσί (λόγ.) (ΠΔ): χωρίς κόπο, δυσκολία ή απώλειες: Νομίζει ότι θα περάσει ~ ~ τις εξετάσεις. Ξεπέρασε τη δοκιμασία/την κρίση/το πρόβλημα ~ ~. Πβ. άκοπα, ακούραστα, εύκολα. [< αρχ. ἄβροχος]
- αβυσσαλέος , α, ο [ἀβυσσαλέος] α-βυσ-σα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ μεγάλος, πολύ έντονος: ~ος: αγώνας/ανταγωνισμός/εγωισμός/έρωτας (= παράφορος, ασυγκράτητος). ~α: άγνοια/αντίθεση/απόσταση/διαφορά/επίθεση (= σφοδρή)/οργή/πλάνη/σύγκρουση. ~ο: πάθος (= αχαλίνωτο)/χάσμα (= αγεφύρωτο). ~ες: ανισότητες. Ξέσπασε ~ πόλεμος συμφερόντων. Κατατρύχεται από ~α δίψα για χρήμα. Τους χωρίζει μίσος ~ο. 2. (μτφ.) ανεξιχνίαστος, μυστήριος: ~α: γοητεία/σκέψη. ~ο: βλέμμα. ~ και ερεβώδης. Κόσμος ζοφερός, ~. Τα ~α βάθη της ύπαρξης/ψυχής. Πβ. σκοτεινός.|| ~α: σχέδια (= καταχθόνια). 3. που έχει πολύ μεγάλο βάθος σαν την άβυσσο: ~ος: γκρεμός. ~α: χαράδρα (= απύθμενη, τρίσβαθη). ~ο: ρήγμα. Τα ~α βάθη του Διαστήματος/των ωκεανών (= της αβύσσου).|| (μτφ.) ~ο: ντεκολτέ. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: αβυσσαλέα [< γαλλ.-αγγλ.abyssal]
αβγοτάραχο
αβγοτάραχο[ἀβγοτάραχο] α-βγο-τά-ρα-χο ουσ. (ουδ.) & αυγοτάραχο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. έδεσμα από αβγά ψαριών (κυρ. κεφάλου) αλατισμένα και διατηρημένα σε κέρινο περίβλημα: επεξεργασμένο/νωπό ~. ~ ρέγκας/σολομού/τόνου. ~ από μπακαλιάρο. ~ Μεσολογγίου. Βλ. ταραμάς, χαβιάρι. [< μεσν. αβγοτάραχον]
αβδηριτισμός
αβδηριτισμός[ἀβδηριτισμός] α-βδη-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ανόητη, ματαιόδοξη, αφελής ενέργεια ή συμπεριφορά: πολιτικός ~. Βλ. αβελτηρία, μικρόνοια, -ισμός.
αβελτηρία
αβελτηρία[ἀβελτηρία] α-βελ-τη-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αβελτερία (απαιτ. λεξιλόγ.): νωθρότητα στη σκέψη και κατ' επέκτ. μωρία ή ανάλογη ενέργεια ή συμπεριφορά: γραφειοκρατική/δημόσια/διοικητική/διπλωματική/εγκληματική/κρατική/κυβερνητική/πολιτική ~. ~ (= ανοησία) και απερισκεψία. Η ~ των Αρχών/της Πολιτείας. Πβ. αμβλύνοια, ανεπάρκεια. Βλ. αβδηριτισμός. ΑΝΤ. οξύνοια. [< μτγν. ἀβελτηρία, αρχ. ἀβελτερία]
-αλέος
-αλέος, α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που επιτείνει την δηλούμενη ιδιότητα: αβυσσ~/γηρ~/διψ~/θαρρ~/κραυγ~/λυσσ~/νυστ~/πειν~/ρωμ~/υπν~/φευγ~/φρικ~.
εχίνος
εχίνος[ἐχῖνος] ε-χί-νος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα του κιονόκρανου ανάμεσα στον άβακα και τον κορμό του κίονα. [< μτγν. ἐχῖνος]
-ιαίος
-ιαίος, α, ο λόγιο επίθημα για την παραγωγή επιθέτων κυρ. από ουσιαστικά∙ δηλώνει 1. διάρκεια ή επανάληψη σε τακτά χρονικά διαστήματα: στιγμ~/ωρ~.|| Eβδομαδ~/μην~. 2. μέρος του σώματος: κροταφ~ (= κροταφικός)/μετωπ~ (λοβός). Μηρ-ιαίο (οστό). Γλουτ-ιαίοι (μύες). 3. τρόπο: βαθμ~/κατακλυσμ~. 4. μέγεθος ή ποσότητα: γιγαντ~ (πβ. -ιος)/κολοσσ~/σπιθαμ~.|| Εκατοστ~/ποσοστ~.
κότα
κότακό-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. το θηλυκό του κόκκορα (επιστ. ονομασ. Gallus gallus, Gallus domesticus) που εκτρέφεται για τα αβγά και το κρέας του: αλανιάρα ~ (= ελεύθερης βοσκής). Η ~ κακαρίζει. Μαδώ μια ~. Οι ~ες κουρνιάζουν μέσα στο κοτέτσι. Πβ. όρνιθα. Βλ. αγριό-, νερό-, ξυλό-, φραγκό-κοτα, κοτόπουλο, πουλάδα.|| (ΜΑΓΕΙΡ., το κρέας της) ~ βραστή/λεμονάτη. Ζωμός/κύβος/στήθος ~ας. 2. (μτφ.) άβουλος, δειλός άνθρωπος: Τελικά είσαι μεγάλη ~! Έπαιξαν σαν ~ες (= χωρίς δυναμισμό). 3. (μτφ.-υβριστ.) γυναίκα χαμηλού επιπέδου, επιπόλαιη και κουτσομπόλα. Πβ. κατίνα, τσόκαρο. Βλ. γαϊδούρα, γουρούνα, δαμάλα, κατσίκα, φοράδα. ● Υποκ.: κοτούλα & κοτίτσα (η) ● Μεγεθ.: κοτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κότα λειράτη (αργκό-επιτατ.): πολύ φοβητσιάρης, δειλός άνθρωπος., χρυσοφόρος κότα/όρνιθα βλ. χρυσοφόρος ● ΦΡ.: δεν ξέρει από πού κατουράει η κότα (προφ.): δεν ξέρει τίποτα, είναι εντελώς ανίδεος., η κότα έκανε/γέννησε τ' αβγό ή το αβγό την κότα; (προφ.): σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να προσδιοριστεί η σχέση αιτίου-αποτελέσματος, για φαύλο κύκλο., η κότα με τα χρυσά αβγά/που κάνει/γεννά τα χρυσά αβγά & (σπάν.) η χήνα με τα χρυσά αβγά (μτφ.): για κάθε πηγή εύκολου κέρδους, πλουτισμού: Βρήκε την ~ ~. [< γαλλ. la poule aux œufs d'or] , θα γελάσουν και οι κότες (προφ.): για κάποιον που γίνεται περίγελος ή για κάτι γελοίο. Πβ. θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι., κάθομαι σαν (την) κότα (προφ.): μένω αδρανής, δεν αντιδρώ, δεν διεκδικώ: Καθόταν ~ μπροστά στον διευθυντή., κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες (προφ.): πολύ νωρίς το βράδυ/το πρωί. Πβ. με τα κοκόρια. [< γαλλ. se coucher/se lever comme (avec) les poules] , να φαν κι/φάνε και οι κότες (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί αφθονία: Έχει λεφτά ~ ~., οδηγεί/πάει σαν κότα (προφ.): πολύ αργά., σαν την κότα στο μύλο (παροιμ.): για κάποιον που βρίσκει τα πάντα έτοιμα, χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια., το ξέρουν και οι κότες (προφ.): για κάτι πασίγνωστο., αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες βλ. κακάρισμα, ζωή χαρισάμενη/ζωή και κότα βλ. ζωή, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω [< μτγν. κόττος]
μελάτος
μελάτος, η, ο [μελᾶτος] με-λά-τος επίθ.: πυκνόρρευστος και μαλακός· γλυκός σαν μέλι. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μελάτο αβγό & αβγό μελάτο: που δεν έχει βράσει πολύ και ο κρόκος του είναι ακόμη παχύρρευστος. Βλ. σφιχτός.
ομελέτα
ομελέτα[ὀμελέτα] ο-με-λέ-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό που παρασκευάζεται από χτυπημένα αβγά τα οποία τηγανίζονται και ανακατεύονται με άλλα υλικά: απλή/ατομική/ισπανική (πβ. τορτίγια)/σπέσιαλ/χωριάτικη ~. ~ με ζαμπόν/λαχανικά/μανιτάρια/πατάτες/τυρί. Eτοιμάζω/κάνω/φτιάχνω ~. Πβ. καγιανάς, πιπεράδα, στραπατσάδα, σφουγγάτο. Βλ. -έτα. ● ΦΡ.: δε(ν) γίνεται ομελέτα αν δε(ν) σπάσεις αβγά/χωρίς να σπάσουν αβγά: τίποτε δεν επιτυγχάνεται χωρίς κάποιο κόστος. [< γαλλ. on ne fait pas d'omelette sans casser des oeufs] [< γαλλ. omelette]
-οσύνη
-οσύνη{σπάν. στον πληθ.} επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: ανδρει~ (βλ. -εία)/αξι~ (πβ. -ότητα)/δικαι~/εμπιστ~/ευγνωμ~/καλ~/μετριοφρ~.|| Ασχετ~ (πβ. -ίλα)/ατσαλ~ (πβ. -ιά)/εξαλλ~/ισχυρογνωμ~.|| Πραγματογνωμ~. 2. (περιληπτ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: λογι~. Χριστιαν~.
-ότητα
-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]
ουσιώδης
ουσιώδης, ης, ες [οὐσιώδης] ου-σι-ώ-δης επίθ. {ουσιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)· ουσιωδ-έστερος, -έστατος} (λόγ.): σημαντικός, ουσιαστικός: (για πρόσ.) ~ης: μάρτυρας.|| ~ης: στόχος. ~ης: αλλαγή/διαφορά. ~ες: χαρακτηριστικό. ~εις: όροι. ~εις: πληροφορίες. ~η: ζητήματα/προβλήματα. Η άσκηση είναι ~ παράγοντας για τη διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης. Η συλλογή στοιχείων είναι ~ες μέρος της έρευνας. Το έργο του είναι ~ους (πβ. ζωτικής) σημασίας.|| (ως ουσ.) Το ~ες της ζωής (: η ουσία). Πβ. βασικός, θεμελιώδης, κύριος. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ζουμερός (2), στοιχειώδης (1) ΑΝΤ. επουσιώδης ● επίρρ.: ουσιωδώς (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. οὐσιώδης]
πειθήνιος
πειθήνιος, α, ο πει-θή-νι-ος επίθ. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που πειθαρχεί, υπακούει τυφλά: ~οι υπηρέτες (του συστήματος). Πβ. ευπειθής, πειθαρχικός, υπάκουος.|| (συνεκδ.) ~α: συμπεριφορά/υποταγή. ● επίρρ.: πειθήνια ● ΣΥΜΠΛ.: πειθήνιο όργανο & άβουλο όργανο: υποχείριο: ~α ~α της εξουσίας/του καθεστώτος. (Έγινε) ~ ~ στα χέρια του ... ΣΥΝ. ανδρείκελο (1), έρμαιο, μαριονέτα (2), πιόνι (2) [< μτγν. πειθήνιος]
πορδή
πορδήπορ-δή ουσ. (θηλ.) (προφ.) ΣΥΝ. κλανιά 1. θορυβώδης συνήθ. έξοδος εντερικών αερίων από τον πρωκτό: δυνατή ~. Αμόλησε/άφησε/έριξε μια ~. 2. (μτφ.-μειωτ.-υβριστ.) ασήμαντος άνθρωπος, αμελητέος. ● Υποκ.: πορδίτσα & πορδούλα (η) ● Μεγεθ.: πόρδος (ο) ● ΦΡ.: με πορδές δεν βάφονται αβγά & με πορδές αβγά δεν βάφονται (παροιμ.): χρειάζονται αποτελεσματικά μέσα και όχι αοριστολογίες για την επίτευξη ορισμένου σκοπού., πετάγομαι σαν την πορδή (προφ.): ανακατεύομαι σε κουβέντα σε ακατάλληλη στιγμή, χωρίς να μου ζητηθεί. Βλ. φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν. [< 1: αρχ. πορδή]
ρουφώ
ρουφώ[ρουφῶ] ρου-φώ ρ. (μτβ.) {ρουφ-ά κ. -άει ... | ρούφ-ηξα, -ιέται, -ήχτηκε, -ηγμένος, -ώντας} & ρουφάω 1. καταπίνω μικρή ποσότητα υγρού, εισπνέοντας βαθιά και κλείνοντας ελαφρά τα χείλη: ~άει τη σούπα της. ~ηξε μια γουλιά καφέ/τον χυμό (με το καλαμάκι). Το μωρό ~ούσε το γάλα λαίμαργα. Πβ. πίνω.|| (κατ' επέκτ.) Οι μέλισσες ~ούν το νέκταρ των λουλουδιών. Πβ. απομυζώ. 2. εισπνέω· ειδικότ. πιέζω, τραβώ προς τα μέσα: ~ηξε τον (καθαρό) αέρα/τον καπνό/μια τζούρα. ~ηξε τη μύτη του.|| ~ την κοιλιά μου. ~ηγμένα: μάγουλα (: πολύ αδυνατισμένα). 3. (μτφ.-προφ.) αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε κάτι που ακούω ή διαβάζω: Τα παιδιά ~ούσαν κάθε λέξη μας. Το μυθιστόρημά του με συνεπήρε, το ~ηξα. Βλ. αφομοιώνω. 4. (μτφ.) εξαντλώ κάποιον σωματικά ή ψυχολογικά: Έχει ~ήξει όλη μου τη δύναμη/την ενέργεια/τη ζωντάνια. Πβ. καταπονώ, ξεζουμίζω. 5. (μτφ.-προφ.) κλέβω: ~ηξαν τα λεφτά. Πβ. καταχρώμαι, υπεξαιρώ. 6. (αργκό ποδοσφαίρου) δέχομαι γκολ. Πβ. τρώω. ● ρουφά & ρουφάει (μτφ.): απορροφά: Η ηλεκτρική σκούπα ~ τη σκόνη. Το χώμα ~ηξε τη βροχή. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αφήνουμε το ρύζι να ~ήξει το ζουμί.|| (λογοτ.) Τους ~ηξε η θάλασσα (: τους τράβηξε στον βυθό, πνίγηκαν). ● ΦΡ.: ρούφα τ' αβγό σου (αργκό-μειωτ.): μη μιλάς, μην επεμβαίνεις. Πβ. κάθομαι στ' αβγά μου., ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου & τρώει το μεδούλι κάποιου (μτφ.-προφ.): τον εκμεταλλεύεται στυγνά., πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι βλ. σφουγγάρι, τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο [< μεσν. ρουφώ]
-φρων
-φρων, ων, ον {-φρονος | -φρονες (ουδ. -φρονα), -φρόνων} (λόγ.) & (προφ.) -φρονας: επίθημα που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο συνήθ. πρόσωπο χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένο τρόπο σκέψης: ά~/εχέ~/σώ~. Μετριό~.|| Eθνικό~.|| Παρά~.
ωόν
ωόν[ᾠόν] ω-όν ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): αβγό. ● ΦΡ.: κακού κόρακος, κακόν ωόν βλ. κόρακας, σιγά τ' αβγά βλ. αβγό & αυγό [< αρχ. ᾠόν]