Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- -άρικο (παλαιότ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παραγώγων από αριθμητικά για την δήλωση νομίσματος: δεκ~/εικοσ~/χιλι~.
- -αριό (λαϊκό) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει 1. (περιληπτ.-μειωτ.) πλήθος προσώπων: αλητ~ (πβ. -αρία)/γυφτ~/κατιν~/φοιτητ~.|| (για πράγματα ή κατάσταση:) Σκουπιδ~. Πβ. -λόι, -μάνι. 2. τόπο, (μη) στεγασμένο χώρο: καμπαν~/πλυστ~.|| Aσκητ~ (πβ. -τήριο). [παλαιότ. ορθογρ. -αρειό]
- -άτο επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνουν: 1. μικρό κράτος ή διοικητική περιφέρεια και ειδικότ. το αξίωμα του ανώτατου άρχοντα της περιοχής: εμιρ~/πριγκιπ~.|| (κυρ. παλαιότ.) Προτεκτορ~.|| (ΙΣΤ.) Δεσποτ~/εξαρχ~/καπεταν~.|| Xαλιφ~.|| (οργανωμένη ομάδα:) Συνδικ~/φουσ~. 2. (παλαιότ.) νόμισμα: κωνσταντιν~. 3. είδος φαγητού, γλυκού ή ποτού: κυδων~/λεμον~/ρετσιν~/ριγαν~. 4. {μόνο στον πληθ.} τοπωνύμιο: Μεταξ-άτα.
- -δραχμο (παλαιότ.): β' συνθετικό ονομάτων που δηλώνουν νόμισμα πολλαπλάσιο της δραχμής: δί~/πεντά~/δεκά~.
- -έσα : κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση τίτλου ευγενείας, επαγγέλματος ή ιδιότητας: (κυρ. παλαιότ.) κοντ~.|| (ειρων.) Γιατρ~.|| Mετρ~.
- -ίνα<sup>1</sup> επίθημα θηλυκών ουσιαστικών, παράγωγων από αντίστοιχα αρσενικά για τη δήλωση: 1. (κυρ. διαλεκτ.-λαϊκό) κύριου ονόματος: Αγγελ~. Τζωρτζ~. 2. επαγγελματικής δραστηριότητας: βουλευτ~/γιατρ~ (βλ. -έσα)/δικηγορ~.|| (με διαφοροποίηση στη σημ.) Σοφερ~ (βλ. σοφέρ).|| (παλαιότ.-λαϊκό, για τη γυναίκα αξιωματούχου ή επαγγελματία:) Προεδρ~/στρατηγ~. Πβ. -ισσα. 3. ζώου: ελαφ~/ελεφαντ~/λιονταρ~. Βλ. -αινα. 4. χαρακτηριστικού γνωρίσματος, ιδιότητας: λησταρχ~.|| (μτφ.) Τσαρ~.
- -ισσα επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει 1. καταγωγή: Γιαννιώτ~/Κεφαλονίτ~/Σαμιώτ~. 2. Επάγγελμα: αγρότ~/λαντζέρ~/μαγείρ~/μανάβ~/φουρνάρ~. Πβ. -ιδα.|| (παλαιότ.) Καπετάν~ (: γυναίκα καπετάνιου). Πβ. -ίνα1. 3. αξίωμα, τίτλο: βασίλ~/διδακτόρ~/δούκ~/επιστημόν~/κοσμητόρ~/ πρυτάν~. 4. ιδιότητα, χαρακτηριστικό: γερόντ~/πελάτ~. Mάγ~.
- άβακας [ἄβακας] ά-βα-κας ουσ. (αρσ.) {αβάκων} 1. (λόγ.) επιφάνεια επιτραπέζιων παιχνιδιών και γενικότ. κάθε επίπεδη πλάκα: ο ~ του σκακιού (= σκακιέρα). Παιχνίδια σε ~α.|| (κυρ. στον πληθ.) ~ες δαπέδων/τοίχων (πβ. πλακάκια). Κατακόρυφοι/οριζόντιοι ~ες που λειτουργούν ως θερμαντικά σώματα. 2. εργαλείο εκτέλεσης αριθμητικών πράξεων, χαρακτηριστικός τύπος του οποίου είναι αυτός που λειτουργεί με τη μετακίνηση μικρών σφαιρών κατά μήκος αξόνων στερεωμένων σε ορθογώνιο πλαίσιο και κατ' επέκτ. κάθε υπολογιστικός πίνακας: (συνήθ. παλαιότ.) ξύλινος ~. Πρόσθεση µε ~α. (ΜΑΘ.) Πυθαγόρειος πίνακας ή ~ (: πίνακας πολλαπλασιασμού για την εύρεση του γινομένου των πρώτων εννέα μονοψήφιων αριθμών). Πβ. αριθμητήριο. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. πλάκα -συνήθ. τετράγωνη ή ορθογώνια παραλληλεπίπεδη- στο ανώτερο τμήμα του κιονόκρανου, όπου στηρίζεται το επιστύλιο. Βλ. εχίνος, κάλαθος. ● Υποκ.: αβάκιο (το) [< αρχ. ἄβαξ]
- αβάντα [ἀβάντα] α-βά-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. υποστήριξη, βοήθεια, ενίσχυση: πολιτική ~. Δίνω ~ σε κάποιον. Του κάνει ~ (= τον στηρίζει). (Κάποιος) έχει την ~ της διαιτησίας/της εξουσίας/των μέσων ενημέρωσης/από τον κόσμο. Πήρε δάνειο με την ~ των γονιών του.|| Έχει μεγάλες ~ες (= πλάτες, μέσο). Προωθήθηκε με ~ες στον καλλιτεχνικό χώρο. 2. πλεονέκτημα, πλεονεκτική θέση: Ξεκίνησε με ~ τον αγώνα. Πβ. αβαντάζ, αβάντζο, ατού. 3. (σπάν.) παράνομο συνήθ. υλικό κέρδος: Δέχομαι/παίρνω ~ (πβ. μίζα, προμήθεια). Η ~ του καζίνου (: το χρηματικό ποσό που κερδίζει στο σύνολο των στοιχημάτων). [< πβ. παλαιότ. ιταλ. avantare]
- αβιογένεση [ἀβιογένεση] α-βι-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΒΙΟΛ. θεωρητική υπόθεση σύμφωνα με την οποία ζωντανοί οργανισμοί μπορούν να δημιουργηθούν από ανόργανη ύλη (π.χ. χώμα, αέρα). Βλ. -γένεση, βιογένεση. [< γαλλ. abiogenèse, αγγλ. abiogenesis]
- ΑΒΣΘ (η) (παλαιότ.): Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης. Σήμερα ΠΜΚΟΕ.
- ΑΒΣΠ (η) (παλαιότ.): Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά. Σήμερα ΠΑ.ΠΕΙ.
- αγάνωτος , η, ο [ἀγάνωτος] α-γά-νω-τος επίθ. (παλαιότ.-σπάν.): (συνήθ. για μαγειρικά σκεύη) που δεν έχει γανωθεί, δεν έχει επικαλυφθεί με κασσίτερο: ~ο: καζάνι. ΣΥΝ. ξεγάνωτος [< μτγν. ἀγάνωτος]
- αγαπητικός , ή, ό [ἀγαπητικός] α-γα-πη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αγάπη: ~ή: σχέση (με τον Θεό). ~ά: αισθήματα. ● Ουσ.: αγαπητικός, αγαπητικιά (ο/η) (παλαιότ.) 1. (λαϊκό-λογοτ.) εραστής, ερωμένη. 2. {στο αρσ.} μαστροπός, προαγωγός. [< μτγν. ἀγαπητικός]
- αγαπώ [ἀγαπῶ] α-γα-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αγαπ-άς, -ά κ. -άει ... | αγάπ-ησα, -ιέμαι, (σπάν. μτχ. -ώμενος), -ήθηκα, -ώντας, -ημένος} & αγαπάω 1. νιώθω αγάπη για κάποιον/κάτι: ~ τους γονείς/τα παιδιά μου. ~ά(ει) όλο τον κόσμο. Σ' ~ με όλη μου την καρδιά/πολύ/σαν τα μάτια μου. ~ τη ζωή/τη χώρα μου.|| (προφ.-ευχετ.) Να χαρείς ό,τι ~άς. ΑΝΤ. απεχθάνομαι, εχθρεύομαι, μισώ 2. είμαι ερωτευμένος με κάποιον: Την ~ά και θέλει να την παντρευτεί. Τον ~ησα (πβ. υπερ~) τρελά/με πάθος. 3. δείχνω ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάτι, ασχολούμαι με αυτό: ~ά τα γράμματα/τον αθλητισμό. ~ά(ει) την περιπέτεια (= του αρέσει, τον γοητεύει). ● Παθ.: αγαπιέμαι: αποτελώ αντικείμενο αγάπης, εκτίμησης, θαυμασμού ή ερωτικού πόθου: Αγαπώ και ~. Hθοποιός/τραγουδιστής/εκπομπή που ~ήθηκε από πολύ κόσμο/από μικρούς και μεγάλους. ~ιούνται βαθιά/παράφορα/πραγματικά. ● ΦΡ.: αγάπα το(ν) φίλο σου με τα ελαττώματά του (παροιμ.): να είσαι ανεκτικός στις αδυναμίες του φίλου σου., αγαπά(ει) να: του αρέσει, συνηθίζει να: ~ ~ διαβάζει ποίηση/μαγειρεύει/με πειράζει., αγαπάτε αλλήλους (ΚΔ): προτροπή για αγάπη και ομόνοια., άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε (προφ.): όταν αποφεύγει κανείς να πει τη γνώμη του για ένα επίμαχο θέμα και συνήθ. στρέφεται σε κάτι άσχετο ή παραπλανητικό: Η απάντησή του στην ερώτησή μου ήταν ~ ~., αν αγαπάτε: (ανάμεσα σε κόμματα) αν θέλετε, αν προτιμάτε: Η εξουσία είναι, ~ ~, μια μορφή επιβεβαίωσης., όποιος αγαπά παιδεύει: η αγάπη μπορεί να γίνει βασανιστική, καταπιεστική., όπως αγαπάτε: (συνήθ. ως απάντηση σε ερώτημα) όπως θέλετε, όπως προτιμάτε: Θα πάμε με το αυτοκίνητο ή με το λεωφορείο; ~ ~., σ' αγαπάει η πεθερά σου (παλαιότ.): λέγεται όταν έρθει επισκέπτης στο σπίτι την ώρα του φαγητού, συχνά με περιπαικτική διάθεση, επειδή πριν από τον γάμο η πεθερά συνήθιζε να περιποιείται στο τραπέζι τον γαμπρό καλύτερα από όλους., αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη βλ. κλέφτης, δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του βλ. άντερο, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! βλ. γουστάρω [< αρχ. ἀγαπῶ, γαλλ. aimer, αγγλ. love]
- αγγελιοφόρος [ἀγγελιοφόρος] αγ-γε-λι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ.): που είναι επιφορτισμένος με τη μεταφορά ενός μηνύματος, μιας πληροφορίας (γραπτής ή προφορικής): (παλαιότ.) ειδικός/έμπιστος/έφιππος ~. (ΘΕΟΛ.) Ο ~ του Θεού (= ο αρχάγγελος Γαβριήλ)/(ΜΥΘ.) Ο ~ των θεών (= ο Ερμής). Βλ. -φόρος.|| (μτφ.) ~οι της δημοκρατίας/του εθελοντισμού/της ειρήνης. Οι μετεωρίτες είναι πολύτιμοι ~οι από το διάστημα.|| (ΒΙΟΛ.) Δεύτερος ~. Χημικοί ~οι.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Λογισμικό ~ων. Υπηρεσία ~ων σπαμ. [< αρχ. ἀγγελιαφόρος, γαλλ. messager]
- αγιοβασιλιάτικος , η, ο [ἁγιοβασιλιάτικος] α-γιο-βα-σι-λιά-τι-κος επίθ. 1. που αναφέρεται στον Άγιο Βασίλειο ή στη γιορτή του: ~ος: μπουναμάς. ~η: πίτα. ~ο: δώρο. ~α: κάλαντα. Βλ. -ιάτικος. ΣΥΝ. πρωτοχρονιάτικος 2. (προφ.-μειωτ.) (για αντικείμενα) ευτελής, ψεύτικος: Καλά, το δαχτυλίδι που σου αγόρασε είναι ~ο! ● Ουσ.: αγιοβασιλιάτικα (τα) (συνήθ. παλαιότ.): δώρα, κυρ. χρήματα, που προσφέρονται την Πρωτοχρονιά για το καλό του νέου χρόνου. ● επίρρ.: αγιοβασιλιάτικα
- αγιούτο [ἀγιοῦτο] α-γιού-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (παλαιότ.) ομαδικό παραδοσιακό παιχνίδι (είδος κυνηγητού). 2. (λαϊκό) βοήθεια: ~, σύντροφε/χριστιανοί! [< ιταλ. aiuto]
- αγκαλά [ἀγκαλά] α-γκα-λά σύνδ. (λογοτ.-ιδιωμ.-παλαιότ.) (συνήθ. + και): ενώ, αν και, μολονότι. [< μεσν. αγκαλά]
- αγόρι [ἀγόρι] α-γό-ρι ουσ. (ουδ.) {αγορ-ιού | -ιών} 1. αρσενικό παιδί, άνδρας νεαρής ηλικίας: ανήλικο/μικρό/νεαρό/τρίχρονο ~. Απέκτησε/γέννησε/έκανε/περιμένει ~. Βλ. κορίτσι.|| (ως οικ. προσφών.) Έλα εδώ ~ μου! 2. (οικ., συνήθ. + γεν. ονόματος ή κτητικής αντωνυμίας) (κυρ. στην εφηβική ηλικία) νεαρός με τον οποίο ένα κορίτσι έχει σχέση. Πβ. φίλος. ● Υποκ.: αγοράκι (το) ● Μεγεθ.: αγοράρα (η), αγόραρος (ο) ● ΦΡ.: το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός [< μεσν. αγόριν < μτγν. άγωρος < αρχ. ἄωρος ‘ανώριμος’– παλαιότ. ορθογρ. αγώρι]
-αινα
-αιναεπίθημα 1. θηλυκών ουσιαστικών που παράγονται από αρσενικά και δηλώνουν ζώο: δράκ~ (δράκος)/λύκ~ (λύκος). Βλ. ινα1. 2. (διαλεκτ.-λαϊκό) ανδρωνυμικών: Γιώργ~/Κώστ~. Βλ. -ού.
άντερο
άντερο[ἄντερο] ά-ντε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό.-προφ.): έντερο. ● ΦΡ.: βγάζει τ' άντερά του (μτφ.): κερδίζει πολλά χρήματα., δεν αγαπάει ούτε τ' άντερά του (μειωτ.): δεν νοιάζεται για κανένα, είναι σκληρός και ανελέητος: Μην περιμένεις τίποτα από δαύτον! Αυτός ~ ~!, δεν μου έμεινε άντερο (μτφ.): γέλασα υπερβολικά. Πβ. πεθαίνω, ξεκαρδίζομαι στα γέλια., λάδωσε/λίγδωσε τ' άντερο/τ' αντεράκι (κάποιου) (μτφ.): χόρτασε ή απόκτησε υλικά αγαθά., στριμμένο άντερο (μειωτ.): άνθρωπος ιδιότροπος, στρυφνός. Πβ. ανάποδος, κέρατο., του βγάζω τ' άντερα (μτφ.) 1. ξεκοιλιάζω, μαχαιρώνω, σκοτώνω: (απειλητ.) Να του πεις πως, αν τον δω, θα του βγάλω ~! 2. (σπάν.) ξεχαρβαλώνω, χαλάω κάτι: Προσπάθησε να φτιάξει το ραδιόφωνο και του έβγαλε ~!, βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου βλ. ξερνώ, μου γυρίζει/μου ανακατεύεται το στομάχι/μου γυρίζουν τ' άντερα βλ. γυρίζω, τρώω/καταβροχθίζω/πίνω/κατεβάζω τον αγλέο(υ)ρα/το καταπέτασμα/τ' άντερά μου/τον άμπακα/τον αβλέμονα βλ. αγλέουρας [< μεσν. άντερο(ν)]
-γένεση
-γένεση: β' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει τη γέννηση, τη δημιουργία: αβιο~/αγγειο~/ανθρωπο~/βιο~/εμβρυο~/ιζηματο~/καρκινο~/κοσμο~/κυτταρο~/λιπο~/οργανο~/οστεο~/παθο~/παρα~/παρθενο~/σεισμο~. Πβ. -γονία.
γουστάρω
γουστάρωγου-στά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γούσταρ-α κ. γουστάρ-ιζα, γουστάρ-ισα, -οντας} & (σπάν.) γουστέρνω (λαϊκό): μου προκαλεί ευχαρίστηση, μου αρέσει: ~ τα ταξίδια. ~ (πολύ) που κερδίσαμε (= ευχαριστιέμαι, χαίρομαι). ~ει να διαβάζει βιβλία (= τη βρίσκει). Δεν ~ να μου λες τι να κάνω/να τον βλέπω. Δεν ~ πάρε-δώσε/παρτίδες μαζί του. Έλα, όποτε ~εις (= θέλεις, επιθυμείς). Κάνει ό,τι (του) ~ει (= ό,τι του κάνει κέφι, ό,τι του καπνίσει). (νεαν. αργκό) -Λέμε να πάμε για καφέ, θα έρθεις; -Δεν ~.|| (για πρόσ.) Δεν τον ~ καθόλου (= δεν τον πάω). Τη ~ει (: ενν. ερωτικά). ● ΦΡ.: (κι) άμα σου γουστάρει/άμα γουστάρεις!: (ως κατηγορηματική δήλωση) είτε σου αρέσει είτε όχι: Εγώ πάντως θα πάω κι ~ ~!, έτσι γουστάρω/έτσι μου γουστάρει (προφ.): για να δηλώσει κάποιος ρητά πως θα κάνει αυτό που θέλει: Εγώ ~ ~ και σ' όποιον αρέσει! Φεύγω, επειδή ~ ~!, ό,τι γουστάρεις κι αγαπάς! (εμφατ.): ό,τι θες, ό,τι σου αρέσει: Κάνε ~ ~! [< ιταλ. gustare]
εχίνος
εχίνος[ἐχῖνος] ε-χί-νος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα του κιονόκρανου ανάμεσα στον άβακα και τον κορμό του κίονα. [< μτγν. ἐχῖνος]
-ιάτικος
-ιάτικος, η, ο (προφ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χρόνο ή χαρακτηριστικό που ανήκει ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αυγουστ~/βραδ~/πρωιν~. Πβ. -ιανός, -ινός.|| Γαμπρ~/νυφ~ (πβ. -ικός). Βλ. -άτικος.
κλέφτης
κλέφτηςκλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]
κορίτσι
κορίτσικο-ρί-τσι ουσ. (ουδ.) {κοριτσ-ιού | -ιών} 1. άτομο θηλυκού γένους από τη γέννησή του ως την ενηλικίωση· κόρη: ανήλικο/μικρό/νεαρό/όμορφο (= ομορφοκόριτσο) ~.|| Γέννησε/έκανε ~. Έχει ένα ~ και ένα αγόρι. Πβ. θυγατέρα. Βλ. παλιο-, πλουσιο-, τρελο-, φτωχο-κόριτσο. 2. ανύπαντρη, συνήθ. νεαρή γυναίκα: άβγαλτο/εργαζόμενο/χαριτωμένο ~. ~ της παντρειάς. ~ της διπλανής πόρτας (: συνηθισμένο ~). Πβ. νέα, τσούπρα. ΣΥΝ. κοπέλα (1), κοπελιά 3. (οικ., συνήθ. + γεν. ονόματος ή κτητικής αντωνυμίας) νεαρή με την οποία κάποιος έχει σχέση. Πβ. γκόμενα, φιλενάδα, φίλη. ΣΥΝ. κοπέλα (2), κοπελιά ● Υποκ.: κοριτσάκι (το), κοριτσόπουλο (το): στη σημ. 2. ● Μεγεθ.: κοριτσάρα (η): συνήθ. σε οικ. προσφών. για αγαπημένο κορίτσι: Μπράβο, ~ μου!, κορίτσαρος (ο): εντυπωσιακά ωραία και ψηλή κοπέλα. ΣΥΝ. κοπελάρα ● ΦΡ.: είναι κορίτσι από σπίτι: με αρχές και καλή ανατροφή., κορίτσι μου/κοπέλα μου!: ως προσφώνηση, χαϊδευτικά ή υποτιμητικά, ανάλογα με τον επιτονισμό ή τα συμφραζόμενα: Να 'σαι καλά, ~ ~! Καλώς τα ~ια/τις κοπέλες!|| Άσε μας, ~ ~!, κορίτσι/παιδί πράμα βλ. πράγμα, το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός [< μεσν. κορίτσι(ν) < αρχ. κόρη]
-φόρος
-φόρος, α/ος, ο (λόγ.) επίθημα που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. κρατά, μεταφέρει ή διαθέτει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (ουσ.) (ο) αχθο~/σκευο~. (Το) απορριμματο-φόρο.|| (επίθ.) Πετρελαιο~. Ηλεκτρο~/ρευματο~.|| (ουσ.) (O/η) λαμπαδη~ (πβ. -δρόμος)/σημαιο~.|| (κατ' επέκτ.) (Ο/η) Βαθμο~/τιτλο~ (πβ. -ούχος). 2. φέρει, φορά κάτι: γενειο~/κουκουλο~/μασκο~/πωγωνο~.|| (ουσ.) (Οι) ρασο-φόροι. 3. έχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα: κερδο~/προσοδο~.|| Ελπιδο~.|| Θανατη~/νικη~.
χρυσός
χρυσόςχρυ-σός ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. ευγενές μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Au, Ζ 79) λαμπερού κίτρινου χρώματος, που αποτελεί το πολυτιμότερο μέταλλο και χρησιμοποιείται κυρ. στη χρυσοχοΐα: ακατέργαστος/καθαρός/οξειδωμένος/χυτός ~. Κόκκινος/λευκός (πβ. λευκόχρυσος) ~. ~ ... καρατίων. Εργοστάσιο/μεταλλείο/ορυχείο (= χρυσωρυχείο) ~ού. Το βάρος/η καθαρότητα του ~ού. Περιεκτικότητα σε ~ό. Ο ~ τήκεται. Βλ. ασήμι, παλλάδιο, πλατίνα.|| Κοσμήματα από ~ό (= χρυσά· πβ. μάλαμα, χρυσό). Βλ. ψευδόχρυσος.|| (μτφ., για κάτι πολύτιμο:) Πράσινος ~ (: το ελαιόλαδο). 2. ΟΙΚΟΝ. το αντίστοιχο μέταλλο ως χρηματοοικονομικό μέσο: αγορά/διαπραγμάτευση/κέρδη/ρευστοποιήσεις/υπερτίμηση ~ού. Η αξία/κίνηση του ~ού. Επενδύσεις/ισοτιμία/κεφάλαια/συναλλαγές σε ~ό. Στα ύψη ο ~.|| Νομισματικός ~ (: φυλάσσεται σε ράβδους στην κεντρική τράπεζα ενός κράτους και αποτελεί κρατικό περιουσιακό στοιχείο). 3. (κατ' επέκτ.) πλούτος, ακριβά αντικείμενα, πολυτέλεια, χρήματα: Αγαπά τον ~ό (= χρυσάφι). ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρος χρυσός: το πετρέλαιο: η τρελή κούρσα του ~ου ~ού. Σε επίπεδα ρεκόρ ο ~ ~. [< αγγλ. black gold, 1910, γαλλ. l'or noire, 1937] , ράβδος χρυσού βλ. ράβδος, ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα ● ΦΡ.: ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός/χρυσάφι: ό,τι κάνει στέφεται με μεγάλη επιτυχία, είναι πολύ τυχερός. Πβ. Μίδας., πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό: χρυσοπληρώνω., η σιωπή είναι χρυσός βλ. σιωπή, ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός βλ. λάμπω [< αρχ. χρυσός, γαλλ. or, αγγλ. gold]