Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- αβέρτα [ἀβέρτα] α-βέρ-τα επίρρ. (λαϊκό-προφ.) 1. χωρίς φειδώ, χωρίς μέτρο: Δίνει/ξοδεύει/πουλάει ~. Μοιράζει ~ υποσχέσεις (πβ. απλόχερα). 2. (σπάν.) ελεύθερα, φανερά, απροκάλυπτα: Συζητούσαν ~. Δεν μάσησε τα λόγια του· τους τα 'πε ~. Πβ. καθαρά και ξάστερα, ορθά κοφτά, σταράτα. ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα (εμφατ.): σε μεγάλο βαθμό και χωρίς μέτρο: Κάνει παρανομίες/πίνει ~ ~. [< βεν. averto]
- αβέρτος , η, ο [ἀβέρτος] α-βέρ-τος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): ανοιχτός, διάπλατος, απλόχωρος: ~ο αμπέλι (= άφραγο). Το ιστιοφόρο έσκιζε τα κύματα με ~α τα πανιά.|| (μτφ.) ~ος: άνθρωπος (= ανοιχτόκαρδος, ειλικρινής, ντόμπρος). ~ες: κουβέντες (= ξεκάθαρες, σταράτες). [< βεν. averto]
- άλα! [ἄλα] ά-λα επιφών. (οικ.-λαϊκό) 1. (+ προσ. αντων., συνήθ. της) για δήλωση ενθουσιασμού, επιδοκιμασίας ή ειρωνείας: ~ της γλέντια! ~ της κουράγιο! ~ της χορό ο παππούς! Πβ. άτσα. 2. για ενθάρρυνση, παρότρυνση: ~ πασά μου! [< βεν. ala]
- άλμπουρο [ἄλμπουρο] άλ-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) & άρμπουρο: ΝΑΥΤ. κατάρτι, ιστός σκάφους: Έδεσε τη σημαία στο ~. [< βεν. alboro]
- αλτάνα [ἀλτάνα] αλ-τά-να ουσ. (θηλ.) 1. παρτέρι κοντά σε τοίχο αυλής ή κήπου, μικρός ανθόκηπος: ~ με πεζούλι. Πετρόχτιστες ~ες με τριανταφυλλιές. 2. μπαλκόνι με λουλούδια. [< μεσν. αλτάνα < βεν. altana]
- αμάκα [ἀμάκα] α-μά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): εξασφάλιση αγαθών από τους άλλους, τράκα: η τακτική του λαμόγιου και της ~ας.|| (σπάν. ως επίρρ.) Πάλι (στην) ~ την έβγαλε (: δωρεάν, τσάμπα). [< βεν. a macca]
- αναμπουμπούλα [ἀναμπουμπούλα] α-να-μπου-μπού-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αναταραχή, φασαρία: Επικρατεί ~. Μέσα/πάνω στην ~, χάσαμε τα πράγματά μας. ΣΥΝ. ανακατωσούρα (1), πανικός (2), χαμός (1) ● ΦΡ.: ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται & στην αντάρα/ανεμοζάλη χαίρεται (παροιμ.): για κάποιον που προσπαθεί να επωφεληθεί, όταν επικρατεί γενική αναστάτωση και σύγχυση. [< βεν. ala babula]
- αρόδο [ἀρόδο] α-ρό-δο επίρρ.: ΝΑΥΤ. (για πλοίο) σε μακρινή απόσταση από το λιμάνι ή την ακτή: Αγκυροβόλησε/έδεσε ~. ΣΥΝ. στα ανοιχτά [< βεν. arodo, a roda]
- βαρκαρόλα βαρ-κα-ρό-λα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. τραγούδι των βαρκάρηδων (κυρ. παλαιότ. στα Επτάνησα) ή των γονδολιέρηδων· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική σύνθεση ή πολιτιστική εκδήλωση. Βλ. καντάδα. [< βεν. barcarola]
- βελάδα βε-λά-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): επίσημο ανδρικό μαύρο ένδυμα, παρόμοιο με φράκο. Πβ. ρεντικότα. [< βεν. velada]
- βέρα βέ-ρα ουσ. (θηλ.): το δαχτυλίδι του αρραβώνα ή του γάμου και συνεκδ. ο γαμήλιος δεσμός: κλασική/λευκόχρυση/τετράγωνη/τετραγωνισμένη/χρυσή ~. Φοράει ~ (= είναι παντρεμένος/η).|| Σέβεται/τιμά τη ~ (= τον γάμο) του. ● ΦΡ.: άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) (λαϊκό): αρραβωνιάστηκαν. Πβ. λογοδίνομαι. [< βεν.-ιταλ. vera]
- βίδα βί-δα ουσ. (θηλ.) {βιδών}: καρφί ποικίλων διαστάσεων με ελικοειδείς αυλακώσεις στον κορμό και εσοχή στην κεφαλή, το οποίο με περιστροφικές κινήσεις εισχωρεί συνήθ. σε οπές ανάλογου μεγέθους, για να στερεωθούν ή να συναρμολογηθούν αντικείμενα ή κατασκευές: ανοξείδωτες/εξάγωνες/μεταλλικές/φρεζάτες ~ες. Οι βόλτες/το σπείρωμα μιας ~ας. ~ες ασφάλισης/ρύθμισης (π.χ. της παροχής νερού)/συγκράτησης (π.χ. της κόρνας στο τιμόνι). Τοποθέτηση των ραφιών με ~ες στον τοίχο. (Ξε)βιδώνω/σφίγγω τη ~. Οι ~ες του τραπεζιού έχουν (ξε)λασκάρει/χαλαρώσει. Πβ. κοχλίας. Βλ. γκρόβερ, ούπα, παξιμάδι, ροδέλα, ξυλό-, σταυρό-βιδα. ● βίδες (οι): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φουζίλι. Βλ. λαζάνια, πένες, φαρφάλες. ● Υποκ.: βιδάκι (το), βιδούλα & βιδίτσα (η) ● ΦΡ.: γίναμε/θα γίνουμε βίδες (αργκό): για άσχημο τσακωμό: Πρόσεξε πώς μιλάς, γιατί θα γίνουμε ~ εδώ μέσα! ΣΥΝ. γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες), γίνομαι μπίλιες (με κάποιον), κάνω βίδες (λαϊκό-μτφ.) 1. (για αντικείμενα, συσκευές, μηχανές) διαλύω, αποσυναρμολογώ ή καταστρέφω: Έκανε ~ το κινητό/τον υπολογιστή.|| (για ατύχημα) Το αυτοκίνητο έγινε βίδες (= σμπαράλια). Πβ. φύλλο (και) φτερό. ΣΥΝ. κάνω κομμάτια (1), σμπαραλιάζω (1) 2. (για πρόσ.) αποστομώνω, νικώ: Τους έκανε όλους ~., του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα (μτφ.-προφ.): τρελάθηκε, παλάβωσε: Γιατί κάνει έτσι; Του ~ ~; Τελικά δεν θέλει και πολύ για να σου στρίψει η βίδα. [< βεν. vida]
- βίρα βί-ρα επιφών. {άκλ.}: ΝΑΥΤ. (ως παράγγελμα) τράβα, σήκωσε: ~-μάινα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βίρα τις άγκυρες! βλ. άγκυρα [< βεν. vira]
- βιράρω βι-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {σπάν. βίραρε}: ΝΑΥΤ. σηκώνω, τραβώ συνήθ. άγκυρα ή βάρκα. ΑΝΤ. αγκυροβολώ [< βεν. virare]
- γαζία γα-ζί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. είδος ακακίας (επιστ. ονομασ. Acacia farnesiana) με αγκαθωτά φουντωτά κλαδιά, φύλλα σαν φτερά και σφαιρικά, κίτρινα, χνουδωτά και ευωδιαστά άνθη που χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία· συνεκδ. τα συγκεκριμένα άνθη. Βλ. μιμόζα. [< βεν. gazia]
- γαλαντόμος , α, ο γα-λα-ντό-μος επίθ.: γενναιόδωρος, απλοχέρης: ~ος: οικοδεσπότης.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: υποσχέσεις. ΣΥΝ. ανοιχτοχέρης, χουβαρντάς ΑΝΤ. σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, φιλάργυρος, φραγκοφονιάς [< βεν. galantomo]
- γαλαρία γα-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) η τελευταία ή οι τελευταίες σειρές θέσεων και συνεκδ. όσοι κάθονται σε αυτές: η ~ της αίθουσας/του θεάτρου (πβ. εξώστης)/του πούλμαν. Κάθονται στη ~. 2. (σε ορυχείο) υπόγεια στοά. Πβ. σήραγγα, τούνελ. 3. ΑΡΧΙΤ. (παλαιότ.) στενός διάδρομος κλεισμένος με τζαμαρία· στοά (μεγάρου). [< βεν. galaria]
- γαλέτα γα-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. τριμμένη φρυγανιά. Βλ. -έτα, ογκρατέν, πανέ. 2. (παλαιότ. στον στρατό) παξιμάδι. [< βεν. galeta]
- γαλότσα γα-λό-τσα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: φαρδιά συνήθ. λαστιχένια μπότα για προστασία από το νερό, το χιόνι ή τις λάσπες: αδιάβροχες ~ες. ~ με τρακτερωτή σόλα. Βλ. αρβύλα. [< βεν. galozza]
- γάντζος γά-ντζος ουσ. (αρσ.): (μεγάλο) άγκιστρο για την ανάρτηση, ανύψωση ή στερέωση ογκωδών συνήθ. αντικειμένων: μεταλλικός ~. ~ ασφαλείας/ρυμούλκησης/στήριξης. Πβ. τσιγκέλι. Βλ. αρπάγη. ● Υποκ.: γαντζάκι (το) [< βεν. ganzo]
άγκυρα
άγκυρα[ἄγκυρα] ά-γκυ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. βαρύ μεταλλικό όργανο με ένα κεντρικό στέλεχος (άτρακτος) και δύο κυρτούς βραχίονες, που προσαρμόζεται στην άκρη αλυσίδας ή συρματόσχοινου, αφήνεται να πέσει στο νερό, γαντζώνεται στον βυθό και χρησιμοποιείται για να κρατά το σκάφος στην ίδια περίπου θέση: ~ πλώρης/πρύμνης. ~ με καδένα/σχοινί. Βαρούλκο ~ας. Τραβάμε τις ~ες.|| (ειδικότ.) Πλωτή ~ (: για να μην παρασυρθεί το σκάφος από ρεύματα, π.χ. όταν ψαρεύει κάποιος). Βλ. δέστρα. 2. (μτφ.) καθετί που παρέχει σταθερότητα, λειτουργεί ως στήριγμα: ~ ασφάλειας/ελπίδας/σταθερότητας/σωτηρίας. Πβ. καταφύγιο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. σημείο υπερκειμένου που αποτελεί την πηγή ή τον προορισμό ενός υπερσυνδέσμου. Βλ. λινκ. ● ΦΡ.: βίρα τις άγκυρες!: (ναυτικό παράγγελμα) σηκώστε τις άγκυρες: ~ ~ και όρτσα τα πανιά/και πρόσω ολοταχώς., ρίχνω άγκυρα 1. αγκυροβολώ, αράζω: Το πλοίο έριξε ~ στα ανοιχτά/στο λιμάνι. 2. (μτφ.) παραμένω κάπου για μεγάλο χρονικό διάστημα: Ο παίκτης έριξε ~ στην ομάδα, ανανεώνοντας το συμβόλαιό του., σηκώνω (την) άγκυρα 1. (για πλοίο) αποπλέω: Λύνουμε κάβους, ~ουμε ~ και σαλπάρουμε. 2. (μτφ.) (για πρόσ.) φεύγω, αναχωρώ. [< 1,2: αρχ. ἄγκυρα, γαλλ. ancre 3: αγγλ. anchor, 1988]
αρβύλα & άρβυλο
αρβύλα & άρβυλο[ἀρβύλα] αρ-βύ-λα ουσ. (θηλ. + ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: παπούτσι με κορδόνια και ύψος ως τη μέση περ. της κνήμης, που κατασκευάζεται από χοντρό δέρμα: ορειβατικές/στρατιωτικές ~ες (πβ. μπότες). (ΣΤΡΑΤ.) Ελεύθερος ~ών (: όταν αδυνατεί για ιατρικούς λόγους να φορέσει αρβύλες).|| (ουδ.) Αδιάβροχα/ελαφριά/εύκαμπτα/τρακτερωτά ~α. ~α κυνηγιού/πεζοπορίας. Βλ. γαλότσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ράδιο-αρβύλα βλ. ράδιο1 [< αρχ. ἀρβύλη]
αρπάγη
αρπάγη[ἁρπάγη] αρ-πά-γη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μεταλλικό όργανο εκσκαφέα ή γερανού, με τη μορφή σιαγόνας ή γάντζου, για την περισυλλογή και μεταφορά υλικών: ρομποτική/υδραυλική ~. ~ες ανύψωσης. Βλ. μέγγενη, τσιγκέλι.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) Η ~ του Νόμου (= δαγκάνα, τσιμπίδα). [< μτγν. ἁρπάγη]
γκρόβερ
γκρόβεργκρό-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικός δακτύλιος για τη σταθεροποίηση του παξιμαδιού, ώστε να μη χαλαρώνει. Βλ. βίδα, ροδέλα. [< αγγλ. gro(o)ver]
-έτα
-έτα: κατάληξη για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών από δάνειες κυρ. λέξεις: βεντ~/βιολ~/ετικ~/ζακ~/κασ~/κλακ~/κοκ~/κοτολ~/κροκ~/μακ~/μαριον~/μοτοσικλ~/μπαγκ~/ομελ~/οπερ~/παλ~/πλακ~/ρακ~/ροζ~/ρουκ~/ρουλ~/σιλου~/τουαλ~/τριπλ~/τρομπ~/φουρκ~.
καντάδα
καντάδακα-ντά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. παλαιότ.) τραγούδι συνήθ. ερωτικού περιεχομένου, που τραγουδιόταν τα βράδια στους δρόμους με συνοδεία μικρής χορωδίας και εγχόρδων: αθηναϊκές/επτανησιακές ~ες (πβ. μαντολινάτα). Της έκανε ~ κάτω από το μπαλκόνι. Πβ. σερενάτα. [< βεν. cantada]
λαζάνια
λαζάνιαλα-ζά-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. λαζάνι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. επίπεδα μακρόστενα ζυμαρικά, σαν λωρίδες: πράσινα ~ στο φούρνο με κιμά/λαχανικά. ~ στον φούρνο. Βλ. ταλιατέλες, φουζίλι. [< μεσν. λαζάνια < ιταλ. lasagna < λατ. *lasania, lasanum < αρχ. λάσανον ‘τρίποδας που υποβαστάζει μια χύτρα’]
μιμόζα
μιμόζαμι-μό-ζα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγκαθωτό δέντρο ή θάμνος των τροπικών χωρών (γένος Mimosa) ή κοινή ονομασία φυτών που είναι συγγενικά προς την ακακία και καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά· συνεκδ. το άνθος τους: ~ η αισχυντηλή (= το μη μου άπτου, βλ. άπτεται). || ΜΑΓΕΙΡ. αβγά ~ (: γεμιστά, κομμένα στη μέση). [< ιταλ.-γαλλ. mimosa – γαλλ. œuf mimosa, 1911]